Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26, 2009

Απόστολος Κυρίτσης - ο Χρόνος


joseph beuys -capri battery, 1985

Χθες και Σήμερα

Ήμουν μωρό στην κούνια, και από πάνω μου δυο μάτια κι άλλα δυο κοιτούσαν -πού να προσμετρήσεις της ζωής το κύμα, που να φανταστείς εκείνο που πρόκειται να διαβείς, μέσα στο νερό, υπόγεια ρεύματα ακολουθούν διαδρομές μιας παράξενης λογικής, ενός ενστίκτου που μεγαλώνει σαν καρπός ενός αντεστραμμένου δέντρου, πραγματικού. Κανείς δεν γνώριζε τίποτα πέρα από ένα κοίταγμα που χάνεται μέσα στην υλικότητα του χρόνου παίζοντας, δημιουργώντας επαφές και λόγχες, πέρα από αισθήσεις και σκέψεις του τώρα που ήταν τότε, χωρισμένο από το τώρα που είναι τώρα. Εικοσιπέντε και τριάντα χρόνια μετά καθόμαστε και συζητάμε με χαμηλό φωτισμό και πολλά τσιγάρα γύρω από το ζήτημα του κόσμου, συζητάμε για την τρέλα των θεών, τους πολύτιμους λίθους και τον θάνατο, τον Αχιλλέα και τον Έκτορα, τον Kamus, τον Nietzsche, την περίπτωση Heidegger, για τα τραγούδια του Leonard Cohen και της Laurie Anderson, τον έρωτα, το σκοτάδι. Ανάβουμε ακόμα ένα τσιγάρο και μιλάμε για την ποίηση.

Είναι ιδιαίτερη η σχέση γι' αυτό θ' αφήσω την ποίηση να μιλήσει, εκείνη που ξέρει να μιλά με τον πιο ακριβή τρόπο για όλα όσα μπορούν να ζητούν σάρκα και φωνή.


γ. γεωργίου





Ο χρόνος


υπήρξα νέος

υπήρξα γέρος

εικοσιτεσσάρων χρονών πλέον

μπορώ να κοιτάζω στα μάτια τον αέρα

μπορώ να κοιτάζω στα μάτια τον χειμώνα, τα κύματα

πίσω μου χρόνια λευκά

ο ήλιος είναι μία απόφαση και μία τύψη

κι αναρωτιέμαι μερικές φορές τι μπόρεσα με τον εαυτό μου

σε αυτή την ζωή

τι δέχθηκα, τι απαρνήθηκα

σε τι ακόμα σφάλλω

κάποτε όλα τα ‟θα” στράφηκαν εναντίον μου

με πολέμησαν, τα πολέμησα

νίκησα

έφτειαξα μόνος μου τον χρόνο που κατοικώ

αλλιώς υπάρχω σ' έναν χρόνο όπου

τίποτα δεν έγινε απ' όσα έγιναν κι όλα έγιναν

κι αναρωτιέμαι

τι θα ήταν η ζωή χωρίς την ζωή

τι το αίμα χωρίς τον θάνατο

μέσα στον βυθό πολύχρωμα βότσαλα

τα απογεύματα μας επισκέπτεται η κατανόηση

μια ομοβροντία από χρώματα

κάθε πρωί μας επισκέπτεται η καλή μας θέληση

τα μεσημέρια ολόισιοι κοιτάζουμε κατάματα τα κυπαρίσσια


η χθεσινή αυταπάτη είναι η σημερινή πραγματικότητα

όπως κι αν το πάρεις είναι σωστό

μου είπες

πιο πάνω απ' την αγάπη η αγάπη

σου είπα το χθες είναι μια αυταπάτη

τα φιλιά σου είναι η πραγματικότητα

και η μπλούζα σου που τσιτώνει ο χρόνος

ένας μινώταυρος μέσα στον λαβύρινθο

το αίνιγμα

ένα μικρό λουλούδι που το φυσά ο αέρας

μια λευκή επιταγή

η πικρία

ίσως η αγάπη η ίδια

αλλά τότε

πριν από πόσα χρόνια υπήρξε το χθες;

το ‟για πάντα” είναι ένας πλεονασμός

σκύβω πάνω από το παρελθόν

τα χέρια μου βρίσκονταν μέσα στο νερό

το ατσάλι διδάσκει

την μόνη δύναμη που υπάρχει

να λυγίζεις

το διαμάντι

την μόνη δυνατότητα που σου δόθηκε

να νικάς

αλήθεια ή ψέμα;


ακούστε το ρολόι που χτυπά

παρακολουθήστε αυτή την μάχη

του αναμφίβολου με την ανάγκη



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ (Σεπτέμβριος 2009)


joseph beuys -i like america and america likes me, 1974


__δημοσιευμένα ποιημάτα του Απ. Κυρίτση εδώ


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2009

Ελληνική Wikipedia


Θέλουμε να έχουμε την πιο πλούσια γλώσσα, την γλώσσα των πρώτων φιλοσόφων και μεγάλων ποιητών. Αυτό δεν αρκεί. Η γλώσσα δεν μας μιλάει. Το οκνηρό είδος που έχουμε γίνει δεν φανερώνεται μόνο στην οικονομία μας, παιδεία μας, εξωτερική πολιτική μας. Η βικιπαίδεια, που μάλλον δεν ντρέπεται την φτώχεια της, δείχνει κάτι πιο ανησυχητικό από μία ράθυμη ύπαρξη. Η κενότητα του νεοέλληνα δε θα αντέξει στην αυριανή μέρα. Ο Blake δε θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί την πραγματικότητα ισχυρότερη της φαντασίας, και ο Nietzsche δε θα μπορούσε ποτέ του να παραδεχτεί έναν εκφυλισμό βαθύτερο του ευρωπαϊκού μηδενισμού.

Ό,τι δεν μπορεί να πεθάνει δεν μπορεί και να επαναγεννηθεί, λέει η γλώσσα των συμβόλων. Χαίρε έθνος ελληνικό αθάνατο.


(Φιλοσοφικό Σημειωματάριο, Σεπτέμβριος 2009)


ΚΟΥΙΖ:

(που βρίσκεται τελικά το Kilimanjaro;)


γ. γεωργίου

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2009

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΗΣΥΧΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Ο πολίτης με την χαρακτηριστική προσήλωση στην δουλειά του με τον καταπατημένο εαυτό του, με τις τυποποιημένες ανάγκες του με το σβησμένο βλέμμα, εξοικειωμένος πλήρως με όλα όσα δεν αντέχει, ζει σαν αρουραίος στους υπονόμους και νομίζει ότι αναπνέει καθαρό αέρα, πιστεύει ότι φταίνε μόνο οι άλλοι, νομίζει ότι το μπουζουκοtrash είναι μουσική, νομίζει ότι είναι χριστιανός, νομίζει ότι αγαπάει την πατρίδα του, νομίζει ότι αγαπάει τα παιδιά του, νομίζει ότι είναι φιλόξενος, πιστεύει ότι αν ο Μ. Αλέξανδρος έβλεπε με άλλο μάτι τα αγόρια δεν θα ήταν Μέγας, πιστεύει ότι κάποιος άλλος εξωγενής παράγοντας αναδεικνύει όλους αυτούς που τον κυβερνούν, πιστεύει ότι το παιδί του είναι παιδί indigo.

Θεωρεί ότι ο Αμερικάνος πολίτης είναι εξαιρετικά χαμηλής πνευματικής στάθμης άνθρωπος σε σχέση με τον αντίστοιχο Έλληνα, ξεχνώντας ότι μας κυβερνούν αυτοί που μας κλέβουν, επί τόσες δεκαετίες.

Για αυτό αγαπητέ φιλήσυχε πολίτη μην ανησυχείς για το πλιάτσικο που έγινε στους δρόμους, από τους ξεχασμένους από το κράτος-θεό ‘πολίτες’, αλλά για το πλιάτσικο που κάνουν οι αγαπητοί κατά τα άλλα (μια ζωή την έχουμε ..ότι φάμε…ότι πιούμε… ) πολιτικοί υποθηκεύοντας το παρόν και το μέλλον των παιδιών σου.


Καληνύχτα σου και όνειρα γλυκά.


* όσο για τους μπάτσους, αρμόδιος να ασχοληθεί θα ήταν κάποιος σαν τον Κλεάνθη Γρίβα, μια και η φύση του επαγγέλματος ελκύει ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις.

Χ.ΚΑΛΟΣ (ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2008)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009

Kalos & Klio, artist group -(μέσα από τα μάτια μου)

(animalia dress)

Ήταν σεπτέμβρης του '97. Τρίτη και τελευταία μέρα εξετάσεων για την εισαγωγή στην καλών τεχνών Θεσσαλονίκης. Είχα κάνει τα κάρβουνά μου, εκ των οποίων το ένα ήταν από τα καλύτερα που είχα κάνει ως τότε, και έμεινε το χρώμα που αντιπαθούσα γιατί δεν το καταλάβαινα. Μέσα μου ήμουν ασπρόμαυρος με απότομες γωνίες και φούμο. Για την ημέρα εκείνη είχα δανειστεί ένα discman. Δυο-τρία CDs τα οποία άκουγα στα διαλείμματα που συνεχώς έδινα στον εαυτό μου. Συναντάω στον διάδρομο τον Χρήστο. Του κάνω νεύμα.

«Έλα μαν τι γίνεται;»

«Άκου», δίνοντάς του τα ακουστικά.

Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα μου τα έδωσε πίσω βουρκωμένος.

«Με γάμησες», και απομακρύνθηκε.

Ήταν σαν να μου ΄λεγε «είμαστε εδώ στην πίεση σ' αυτό το ελεεινό και τρισάθλιο κτήριο, μετράμε με τη βελόνα αυτόν το ξενέρωτο στρατιωτικό που έγινε άγιος της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, σχεδιάζουμε την απαίσια σύνθεση με κίονες και τσιμεντογωνίες, και μου βάζεις Elvis -δεν αντέχονται τόσα συναισθήματα», κάτι τέτοιο θα μπορούσα να καταλάβω. Τον Χρήστο τον ήξερα από το φροντιστήριο-εργαστήρι προετοιμασίας για τη σχολή. Είχε το μαλλί και το ντύσιμο ενός rockabilly, φορές όταν τον έβλεπες σε κανα μπαράκι να χορεύει rock 'n roll φορούσε τα πιο cult παπούτσια. Πάντα γούσταρα τα παπούτσια του.

Έχουμε περάσει πάρτι, διανυκτερεύσεις σε παγωμένο σπίτι το καταχείμωνο, παρανοϊκές συζητήσεις με αλκοόλ, πειραματικά φαγητά και αισθησιακότητα, live δημιουργίες του μέσα από το τυχαίο και την ευρηματικότητα, αράγματα στην Προξένου Κορομηλά, τυχαίες συναντήσεις σε μπαράκια και υπόγεια ‟Arderground”, και φυσικά πολύ, πάρα πολύ Tom Waits. Ο χώρος του και ο χρόνος μαζί του ήταν πάντοτε σαν δέκα καλών τεχνών μαζί ή μάλλον κάτι περισσότερο: είχε άμεση επαφή με την καλλιτεχνική έκφραση απελευθερωμένη από κάθε σχήμα και ιδέα.



(step on me)


Δεν πέρασε ποτέ στη διαβόητη αυτή σχολή καλών τεχνών που φαντάζει στον υποψήφιο ως κάτι το εξαιρετικά παιδευτικό, πεδίο ζυμώσεων, χώρος διαλόγου και αντιπαραθέσεων, ανοιχτά μυαλά, καλλιτεχνικές φύσεις. Ξεκίνησε μόνος τα πρώτα βήματα με καθαρό το βλέμμα να ανακαλύπτει μέσα από τη δημιουργία και να δημιουργεί μέσα από την ανακάλυψη, τόσο φυσικά σαν να αναπνέει. Δεν επηρεάστηκε ποτέ από την ανόητη υπεροψία των φτασμένων υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων. Προσωπικά, τον θεωρώ τυχερό που δεν πέρασε στη σχολή της Θεσσαλονίκης, μια σχολή αρκετά ανθυγιεινή, συντηρητική και νεοελληνίστικη στη νοοτροπία, -που μόνο λίγες εξαιρέσεις μπορείς να βρεις ανθρώπων που δεν είναι απλώς δημόσιοι υπάλληλοι, που δεν είναι απλώς τιτλούχοι καλλιτέχνες, που δεν έχουν μόνη τους επιθυμία την εξουσία, το διευθυντιλίκι- γλιτώνοντας την διαφθορά του βλέμματος και έτσι χωρίς προσμείξεις ξεκίνησε να μπολιάζει με το «δηλητήριό» του τον Κόσμο. Αυτή είναι μια έκφραση που χρησιμοποιώ σε όσους μπορούν να είναι δημιουργοί, μοναδικοί εκφραστές του εαυτού τους και του κόσμου εν γένει όπως φιλτράρεται μέσα τους. Αυτή η κατάρα του να 'σαι αληθινός, να 'σαι περιθωριακός σε μια κοινωνία που είναι χτισμένη ολάκερη στο ψέμα και στην απάτη. Αυτό, το δηλητήριο που δε θέλει παρά να διαφθείρει το υπάρχον, να το αλλοιώσει και να το συντρίψει με τη δική του αλήθεια που σαν δυναμίτης προσπαθεί να εισέρθει βίαια σ' αυτό το γερασμένο, σάπιο σώμα. Σαν πιστόλι που εκπυρσοκροτεί στον πρώτο που θα συναντήσει σαν βγει έξω από το σπίτι του -άραγε ο Breton όταν σόκαρε τους μαλθακούς κι αδιάφορους της εποχής του με την απόλυτη σουρρεαλιστική του πράξη δεν υπονοούσε τον κόσμο των ενστίκτων, του υποσυνειδήτου, της σκοτεινιάς και της πιο μεγάλης νύχτας; Όλον εκείνο τον κόσμο που βυθισμένος πολύ κάτω από τα χώματα και τη σκόνη της ημέρας, του φωτός και εκείνου που τα μάτια μας αποκαλούν πραγματικό, κρυμμένον μέσα στην υγρασία του να ρέει μιαν πραγματικότητα πολύ περισσότερο πραγματική από εκείνη τη φτηνή των φοβισμένων κοινωνιών; Μήπως δεν μιλούσε για την ίδια τη δημιουργία που αν η κοινωνία την αποδεχτεί θα ήταν σα να 'χε ήδη αυτοκτονήσει; Τη δημιουργία εκείνη που ως τέτοια περικλείει στα σπλάχνα της τον σπόρο της καταστροφής εκείνου του αξιακού, αισθητικού, νοηματικού κόσμου από τον οποίο η εκάστοτε κοινωνία κάθε φορά γαντζώνεται και παγιώνεται σε λείψανο αιώνιο, απόλυτα εξουσιαστικό, καταπιεστικό, ανέραστο.



(my trip)

Όσο τραχιά και βάρβαρη να είναι η απόφαση ενός οργανισμού να υποστεί το δηλητήριο το οποίο ο ίδιος παράγει -αυτή τη φλόγα που αν δεν κάψει θα καεί και θα γίνει πόνος που σε καίει- όσο σκληρή η προσπάθεια να γίνει μπόλι και σκανδάλη μέσα από τους αιώνες της ανοησίας και του απαράδεκτου, τους αιώνες της δειλίας και προδοσίας, της ευτέλειας και της υποκρισίας, της λογοκρισίας, της έλλειψης ελευθερίας, δημοκρατίας, τους αιώνες της σιωπής, τόσο περισσότερο ένας άνθρωπος θα αξίζει διανύοντας όλη την απόσταση, με θέληση για δύναμη και ομορφιά, έως τέλους.

Ο Χρήστος είναι για μένα ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής μας. Δεν υπερβάλλω, δεν είμαι συναισθηματικός -ακριβώς γι' αυτό δεν μιλώ για πεθαμένους που ως τέτοιους ο καθένας μπορεί να κάνει σπουδαίους, μιας κι ένας νεκρός είναι πάντοτε ακίνδυνος. Μιλώ για ζωντανούς, νέους, γεμάτους ενέργεια, πολεμιστές και υπερασπιστές της δικής τους φλόγας. Μιλώ για επικίνδυνους δημιουργούς που γίνονται δούρειοι ίπποι. Μιλώ για τον Χρήστο, μιλώ για την Κλειώ, μιλώ για εκείνους που δεν θα σταματήσουν να μιλούν. Παρακολουθώ τη δουλειά του Χρήστου πάνω από έντεκα χρόνια, από τότε που μάζευε στο σπίτι του σαλιγκάρια, σκουλήκια, σαρανταποδαρούσες και άλλα φρικτά έντομα, τα οποία εξέθρεφε, τα κατοικίδιά του όπως έλεγε, τα οποία αργότερα χρησιμοποίησε στα πρώτα του live projects. Πολύς πειραματισμός με διάφορα μέσα από τον φωτογραφικό φακό έως τα πλέον ευφάνταστα, τόλμη και πάντα εκείνη την αυθεντικότητα όπου δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός μεταξύ σκέψης και ζωής, γιατί αυτά ειναι ένα.



(for men)

Την Κλειώ την γνώρισα τη μέρα, ή μάλλον νύχτα, που γνωρίστηκε με τον Χρήστο, πάρτι στην Ιασονίδου, ο Χρήστος φυσικά καλεσμένος και φυσικά παρών, η Κλειώ ακάλεστη, με μια ακάλεστη παρέα που όπως κι άλλες ακάλεστες μα ευπρόσδεκτες άκουγαν μουσική κι έμπαιναν μέσα. Έμειναν ως το τέλος, αραχτοί στο ντιβάνι του καθιστικού μου, κουβεντιάζοντας για ώρες. Ταιριάζανε με τρόπο ιδιαίτερο, κάτω από τη σκοτεινή μουσική του Cave, τους σπαραγμούς του Tim Buckley, τις ιδιοφυείς συλλήψεις του μελαγχολικού πιτσιρικά Drake, τους Sex Pistols, το blue suede shoes, το chocolate jesus, το dirt. Έκτοτε δουλεύουν ως ομάδα, ξεκινώντας με το da funky monkey που τυπώναν δικά τους σχέδια εξαιρετικής αισθητικότητας, σχόλια καυστικά, επιθετικά, υπόγεια νοήματα. Ο φονξιοναλισμός με στοιχεία pop, kitsch, και dada, στο μεγαλείο του. Θυμάμαι το σχέδιο που απεικόνιζε το λιμάνι της θεσσαλονίκης με τους γερανούς κατά μήκος της θάλασσας, ένας εκ των οποίων γίνεται στήριγμα και άξονας μιας τεράστιας φόρμας λιγδερού τεμαχισμένου κρέατος όμοιου με εκείνον στα γυράδικα της πόλης, που είναι τόσα πολλά, και σε τέτοια συχνότητα, όσο κι οι αφίσες που τοποθετήθηκαν σε κάθε στύλο προπαγανδίζοντας την πολιτιστική πρωτεύουσα της ευρώπης. Καλά τρώνε στη θεσσαλονίκη, και τότε και τώρα.



(installation eudaimonia)

Η Κλειώ, αν και δεν την γνωρίζω τόσο καλά, θεωρώ πως έδωσε στην καλλιτεχνική σκέψη του Χρήστου περισσότερη σιγουριά και εύρος, εμπλουτίζοντάς την με τη δική της πολύ έμπειρη ματιά. Είναι μια δυναμική παρουσία στην καλλιτεχνική σκηνή και εργάζεται με τον Χρήστο σαν ένα σώμα, μια φωνή. Δεν μπορεί να διαχωριστεί η θέαση του ενός από του άλλου. Σπάνια συνάντηση και ακόμα πιο σπάνια δημιουργική ένωση.



(Klio afrodite)

Γράφω τούτο το κείμενο ως φίλος και απολαυστής της δουλειάς τους. Ηταν η ανάγκη μου να εκφράσω με λίγα λόγια την υποστήριξή μου σε μια δουλειά που κάποτε θα αποτελέσει ορόσημο για την τέχνη. Δυστυχώς ζούνε στην ελλάδα η οποία παρουσιάζει μια απίστευτη αδράνεια, άγνοια, και δειλία όσον αφορά την καλλιτεχνική έκφραση, γι' αυτό και αρκείται στις δημόσιες σχέσεις, στις κλίκες, στα δημόσια αξιώματα του βολέματος και της μίζας. Και ευτυχώς που ζούνε στην ελλάδα γιατί έτσι γίνονται ακόμα πιο δυνατοί όντας αντιμέτωποι με όλη αυτή τη δυσκοιλιότητα και αδιαφορία. Τους εύχομαι καλή δύναμη και καλό ξεκίνημα με τον καινούριο τους χώρο.


γ. γεωργίου




(Kalos & Klio)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Kalos & Klio, SHOWROOM private studio & art project space , Τσιμισκή 96 , Θεσσαλονίκη Τ 2314 007167 Μ 6973 533532

Εγκαίνια Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009 ώρα 7.00 μμ

Στο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτήριο (1930) με τον κόκκινο τρούλο, οδός Τσιμισκή 96, στην καρδία του Ιστορικού κέντρου Θεσσαλονίκης, οι εικαστικοί kalos & Klio ( Χρήστος Καλός και Κλειώ Τανταλιδού ), αναπαλαίωσαν με ιδιαίτερο στυλ και διαμόρφωσαν το SHOWROOM, έναν εικαστικό χώρο για την σύγχρονη τέχνη, 100 τμ στον 2ο όροφο του κτηρίου. Ο χώρος αυτός θα λειτουργεί ως εκθετήριο για τα project των Kalos & Klio και είναι ανοιχτός σε προτάσεις επιμελητών, έργα νέων δημιουργών, παρουσιάσεις και ομαδικές συνεργασίες, διατηρώντας πάντα μια εξωστρεφή διάθεση προς το καλλιτεχνικό δυναμικό της πόλης.

O εικαστικός χώρος Kalos & Klio SHOWROOM θα ανοιξει στiς 25 Σεπτεμβρίου, με δυο project, ‘’Ευδαιμονία’’, porn surf πάνω σε Bourgeois έπιπλα εποχής, και Virtual Vanitas ’’ Myths to live in and ready to wear, πρόκειται για πολυμορφικά έργα ψηφιακού Baroque που μεταμορφώνονται σε εικαστικά χρηστικά αντικείμενα (έπιπλα) μέχρι αξεσουάρ μόδας!

Η καλλιτεχνική δουλειά των Kalos&Klio υλοποιείται με την χρήση ψηφιακών μέσων και κινείται συχνά χωρίς να διαχωρίζει την καθημερινή ζωή από την τέχνη. Έτσι ένα έργο μπορεί να ξεκινήσει ως ένα κάδρο στον τοίχο και στην πορεία να μεταλλαχτεί σε αντικείμενο, ταπετσαρία, ύφασμα για έπιπλα και τέλος να καταλήξει να ντύσει έναν ολόκληρο χώρο. Με βάση το δεδομένο ότι τα όρια στον σύγχρονο κόσμο είναι αναμφισβήτητα συγκεχυμένα, η απήχηση των εικονικών μας πράξεων στην πραγματική ζωή (facebook), η έκθεση ενός διαφημιστή σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης (Toscani, Benetton)… Oι Kalos&Klio εμπνέονται από την ιδέα της τέχνης μέσα στη ζωή αλλά της τέχνης στο δημόσιο χώρο. Το destill του Mondrian, οι εφαρμογές της Οp Αrt και της Pop Art στη μόδα και την καθημερινή ζωή, αλλά και η πολυμορφικότητα των έργων του Murakami αλλά και η αμεσότητα των stencils του Banksy, αποτελούν επιρροές για την δουλειά τους .

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2009

Unknown Passage


Είχα ήδη εγκαταλείψει την πόλη όπου έζησα για δέκα χρόνια. Είχα βρεθεί σε αδιέξοδο. Είναι εντελώς ψεύτικη, έλεγα, την έχω σιχαθεί, έλεγα. Πρωτεύουσα του βορρά my ass. Έπρεπε να αποτραβηχτώ από την κοινωνική μου ζωή και να ξεκαθαρίσω στον εαυτό μου πράγματα. Επέστρεψα στην πόλη που μεγάλωσα και πέρασα τα σχολικά χρόνια. Δεν είχα φίλους και γνωστούς, ούτε ήθελα. Ήμουν αρνητικός ως προς το οτιδήποτε. Ωστόσο μια στο τόσο έβγαινα με ένα πολύ φιλικό μου ζευγάρι -τους μόνους που μπορούσα να δω και οι μόνοι που μπορούσαν να μ΄αντέξουν. Πηγαίναμε σε κανα κουτούκι, σε κάποιο τσιπουράδικο ή μικρό μπαρ. Καθόμαστε σε ένα μαγαζάκι, καπνίζουμε, πίνουμε, κουβεντιάζουμε. Ελεύθερα όλα. Ο Μήτσος μου λέει:

«Ρε μαλάκα, ξέρεις ποιοι παίζουν στη Λάρισα απόψε;»

«Ποιοι;»

«Οι Dead Moon.»

«Έλα ρε!»

«Και ποιοι παίζουν support;», χαμογελώντας.

«Ποιοι;»

«Οι Unknown Passage!». Το νέο της ημέρας.

«Γαμώ!»

«Τι λες πάμε;»

«Που, Λάρισα;»

«Ναι ρε.»

«Λες;»

«Αυτό θα 'ναι live», κουνώντας το κεφάλι του μέσα σε μια εικόνα ονείρου, του οποίου η επιθυμία για υλοποίηση χιμάει να δαγκώσει τα μουδιασμένα μας σώματα.




Δεν είχαμε αμάξι, δεν είχαμε λεφτά, δεν είχαμε αρκετή από την τρέλα ενός έφηβου (μάλλον ούτε οπαδοί του ‟On The Road” είμασταν -κι ας είχαμε κάνει πολλές εξορμήσεις στην ελληνική ύπαιθρο, σε χωριά, στην πρωτεύουσα. ‟Everything belongs to me because I am poor” -ίσως να μην το είχαμε διαβάσει καν το βιβλίο). Καθίσαμε και σαπίσαμε στο μαγαζάκι πίνοντας ρακές. Μάθαμε ότι η συναυλία ήταν εκπληκτική. Ακόμα βρίζουμε τους εαυτούς μας που δεν βρισκόμασταν σ' εκείνο το live (τώρα σίγουρα έχουμε μια ιδέα από Kerouac, αλλά προτιμούμε την επίδραση της μουσικής του Tom Waits -κι αν αυτός επηρεάστηκε από το έργο του πρώτου ωστόσο η μουσική του αντιτείθεται ως θέληση πίσω από μπουκάλια και καπνούς, είναι σαφώς πιο εσωτερική και πιο καταστροφική). Είπαμε, την επόμενη όμως θα πάμε. Την επόμενη που έμαθα νέα για το συγκρότημα ήταν πάλι ο Μήτσος, στο τηλέφωνο.

«Έλα ρε τι γίνεται;»

«Άστα, σκατά έιμαι»

«Τι παίζει;»

«Πέθανε ο γιατρός»

«Τι;»

«Πέθανε ο γιατρός»

Ήταν φίλος του. Από Πτολεμαϊδα. Έτσι, λέει, τον βρήκαν το πρωί στο γραφείο του μελανιασμένο. Είχε βραδινή βάρδια στο νοσοκομείο. Ανακοπή. Αν αυτό δεν είναι σκατά, τι είναι!

Τη γνωριμία μου με τους Unknown Passage (το όνομα είναι παρμένο από το τραγούδι των Dead Moon) την οφείλω στον Μήτσο -όπως και για πολλά άλλα μουσικά γκρουπ, στην πάνω από έντεκα χρόνια φιλία μας. Δεν τους είδα ποτέ από κοντά. Θυμάμαι τον Μήτσο να παίζει τη διασκευή του killing me πίσω από το ανοιχτό παράθυρο που βλέπει στον κήπο. Εμείς, μια μικρή παρέα, αράζουμε στο τραπεζάκι της βεράντας, ελάχιστα πορτοκαλί βράδυ και το φεγγάρι punk. Είναι καλοκαίρι, όπως και τότε, τη νύχτα εκείνη που ο Γιατρός άνοιγε το killing me των Dead Moon έτσι: I can't live in this fucking world and I refuse to suicide..






γ. γεωργίου

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2009

Αιώνια Ύλη


Εισαγωγή


Ένα βιβλίο που δεν είναι. Γίνεται βιβλίο.

Τα πρόσωπα της ιστορίας δεν είναι αυτά που την απαρτίζουν, ως πρόσωπα. Είναι σκέψεις, αισθήσεις, είναι η βροχή και ο άνεμος. Ζωή που ζουν κι ο συγγραφέας θεατής της, ή καλύτερα ζωγράφος της. Ένας κυβιστικός πίνακας. Το θέμα του είναι το πιο απλό, το πιο καθημερινό. Εκείνος, εκείνη και το πεπρωμένο τους, ο αναρχικός Στράτος, ο καταραμένος καναπές, ο Nietzsche, η κβαντομηχανική και η αγχόνη, το σπίτι που βλέπει, το παρελθόν τους, ένα γράμμα κι άλλο ένα, ο ζουρλομανδύας και ο Βobby Fischer, η κηδεία, το τέρας, το adagio του Albinoni. Μια ιστορια αγάπης, καταστροφής, φιλίας, καταποντισμού, αυτοπροσδιορισμού και θανάτου. Λάθος. Δεν έχει θέμα. Έχει ένα πινέλο ή μια κάμερα κι απλώς καταγράφει τους δαιδάλους των μορφών που εμφανίζονται και χάνονται μέσα στο παρόν. Τέσσερα κεφάλαια. Τέσσερα παρόντα ή μάλλον τέσσερεις έγχρονοι κόσμοι. Μία ιστορία προσώπων που ζουν μέσα από τα μάτια τους μια ζωή δική τους. Το θέμα, το περιεχόμενο, είναι κάτι που παίζεται κάθε στιγμή. Ο συγγραφέας του δεν ανησυχεί, ούτε νοιάζεται για τις ιδέες που ξεπηδούν σαν φλόγες. Η μορφή είναι το πάθος του για σκηνοθεσία. Το μόνο του παράπονο είναι πως όπως κάθε ιστορία έτσι κι αυτή έχει κάποιο τέλος, έπειτα νιώθει καλύτερα αφού ξέρει πως είναι το σώμα των λέξεων το οποίο ευθύνεται για τούτο, για την κάθε κατάληξη, την οριστική τελεία, δεν είναι αλήθεια, δεν, μιας και αυτή πάντοτε αντιστρέφεται, γίνεται νόημα μιας πρότασης, διαχωρίζεται από την ύλη, πνευματοποιείται, ψεύδεται. Τελειώνει και αν διασώζει κάτι είναι μόνο και μόνο επειδή το αφήνει ανοικτό –ένα περιθώριο ζωής που ζει χαμογελώντας μπροστά στο σώμα των λέξεων. Εισπνέει. Θέλει…



Ιστορία


Μέσα σε έξι μήνες, από τον Σεπτέμβρη του 2004 έως τον Μάρτη του 2005, το βιβλίο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Έξι μήνες αγρύπνιας, έντασης, μιας κυοφορίας επώδυνης. Ξεκίνησε ως παιχνίδι -το πρώτο μου μυθιστόρημα το οποίο θα έγραφα για να νιώσω καλύτερα, απόφαση που πάρθηκε σε μία δύσκολη περίοδο της ζωής μου και θα αποτελούσε την προσπάθεια εκείνη η οποία θα συντελούσε στην αντίστροφη πορεία μιας καταβύθισης στον πυρετό και στην τρέλα. Είπα στον εαυτό μου: να γράψω ένα μυθιστόρημα, μια ιστορία τρόμου και αγάπης, έτσι να διασκεδάσω την θλίψη μου. Κάτι μεταξύ King (Stephen) και Neruda. Αυτό είπα, οι λέξεις που σχηματίστηκαν μου δώσαν χαρά. Φαινόταν αστείο και συγχρόνως με είλκυε. Άρχισα να γράφω κάποια κομμάτια τα οποία ήταν ασύνδετα -έγραφα αλλά δεν είχα ιστορία. Ήταν μόνο ήχοι μορφοποιημένοι σε λέξεις, αισθήσεις και βιαιότητες από την απομόνωση, μια απομόνωση που είχε τις ρίζες της στην αθλιότητα του κόσμου, την ευτέλεια, το απαράδεκτο. Δεν μ' ενδιέφερε τίποτα. Είχα μόνο σφυριά που ήθελαν να χτυπήσουν, κόψεις που ζητούσαν να αφαιρέσουν, ευαισθησίες που βαστούσαν μόνο τη νύχτα. Όσο περισσότερο έγραφα τόσο πιο ξεκάθαρο ήταν ότι δεν γράφω τίποτα. Δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει η επόμενη σελίδα. Τίποτα. Κι αφέθηκα εντελώς. Έτσι, κάθε νύχτα -μόνο τότε μπορούσα να γράψω- καθόμουν στη μαξιλάρα στο σπίτι της Ιασονίδου και περνούσε ώρα, και περνούσαν ώρες μέχρι να αδειάσω, να σταθώ κενός μπροστά σε μια άβυσσο που συντάραζε κάθε μέσα θέαση. Η σκόνη της καθημερινότητας επικάθεται στα αντικείμενα της καθημερινότητας όπως και στις σκέψεις μας. Εκεί όμως δεν υπήρχε σκέψη αλλά θέαση μιας αγριότητας που την ίδια στιγμή είναι και μοναδικής ομορφιάς, πληρότητας ενός κόσμου του οποίου τις σάρκες αποσπούσα θαρρείς με τα δόντια μου, και προσπαθούσα να γειτνιάσω τις υφές τούτες ενδύοντας με το σώμα των λέξεων. Άρχισαν να εμφανίζονται πρόσωπα, ίχνη ζωών που ζούνε μια δική τους ανεξάρτητη ζωή. Τέσσερεις ενότητες κειμένων ήταν παρούσες. Κατά ένα περίεργο τρόπο άρχιζαν να σχηματίζουν ένα παζλ -κάτι υπήρχε, μια εικόνα που δεν μπορούσα να δω καθαρά. Όσο προχωρούσα ακολουθώντας αυτή τη συγκεκριμένη διαδικασία προσέγγισης, οικείωσης, καταγραφής, τόσο οι χαρακτήρες μιλούσαν για τις ζωές τους. Μιλούσαν ακατάπαυστα. Συνδέονταν, επίπεδα το ένα πάνω στο άλλο. Τέσσερα κεφάλαια. Μία ιστορία. Οι χαρακτήρες έγιναν όργανα που ανέπνεαν κάτω από την επιδερμίδα μου.




Όταν δύο χρόνια αργότερα, ξαναβρήκα την επαφή με τον κόσμο εκείνον που αποτέλεσε το πρώτο μου μυθιστόρημα, δυο-τρεις νύχτες ήταν αρκετές για την ολοκλήρωσή του -για το τέλος του τρίτου και τέταρτου κεφαλαίου. Τέλος. Έπειτα ξεκίνησε ο δρόμος απογαλακτισμού του, η ενηλικίωσή του και η ζωή του μακριά από τον δημιουργό του. Αυτή η περίοδος μέχρι και την έκδοσή του ήταν η πιο σκληρή. Ήμουν έτοιμος να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια. Μου ήταν αδύνατο να γίνω μάνατζερ του εαυτού μου. Να χτυπάω πόρτες, να παρακαλάω, να υπάρχω κατά έναν τρόπο που δε μου πηγαίνει, ένας ρόλος που δύσκολα παίζεται από μένα -πέραν του να γράφω δε θέλω κάτι άλλο. Ωστόσο έστειλα μερικά αντίτυπα, έκανα αυτές τις λιγοστές κινήσεις, έλαβα αρνήσεις. Είπα, δεν αξίζει -αλλά μάλλον δεν το εννοούσα, έστειλα το τελευταίο αντίτυπο που θα έστελνα μιας και το είχα αποφασίσει πως δεν αξίζει, όχι, ο χώρος του βιβλίου είναι κι αυτός σάπιος, το ταχυδρόμησα σε έναν σπουδαίο άνθρωπο που αξίζει, και έφυγα από την Ελλάδα. Μόλις γύρισα μου τηλεφώνησε -σύμπτωση. Μου ζήτησε αν θα του επέτρεπα να το προωθήσει. Και φυσικά! Το προώθησε, και από ό,τι υποψιάζομαι ο ρόλος του υπήρξε καταλυτικός στην έκδοση. Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. Πήρα δύναμη και αποφάσισα να το κυνηγήσω, να παλέψω γι' αυτό που δεν είναι απλώς δουλειά ή χόμπι μου, βίτσιο, ή φιλοδοξία. Είναι αναγκαιότητα. Όπως ο αέρας, το νερό, το σεξ -είναι η πιο βαθιά μου έκφραση. Γράφω εδώ στο blog αναζητώντας ανθρώπους με πάθος γι' αυτό που κάνουν. Να που βάζω την ελπίδα από το παράθυρο. Διαφορετικά ποιος ξέρει, ίσως να παρέμενα στην Κολομβία.

Εκείνοι, οι χαρακτήρες του βιβλίου, συνεχίζουν κάπου κει έξω να ζουν τη δική τους ζωή. Ποιός ξέρει…


γ. γεωργίου