Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

no belief in

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Κυριακή, Μαΐου 14, 2017

Ο Ρ και η Ι τής οδού Πριγκοζίν





«Με βεβαιότητα πάντως, ανάμεσα σε άπειρους θεωρητικά δρόμους, σε τούτον τον Κόσμο -ήταν ήδη γνωστό σε πολλούς- υπήρχε η οδός Πριγκοζίν¹. Εκεί όπου συνέπεσαν ο Ρ και η Ι κάποια παράξενη νύχτα, ή κάποια νύχτα όπως κάθε άλλη, ίσως να ήταν και μέρα, μια όμορφη μέρα, μια μέρα αδιάφορη, κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν συνέπεσε εκεί, κι αν υπήρχαν μάρτυρες περαστικοί θα έλεγαν πως δεν κατάλαβαν τίποτα, ή μόνο έναν σπινθήρα που είναι άγνωστο τι ενεργοποιεί, πως ήταν μια στιγμή απρόβλεπτη. Κάπως έτσι γνωρίστηκαν, έζησαν μαζί, κάπως έτσι ο θάνατος τούς κοίταξε ανοίγοντας το κουτί τής ζωής κι εκείνοι απόκτησαν μορφή. Στην οδό Πριγκοζίν.»

Στο εσώφυλλο τού βιβλίου αναγράφεται:
«Γιατί δεν υπήρξε ποτέ ιστορία πιο πραγματική από εκείνη τού Ρ και τής Ι»

Είναι ένα έργο καμωμένο από μια επιθυμία τεσσάρων διαστάσεων:

α. Ασφαλώς κι είναι λογοτέχνημα. Σκάβει και υφαίνει, ξηλώνει και αναδιπλώνει το σώμα τής γλώσσας, έως ότου ν’ αποκτήσει σώμα ικανό για ζωή μοναδική. 

β. Πυρακτώνει και διαλύει, διαχωρίζει, συνενώνει και ζυμώνει, διυλίζει και συμπυκνώνει τα υλικά του σ’ έναν ζωντανό μετασχηματισμό που το καθιστά ουσία αλχημική: παίρνει την ιδέα και τη μεταστοιχειώνει σε σάρκα. 

γ. Είναι όμως και μελέτη που αφορά στη σύγχρονη φυσική, μια διδακτορική διατριβή με θέμα:  
—Πόση άραγε είναι η τραχύτητα² τής αγάπης;— 
Η απόδειξη τής αγάπης ως υλικότητας και η μαθηματική της διάσταση.

δ. Κατά μία άλλη οπτική είναι ένα σπονδυλωτό μουσικό έργο με διάλειμμα. 
Κονσέρτο για πιάνο. 
Διάλειμμα. 
Κονσέρτο για βιολί. 
Adagio. 

_________
¹(Ilya Prigozhin) •Χημικός. •Πολύ περιληπτικά και πολύ άδικα για τον ίδιο και το έργο του: ένας από τους πλέον πρωτοποριακούς επιστήμονες τού 20ού αιώνα. Συνδέθηκε με το Χάος και τη θεωρία τής Πολυπλοκότητας. Η έρευνά του επικεντρώθηκε στη μελέτη των ανοιχτών, μη αντιστρέψιμων, θερμοδυναμικών συστημάτων που εκτυλίσσονται μακράν τής ισορροπίας, και μέσα από αστάθειες και διακλαδώσεις επιτρέπουν τη γέννηση νέων αυτοοργανωμένων μορφών, μια τάξη μέσα από το χάος. Επιχείρησε να επαναδιατυπώσει τους βασικούς νόμους τής φυσικής τοποθετώντας μέσα στα σπλάχνα της το βέλος τού χρόνου, που πεισματικά και με ιδιαίτερη τυφλότητα η επιστήμη, μέχρι τότε, στη θεώρησή της για τη φύση αρνιόταν να προσδώσει στον χρόνο τη σημασία που είχε στην εξέλιξη τής ζωής, μη κατανοώντας σε καμία περίπτωση τον ζωτικό, δημιουργικό του ρόλο.

²(Roughness, Surface roughness) •Τραχύτητα είναι η κατακόρυφη απόκλιση μιας επιφάνειας από την επιπεδότητα. •Θεμελιώδης έννοια στο έργο τού Μάντελμπροτ (Benoit Mandelbrot). •Mαθηματικός, ιδρυτής των μαθηματικών τής θεωρίας τού Χάους, της γεωμετρίας των μορφοκλασματικών συνόλων, γνωστών ως φράκταλς. •Φράκταλ είναι το γεωμετρικό σχήμα που επαναλαμβάνεται σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης. Διάσημο το «σύνολο Μάντελμπροτ», ένα μαθηματικό αντικείμενο το οποίο μιμείται τα ακανόνιστα σχήματα που συναντά κανείς στη φύση (πχ. ακτογραμμές,, σύννεφα, κεραυνοί). •Η τραχύτητα, έλεγε, είναι το ανεξέλεγκτο στοιχείο τής ζωής. •Η τραχύτητα (πχ η μη κανονική, η μη ομαλή ακτογραμμή ενός νησιού) ήταν ένα ζήτημα που ενοχλούσε τους επιστήμονες. Εκεί που αυτοί έβλεπαν αταξία, ο Μάντελμπροτ είδε μια τάξη μορφοκλασματική (φράκταλ), τάξη απόλυτα κανονική, με άπειρη πολυπλοκότητα.




απόσπασμα από το βιβλίο

11. ειδική θεωρία τής σωματικότητας


Ξύπνησε ο Ρ απότομα. Έπιασε με τα δάχτυλα τού ενός χεριού του τον λαιμό του, τον χάιδεψε και ένιωσε ανακουφισμένος. Το σκοτάδι τού δωματίου δεν τον βοηθούσε, και παρόλη την ανακούφιση που ο λαιμός ήταν εντάξει και το κεφάλι στη θέση του, ο οργανισμός του δεν ήταν ακόμα πεπεισμένος. Έδειχνε εντάξει ο Ρ, μα στον τζαμένιο τοίχο γινόταν ένα με το σκοτάδι, σαν να μην είχε σώμα, ή σαν το σώμα του να ήταν υφασμένο από σκιά. Κοίταζε τον τζαμένιο τοίχο για ώρα σαν να κοιτούσε το κενό, ανάλαφρος ένιωσε, και ξέχασε για μια στιγμή τη βαρύτητα. Μια σπίθα έτρεξε το σώμα τής βούλησης κι αισθάνθηκε να ξυπνάει για άλλη μια φορά, σαν να μην είχε ξυπνήσει για αιώνες, ή ακόμα και ποτέ του. Γύρισε πλάι και είδε την Ι, ξαπλωμένη, σχηματίζοντας με τα σεντόνια μια ανάγλυφη εμβριακή στάση. Ι… Ι, είδα όνειρο που με τάραξε… λιγάκι, ψιθύρισε. Εσύ μ’ ένα ξυράφι στο χέρι… δεν ξέρω τι προσπαθούσες να κάνεις… σε σταμάτησα… κάτι προσπαθούσες να κάνεις, να πεις… τι μου έλεγες; …Ι μου… κορίτσι μου… προθαλασσώνει τα δάχτυλά του στα κυματιστά μαλλιά της, έμπειρος πιλότος, τρυφερός γνώστης τής θαλάσσιας μορφοκλασματικής διάστασης, ν’ αναμειγνύεται με την επιφάνειά της και ν’ απαλύνει την τραχύτητά της. Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο ένιωθε την Ι τόσο υλική, ακόμα κι αν την έζωνε το σκοτάδι, ενώ ο ίδιος ένιωθε καμωμένος από σκέτο σκοτάδι, σαν να μην είχε μια στάλα σώμα, ή σαν το απειροελάχιστο σώμα του να ήταν υφασμένο από αμέτρητη σκιά. Άνοιξε κι άλλο τα μάτια του, κατέβαλε προσπάθεια να δει, και κάπως έτσι αισθάνθηκε για άλλη μια φορά να ξυπνάει. Τη φίλησε στον κρόταφο, ντύθηκε και βγήκε έξω, χωρίς να καταλάβει πώς, μπορεί και να κύλησε κάτω από την χαραμάδα τής πόρτας, μπορεί και να επέπλευσε στα κύματα μιας σκιάς που αυξάνεται με την παλίρροια τής νύχτας. Βρέθηκε έξω. 
Ο ουρανός πάνω από τις οικείες φυλακές των ανθρώπων, τις πολυόροφες, τις καγκελωμένες, τις τσιμενταρισμένες, τις λουξ, τις άχρωμες, τις πάντα μοντέρνες, μαυρισμένος από σύννεφα πεινασμένα, πρησμένα, σύννεφα που σκύβουν προς τα κάτω και κρέμονται ημιλιπόθυμα. Ο πνιγμένος ήλιος μάλλον τα μαστίγωνε να μετακινηθούν, να πάνε κάπου αλλού να πεθάνουν, ήταν άλλωστε γνωστός ως θεός -όχι ως φυσικό σώμα- για τις φωτεινές του απόψεις, την περιφρόνησή του στους αδύναμους, για την αδιαφορία του. Σ’ όλες τις θρησκείες τού αρχαίου κόσμου ο ήλιος συμβόλιζε τον μεγάλο θεό, και ποτέ μα ποτέ του ο ήλιος δεν τόλμησε να κάνει στάχτη τον θεό, τούτο το ανόητο σύμβολο, και να ξεπλύνει τ’ όνομά του. Φαίνεται θα του άρεσε τού ήλιου γιατί δεν άντεχε τίποτα λιγότερο από τη λάμψη, την ισχύ -εκτός κι αν δεν ήταν ήλιος μα σκιά τού ήλιου που κανείς δεν μπορεί να δει παρά μόνο εκείνη τη στιγμή που τον φωτίζει ο θάνατος. Στοιβαγμένα τα σύννεφα πού να πήγαιναν; όσα μπορούσαν μετακινήθηκαν μια ανάσα από τη μια, και τ’ άλλα μια ανάσα από την άλλη. Σαν να σχίστηκε ο ουρανός, μια οριζόντια κοψιά ανάμεσα από τα μπλαβιασμένα σύννεφα που γέμισε με άσπρο αίμα. Το φως δεν μπορούσε να λάμψει πάνω από τη λύπη τού καιρού. Κάτω από τη λύπη τού καιρού έλαμπε το φως ενός μπαρ. Ο Ρ κόλλησε στην πόρτα του, κάτω από το φανάρι, σαν κουνούπι, και ένιωσε μια δίψα γι’ αλκοόλ.
Ο Ρ μπήκε στο μπαρ αθόρυβα -λόγω φασαρίας; λόγω καλολαδομένης πόρτας; λόγω τής παράξενης νύχτας που επιτρέπει τα πάντα; λόγω της ροκεντρόλ; Μπήκε από την πόρτα σαν σκιά. Οι Unknown Passage βαρούσαν κι ο γιατρός σπάραζε, crying lonely nights⁠1, ντς, ντς, ντς, τρουουουμ, αααα αα ααα α.
Έκατσε στο μπαρ. Χαιρέτησε και ζήτησε ένα ποτό. Ο μπάρμαν δεν του έδωσε σημασία, και ίσως ποτέ να μην του έδωσε το ποτό του. Ο Ρ είναι πιθανό να μην του ξαναζήτησε ποτό, και πιο πιθανό ο μπάρμαν να μην του το έφερε ακόμα και στην περίπτωση που ο Ρ τού επανέλαβε την παραγγελία του, ξανά και ξανά, με πιθανότητα μάλιστα 79%. Απ’ ό,τι φαίνεται, 79 στις 100 φορές που θα πήγαινε ο Ρ στο μπαρ δεν θα έπινε, εκτός κι αν το φανταζόταν κάθε φορά κι έτσι ξεδιψούσε σε κάθε περίπτωση την παρόρμησή του γι’ αλκοόλ -μια ιδέα κι αυτό, αρκετά ισχυρή όπως κάθε γέννημα τού νου, αναγκαία ιδέα ώστε να μην νιώθεις μόνος, αναγκαίο ποτό για να νιώθεις σ’ ένα μπαρ 100% ζωντανός.
Δεν ήταν μόνος. Εκτός τού ιδιόμορφου μπάρμαν υπήρχαν δύο πελάτες στο μπαρ. Κάθονταν δίπλα από τον Ρ με ένα σκαμπό διαφορά, κάθονταν στα σκαμπό τα οποία χάνονταν σ’ ένα κιαροσκούρο που χώνευε το δάπεδο, τους τοίχους που έμοιαζαν να αιωρούνται, τους χώνευε μαζί με τα πόδια τους, τις πλάτες, κάποιο χέρι που και που. Μιλούσαν και έγερναν λίγο στο πλάι, κάποτε μπρος, πίσω και πάλι μία από τα ίδια, έμπαιναν στο φως και άλλαζαν σχήμα, πάντα ριζωμένοι στη σκιά. Τέσσερα κρεμαστά φωτιστικά σε σχήμα καμπάνας, φτειαγμένα από αλουμίνιο στο χρώμα τής άμμου πάνω από τη μπάρα, η μόνη πηγή φωτός. Και οι καύτρες των τσιγάρων, πυγολαμπίδες που τις ελκύει τόσο το αλκοόλ όσο και το ροκεντρόλ. Θα μπορούσε να ήταν και δάδες, κι αυτοί σε κάποια κατακόμβη ή σε μαυσωλείο, τοποθετημένοι σ’ ένα ψυχικό όριο που ο Ρ δεν μπορούσε ν’ απεικονίσει. 
Α: …Πέθανε ξέρεις
Β: Πέθανε;
Α: Μπορεί και όχι, αλλά σίγουρα θα πεθάνει.
Β: Πώς έγινε;
Α: Κανείς δεν το περίμενε να πεθάνει. Ακόμα κι αν δεν πέθανε ακόμα, κανείς δεν θα το περιμένει
Β: Κάποτε -δεν ξέρω αν σου έχω πει- ήπια μαζί του ένα ποτό. Εδώ, σ’ αυτό το μπαρ, κατά τύχη. Ήταν ένα όμορφο βράδυ σαν κι αυτό… 
Μιλούσαν δίπλα του οι δύο άντρες. Τους άκουγε χωρίς να θέλει, κι επειδή δεν ήθελε δεν τους παρακολουθούσε. Σκέφτηκε το ποτό του, το σήκωσε περισσότερο με το μυαλό του και λιγότερο με το χέρι του, και έβρεξε τα χείλη του, ύγρανε τη συνείδησή του. Κασάσα σε σωλήνα με ένα δάχτυλο χυμό ανανά. Με δύο δάχτυλα σε έχουν κλέψει και το κυριότερο σού έχουν στερήσει τη μανιέρα, εκείνη τη χαρακτηριστική, ιδανική, ποσότητα αλκοόλης που χρειάζεται το μυαλό για να είναι ικανοποιημένο. Αναμεμειγμένη συνείδηση, αραιωμένο εγώ, έλα και πιάσε τον στροβιλιζόμενο Κόσμο, όχι με τα μάτια, ούτε καν με τ’ αφτιά, πιάσε τον με τη ζωή σου, τώρα που τα όριά σου είναι ασαφή.
Release me from your wire / I’m the hang of your desire / Release me from your wire dagger moon⁠2… ο Φρεντ κι η Τούντι, κι ο Άντριου Λιούις, βαθαίνοντας τις σκιές τού μπαρ, σκάβοντας πηγάδια στις εξέδρες, αναπνέοντας πανκ.
Α: Όλοι καταλήγουμε στην κάσα.
Β: …Έπινε κασάσα. Έπινα… κάτι έπινα... 
Α: Κάσα την κάσα επιστρέφει σιγά σιγά η ζωή. Το τσιμέντο υποχωρεί.
Β: Μάλλον βαρελίσια μπίρα θα έπινα, όπως και τώρα…
Ο καθένας τραγουδάει το τραγούδι του, ανεβασμένος στον Κόσμο του, κλεισμένος στην εξέδρα τού νου του. Τι τους ενώνει πέρα από το αλκοόλ; πέρα από το ροκεντρόλ; πέρα από τον χρόνο που χάνεται; Μουσική συναυλία που ο καθένας παίζει μια άλλη μουσική φράση, ταυτοχρόνως, ακολουθώντας τις υποδείξεις τού μαέστρου που του αναλογεί ή εκείνου που μπορεί ν’ αντιληφθεί, ένας μαέστρος για τον καθένα, ο καθένας και το βιολί του -δεν είναι Ξενάκης, είναι δύο ξένοι, φίλοι που τα πίνουν μαζί και πεθαίνουν μονάχοι. Αυτά σκεφτόταν ο Ρ που άκουγε χωρίς να θέλει, που κι αν ήθελε δεν θα μπορούσε ν’ ακούσει. Αλλά σκεφτόταν —αν μπορούσε να σκεφτεί. Τον απασχολούσε κάτι άλλο που το αγνοούσε, του γλιστρούσε όπως γλιστράει μία υδάτινη αίσθηση. Συντονισμένος με τη βροχή έξω, έβρεχε και στην καρδιά του. 
A box for black Paul⁠3. Σαν παύση, ή σαν είσοδος σε κάποιον άλλον Κόσμο. Μόνο οι καύτρες των τσιγάρων ανάπνεαν. Ο μπάρμαν έβαλε δυο ή τρία σφηνάκια κάνοντας μια περίεργη μείξη με τιρκουάζ και αιματίτη. Το τιρκουάζ καταλάμβανε τα του σφηνοπότηρου από τη βάση του προς τα πάνω. Το υπόλοιπο το καταλάμβανε ο αιματίτης. Τι ποτό κι αυτό. Ο Ρ ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε κανένας συμβολισμός στο δημιούργημα τού μπάρμαν, πως ήταν ένα ιδιαίτερο ποτό, καμωμένο από σκόνες πετρωμάτων ή έστω από τις ιδέες τους αποσταγμένες κι αναμεμειγμένες με κάποιο υγρό. Ίσως το κίνητρο να ήταν μόνο η αισθητική, ένας πίνακας για τα διψασμένα, φιλότεχνα, λαρύγγια. Σέρβιρε τα σφηνάκα στον πάγκο. Ο πάγκος τού μπαρ ήταν φτειαγμένος από δενδριτικό αχάτη. Τα ποτήρια από καπνιστό κιτρίνη. Τα σκαμπό που δεν διακρίνονταν από το σκοτάδι, πλασμένα από οψιδιανό. Οι τοίχοι από αμαζονίτη. Η πόρτα πλασμένη από φεγγαρόπετρα με δάκρυα από νεφρίτη και πόμολο από μάτι τής τίγρης. Ένα στολίδι το μπαρ, κομψοτέχνημα ονειρικό, ένα σώμα από πετράδια όπου μπαίνεις μέσα του κι εκείνο σε χωνεύει στο σκοτάδι και στο φως του, στις μουσικές του… -ice cold needle that splits my every breath / another day another death⁠4- …στο παράξενο αλκοόλ του. Αναλύεσαι στα όργανά σου. Το στομάχι σου, η σπλήνα, το συκώτι, τα νεφρά σου, η καρδιά σου, τα πνευμόνια, τα έντερα, ο εγκέφαλος, το πάγκρεας, η χολυδόχος κύστη σου, ο λάρυγγας, η τραχεία, η ουροδόχος κύστη σου, οι ρινικές σου κοιλότητες, τ’ αρχίδια σου. Κι έπειτα επανασυντίθεσαι με τις ιδιότητες των λίθων που σε οδηγούν μέσα από το αλκοόλ, μέσα από τη μουσική τού ροκεντρόλ, να γίνεις κάτι πιο αληθινό από το πνεύμα, κάτι πιο οργανικό, όπως ένα τοπίο, μια οροσειρά κι ένα ηφαίστειο, που αν πέθανες μια φορά να μην πεθάνεις ποτέ ξανά, ένα βιολογικό σύστημα καλυμμένο με δέρμα πέτρας.
Ο Ρ σηκώθηκε από το σκαμπό του την ώρα που ο Τζον Κέιλ⁠5 ερμήνευε τη συνταρακτική διασκευή του όπου διασκευάζει την ξεσηκωτική αθάνατη καψούρα τού Έλβις σε καθηλωτική ένσαρκη πραγματικότητα.
Βγήκε απ’ το μπααααρ, περνώντας μέσα από την φεγγααρόοπορταααα, περίπου όπως είχε μπειιιι -άι κουντ ντάαααααιιιιιιιιιι…
Οι τσαλακωμένοι δρόμοι γέμιζαν τα βαθουλωματά τους με βροχή, βάραιναν, έκαναν τα πόδια να παραπαίουν σ’ έναν ζεϊμπέκικο χορό. Ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο, στη γωνία με την οδό Amor Fati, πλευρό με πλευρό, καθώς η βροχή κόβει, δυο άνθρωποι που ελκύονται θανάσιμα και συστρέφονται χωρίς σαφές σχήμα, κοιλιά με κοιλιά, βουβωνική χώρα με βουβωνική χώρα, συγχωνεύονται, γλώσσα με γλώσσα, δύο που δεν είναι πια δύο, και ζωντάνεψαν ως ένα.
Οι σκέψεις τού Ρ δεν εμφανίζονταν με ομαλή ροή. Πότε δυνάμωναν και πότε εξασθενούσαν, έπεφταν με τη βροχή και του μούσκευαν την καρδιά. Είτε είχε βουρκώσει είτε είχε γίνει παπί, είτε οι σκέψεις τον πέτυχαν με μια ριπή, έχασε τον δρόμο για το σπίτι, έστριψε εκεί που έπρεπε να πάει ευθεία, και λίγα λεπτά μετά έφτασε στο ίδιο σημείο, κάνοντας τον κύκλο τού τετραγώνου. Ο συγγραφέας Ε που τόλμησε να γράψει τη βιογραφία τού Ρ, κέντησε σ’ αυτό το σημείο την εξυπνάδα του, και συνέχισε αμέσως μετά το «κάνοντας τον κύκλο τού τετραγώνου»: τετραγωνίζοντας τον κύκλο τής ζωής του. 
Οι δρόμοι ήταν όλοι τους σπασμένοι, ακόμα και οι πιο κεντρικοί, ακόμα και οι πιο διάσημοι, σημαδεμένοι έτσι που αν τους έβλεπες από κάποιο ύψος σε παρέπεμπαν απευθείας στο φεγγάρι. Ίσως να ήταν κάτι παραπάνω από παραπομπή, ίσως να μην ταίριαζε καθόλου στη μνήμη, κάτι εξωφρενικά καινούργιο, έξω από την εμπειρία, λίγο λίγο, κομμάτι κομμάτι, δρόμο τον δρόμο, το φεγγάρι να εξαπλώνεται στη γη, φεγγάρι ενσαρκωμένο. Πιθανόν να μην ισχύει αυτό που λένε, πως το φεγγάρι μάς επηρεάζει από απόσταση, πως είναι ένα είδος απόμακρου ρυθμιστή, το πιο πιθανό να είναι αυτό το ξένο κομμάτι στα σπλάχνα μας που εμφανίζεται ως αφηρημένη ανησυχία, ως πλανητική έγνοια, ως αστρική ορμή, κομμάτι φεγγαριασμένο που γίνεται σιγά σιγά δρόμος, δρόμος που μένεις ή που τον διαβαίνεις, σπασμένος όπως κι εσύ, μ’ έναν κρατήρα για κεφάλι, μετουσιώνεσαι με το φεγγάρι, προσαρμόζεις το βήμα σου ενώ η γαλάζια του λάμψη δυναμώνει, ενώ κάνει μετάσταση σ’ όλον τον οργανισμό.
Στο ίδιο σημείο, στην ίδια γωνία με την οδό Amor Fati, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο, σχήμα χωρισμένο στα δυο που μάταια προσπαθεί να βρει ένα σημείο συγχώνευσης, πίσω από τη βροχή μία ασυνεχής μορφή ξαπλωμένη και μία άλλη γονατιστή, πασχίζοντας η γονατιστή να καταλάβει με το σώμα της όσο μεγαλύτερη επιφάνεια μπορούσε από την επιφάνεια τής ξαπλωμένης. Άνοιξε με δύναμη τα μάτια του ο Ρ, κι ας έμπαινε μέσα τους η βροχή, η γονατιστή μορφή έμοιαζε με θηλυκή και η ξαπλωμένη με αρσενική, έμοιαζε κάτι άσχημο να έχει συμβεί, έμοιαζε η θηλυκή να σπαράζει κάτω και πίσω από τη βροχή. Ο Ρ κοίταξε και έμεινε εκεί, να κοιτάει βουβός, φάντασμα θαρρείς, με διάπλατα μάτια που έμπαινε μέσα τους η βροχή και τον διαπερνούσε ως το τσιμέντο μ’ ελάχιστη τριβή την απορία του, ίσως και να ήταν μόνο τα δάκρυά του, ίσως ο καιρός να προερχόταν από τη διάθεσή του.
Θόρυβος ακούστηκε, θόρυβος που δυνάμωνε. Σειρήνα; Του ήρθε να φωνάξει στη θηλυκή φιγούρα, ίσως και να της φώναξε ο Ρ, σαν να ‘ταν κάποιος άλλος, σαν να ήταν ο ίδιος χωρίς εαυτό, σαν να την έβλεπε στα μάτια από απόσταση αναπνοής, σαν να την έβλεπε με μάτια σφαλιστά, λες και την ήξερε, λες και την ένιωθε με κάποιο τρόπο, εκείνα τα μάτια της που έβρεχαν το πρόσωπό του, σαν να έκλαιγαν γι’ αυτόν, κι ένιωσε σαν να βρισκόταν σε κάποιο επικίνδυνο όνειρο: έσκυψε η θηλυκή μορφή να φιλήσει την ξαπλωμένη φιγούρα και ένιωσε τα χείλη της στα χείλη του, την κοιτούσε από απόσταση, πίσω από τον φράχτη τής βροχής, και την άκουγε σαν να βρισκόταν μισή ανάσα κοντά του, να του ψιθυρίζει λόγια γεμάτα από ζωή, «ζεστά είναι ακόμα τα χείλη σου⁠6», ζεστά για την καρδιά του. 
Ξύπνα αγόρι μου. Γιατί δεν ξυπνάς;
Τουλούμι η βροχή. Έκαιγε όπως τα δάκρυα τού ερωτευμένου. Άναβε το τσιμέντο. Η νύχτα θερμαινόταν απ’ τον αχνό που ανέδιδε το πυρωμένο τσιμέντο κι άνοιγε το καβούκι της, τα πέταλά της, άνθιζε και μοσχοβολούσε φρέσκο κρέας.
Μη μ’ αφήσεις, της έλεγε ο Ρ, κι ας τους χώριζε η βροχή. Ποτέ δεν θα σ’ αφήσω, την άκουγε σαν να τους ένωνε η βροχή. Δεν μπορούσε να καταλάβει ο Ρ για ποιον λόγο μιλούσε στη θηλυκή φιγούρα, ούτε γιατί η θηλυκή φιγούρα έδειχνε να του απαντάει, δεν είχε καν τον χρόνο να μελετήσει το όλο ζήτημα -πώς κολλάει κι αν κολλάει η παρόρμηση να προφέρει προς εκείνη λόγια -τα οποία δεν μπορούσε με κανέναν νου σε κανένα σύμπαν να ελέγξει- έμοιαζε ακαταμάχητη, και άχρονη. Μη μ’ αφήνεις, φώναζε και φώναζε ο Ρ, λες και κανείς δεν μπορούσε να τον ακούσει, έτσι φώναζε, λες και ήταν στο διάστημα, ή σαν να τους χώριζε το διάστημα, το διάστημα που τους χώριζε, αυτά τα εικοσιοχτώ-τριανταδύο βήματα, ή το ένα μεγάλο βήμα, την ώρα που η θηλυκή φιγούρα μούγκριζε από πόνο, πάνω από την ασάλευτη αρσενική φιγούρα με το σφραγισμένο στόμα, τα σφραγισμένα μάτια, τα μουσκεμένα μαλλιά. Ποτέ δεν θα σ’ αφήσω, γιατί σ’ αγαπώ.

____________
1 Unknown Passage -crying lonely nights
2 Dead Moon -dagger moon
3 Nick Cave and The Bad Seeds -a box for black Paul
5 John Cale -heartbreak hotel
6 Από το έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», του Σαίξπηρ.


γ. γεωργίου


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016

Δάσος Αοκιγκαχάρα. The Sea Of Trees.


Το δάσος Αοκιγκαχάρα στους πρόποδες τού βουνού Φούτζι, στην Ιαπωνία, είναι το ιδανικό μέρος για να πεθάνει κανείς. Μια θάλασσα από δέντρα, γνωστό και ως το δάσος τής αυτοκτονίας —ένας από τους πιο δημοφιλείς τόπους για να φύγεις από αυτόν τον κόσμο μια και καλή. 
Ένας τόπος μαγικός, τρομαχτικός, κατοικημένος από φαντάσματα, δαίμονες και Κάμι, και όλες εκείνες τις ψυχές που εγκατέλειψαν με βία ή χωρίς, τα σώματά τους στα σπλάχνα τού δάσους. 
Χαρακτηριστικά τού Αοκιγκαχάρα που εντείνουν τη μυθολογική/παραφυσική του αύρα είναι η απουσία ζώων, η απουσία ήχων (ένα βουβό δάσος), η μη λειτουργία τηλεφωνικών συσκευών, GPS, πυξίδων.


Εκεί, ο Αμερικάνος Άρθουρ Μπρέναν θα πάει για να αυτοκτονήσει. Ο λόγος που επιλέγει να πεθάνει και μάλιστα στο Αοκιγκαχάρα ξεδιπλώνεται σιγά σιγά με φλάσμπακς, καθιστώντας αυτόν τον λόγο του όλο και πιο βαθύ, όλο και πιο εσωτερικό. Στο δάσος θα συναντήσει έναν Ιάπωνα ο οποίος έχει χαθεί και προσπαθεί να βρει την έξοδο -θέλει να ζήσει, όπως λέει, να επιστρέψει στην οικογένειά του. Ο Μπρέναν θα τον βοηθήσει κι από κει ξεκινάει ένας αγώνας επιβίωσης μιας και το να προσανατολιστείς στο Αοκιγκαχάρα είναι αδύνατο. 
Είναι ένα εσωτερικό ταξίδι στη μέσα θάλασσα, στα μέσα δάση, το ταξίδι που είτε πνίγει και κατατροπώνει, είτε περιβάλλει με γαλήνη και λυτρώνει. 
Είναι ένας τόπος Καθαρτηρίου, λέει ο Ιάπωνας συμπρωταγωνιστής στην ταινία.


Η ταινία χλευάστηκε στις Κάννες από κοινό (γιουχάρανε κατά την προβολή της) και κριτικούς. Οι δήθεν κριτικοί του Rotten Tomatoes την έθαψαν (βαθμολογήθηκε με 7% —την ίδια στιγμή δίνουν 90% στο καινούργιο Captain America, το οποίο αν αφαιρέσει κανείς τις σκηνές δράσης είναι ένα ανόητο φιλμ απ’ όπου η ιστορία απουσιάζει. Σημειώνω βαθμολογίες για να καταλάβει κανείς το πόσο γελοίοι είναι, ή απλώς κάνουν τη δουλειά τους… όχι του κριτικού αλλά του μπίζνεσμαν: The Fountain 51%, The Godfather ΙΙΙ 67%, The Thin Red Line 78%, ακόμα, το πρόσφατα βραβευμένο με όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, The Big Short, πιάνει ένα 88%. Τέτοια μπλοκμπάστερ όπως το Captain America πρέπει να πουλήσουν καθώς εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη ατζέντα διαμόρφωσης των μαζών/καταναλωτών σε όλο πιο άνευρα, ηλίθια, έντρομα, παθητικά όντα -η κοινωνία τού θεάματος στην υπηρεσία της ψυχο-ευγονικής- και οι κριτικοί ως οι καλύτεροι διαφημιστές πληρώνονται για την προώθησή τους). 
Στις Ηνωμένες Πολιτείες παίχτηκε σε έναν μόνον κινηματογράφο και δεν έκανε εισπράξεις πάνω από 3 χιλιάδες δολάρια (κόστισε 25 εκατομμύρια). 



Η ταινία μού άρεσε αρκετά. Θα τη βαθμολογούσα με ένα 89% αν έπρεπε να παίξω τον άχαρο ρόλο τού κριτικού που ασχολείται με νούμερα. 
Είδα μια ιδιαίτερα ανθρώπινη ιστορία όπου το μαγικό στοιχείο των βαθιών σχέσεων κυριαρχεί πάνω στον επιφανειακό πόνο τού πραγματικού. 
Βρίσκω θλιβερές τις αντιδράσεις κοινού και κριτικών. Ακόμα μία ένδειξη ότι μόνο το εφέ μετράει -το φαίνεσθαι, το fake- η κλισέ αφηγηματική φόρμα, η κίνηση προς τα έξω σε αντίθεση με τη μέσα κίνηση, η ευκολία τής κατανάλωσης σ' αντίθεση με τη δυσκολία τής παραγωγής (το να σκέφτεσαι σε έκταση, να αισθάνεσαι σε βάθος, να γίνεσαι, να είσαι), η απαίτηση μιας ψυχαγωγίας απ’ όπου η ψυχή είναι απούσα — σαν να τρως ένα γευστικότατο για τον ουρανίσκο -δηλητηριώδες για τον οργανισμό- τροποποιημένο μπέργκερ, σαν να γαμάς χωρίς αισθήματα, σαν να ζεις με τον πόθο των φρούτων στη χώρα των λωτοφάγων. 
Οι ζωντανοί νεκροί είναι η νέα μας προοπτική, χαραγμένη από τις σύγχρονες, political correct, σοφά κενές προς όφελός τους κοινωνίες μας. 
Η εύκολη λύση για τον καθένα μας είναι να αποφασίζει η κοινωνία για εκείνον, ο μπαμπάς, ο θεούλης, ο σούπερ ήρωας, οι κριτικοί —εκείνοι τέλος πάντων που λένε ότι κατέχουν τη γνώση/δύναμη και θέλουν να μας βοηθήσουν. Δεν γαμιούνται λέω ‘γω...
Ο Gus Van Sant σκάβει προς τα μέσα και μας προσφέρει το έργο με μια πνοή, σαν ένα κινηματογραφικό χάικου. 



γ. γεωργίου



Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2015

τι είδε ο Κατσούσικα Χόκουσαϊ (ιαπωνικό παραμύθι) -υπό έκδοση



Κατσούσικα Χόκουσαϊ, ο σπουδαίος Ιάπωνας χαράκτης, ιδιαίτερα γνωστός για το έργο του «μεγάλο κύμα έξω από την Κανάγκαβα»


-γνωστός επίσης για την εμμονή του να σχεδιάζει το βουνό Φούτζι.
Ο Κατσούσικα Χόκουσαϊ σ' ένα ιαπωνικό παραμύθι. Ένα παραμύθι γεννημένο από τα μάτια ενός Ιάπωνα, τα μάτια του. Κοίταξα μέσ' από τα μάτια του. Τόσο που έγινα εκείνος, ή εκείνος έγινε εγώ, ή και οι δυο χαθήκαμε κοιτώντας σε μια στιγμή μέσ' από τα δόντια ενός χαρακτικού του.
Από πάντα είχα μια έλξη για τα παραμύθια. Λέγοντας εδώ παραμύθια δεν εννοώ, όπως συνήθως, τις φιλοσοφίες εκατοντάδων ή και χιλιάδων ετών, ούτε τις ποιητικές εξάρσεις των κλισέ αισθημάτων. Λέγοντας παραμύθια εννοώ τα παραμύθια που τα παιδιά αγαπούν, εκείνα που συνήθως ξεκινούν με το μια φορά κι έναν καιρό, και φορές διαπερνούν τις μουμιοποιημένες -και για τους μοντέρνους, τσιμενταρισμένες- καρδιές των μεγάλων. Ένα τέτοιο παραμύθι ίσως είναι τούτο το βιβλίο, ένα βιβλίο που ίσως πάντα ήθελα να γράψω. 
Τι είδε ο Κατσούσικα Χόκουσαϊ;


Στο βιβλίο που ανεβάζω εδώ, έχω συμπεριλάβει κι ένα κείμενο που επιχειρεί να φανερώσει τη γεωγραφία τού συγκεκριμένου παραμυθιού, τη ζωντανή γη του. 


Το βιβλίο μπορεί κανείς να το κατεβάσει από διαβάσει εδώ
(για όσους το έχουν ήδη κατεβάσει ισχύει ό,τι και πριν: ο καθένας μπορεί να αντιγράψει και αναπαραγάγει ολόκληρο το βιβλίο ή μέρος του, και να το μοιράσει δωρεάν όπου επιθυμεί και αγαπά)


γ. γεωργίου   


Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014

η χρονιά του ποντικού (μυθιστόρημα)






...Αισθάνομαι τυχερός που έζησα ανάσα-ανάσα τη ζωή τόσων ζωών, και την έζησα τόσο σωματικά που δεν ξέρω πια ποιος είμαι, τι απέγινα. Σίγουρα όχι ο συγγραφέας. Μπορεί το χώμα, ίσως μόνο αυτό, το χώμα που μετά από πέντε περίπου χρόνια, χωνεύοντας όλες τούτες τις υπάρξεις στα σπλάχνα του, γέμισε αγριολούλουδα και δέντρα -υπάρξεις σαν: τη Ναστάσια, τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη, τον Αμαζόνα, τον Κόρμακ, τη μωβ κοιλάδα του Αλ Μπάχα, το πάρκο Λίαν, τον Κινέζο και το ρομπότ που γράφουν ιστορία, την Αλεξάντρα, το τείχος του Βερολίνου, τον Ρασκόλνικωφ το κατάνα, τους 89 εναπομείναντες Αμαχουάκα, τον ηγέτη της Μεγάλης Κυβέρνησης, το τραγούδι του Tom Waits, το μπουκάλι με τα γράμματα, τα ποτάμια, το τσίρκο, τα ολογράμματα, τον Απρρρ, τη θάλασσα… 



γ. γεωργίου

το βιβλίο εδώ




Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014

Χιβάρος







(ακατάλληλο για πολιτισμένους)



 πηγή wikimedia commons


Εικόνα 1.



Αμαζόνας. Στα μέσα τής δεύτερης χιλιετίας. Εκεί που το εκουαδόρ συνορεύει με το περού. Γη των χιβάρος. Οι λευκοί κατακτητές σφάζοντας και προχωρώντας στα σπλάχνα της ηπείρου, αναζητώντας χρυσό έφτασαν και στην εξαιρετικά πλούσια σε χρυσάφι περιοχή των χιβάρος. Οι χιβάρος αρχικά αποτραβήχτηκαν πιο μέσα στη ζούγκλα. Φιλήσυχος λαός, κατά βάση αγροτικός. Άνθρωποι ελεύθεροι μέσα στην καρδιά της γης, μεταξύ τους ίσοι, χωρίς βασιλιά και χωρίς θεό. Οι λευκοί κατακτητές όμως δεν καταλαβαίναν τίποτα έξω απ’ το χριστιανικό τους πνεύμα -τίποτα, εξαιτίας του. Στ’ όνομα του βασιλιά και του σταυρού, στον πόθο της κατασκευασμένης από τις αξίες ψυχής τους, όρμησαν στον χρυσό. Διόλου δεν νοιάζονταν για την καρδιά της ζούγκλας, το πνεύμα του αμαζόνα, την ανθρώπινη ύπαρξη που αποτελούσε από πάντα σάρκα και όργανο ενός γιγάντιου οργανισμού. Είχαν μάθει αλλιώς εκείνα τα πρώτα εκατό χρόνια -κι ακόμα βαστάνε τις ίδιες συνήθειες- να πετσοκόβουν, να κλέβουν, να βιάζουν, να εξουσιάζουν σκλάβους. Θέλανε χρυσάφι, θέλαν και ανθρώπους-σκυλιά. 1599. Οι χιβάρος επιτέθηκαν στους λευκούς κατακτητές και κατέσφαξαν 25.000. Τον διοικητή τον σκότωσαν ρίχνοντας μέσα στο στόμα του λειωμένο χρυσό. Τα κεφάλια των λευκών κατακτητών τα κάνανε μπρελόκ -το περιβόητο τσάντσα. Για τους χιβάρος η φροντίδα του κεφαλιού αποτελούσε μια μορφή εξαγνισμού από τον φόνο. Για τους λευκούς κατακτητές που δεν καταλάβαιναν τίποτα ήταν μια πράξη αποκρουστική, ένα φρικτό τρόπαιο. Από τότε και για αιώνες κανείς δεν τόλμησε να τους ενοχλήσει, οι θρύλοι οργίαζαν, και μόνο στο άκουσμα του ονόματός τους -χιβάρος- τρέμανε. Μέχρι τις δικές μας μοντέρνες εποχές…



Εικόνα 2.

αιώνια επιστροφή I

1599.
Λένε οι ποιητές πως τις νύχτες πέφτει σιγή. Κι έτσι θα ‘ναι, όπως στο πόκερ το φουλ χάους κερδίζει το φλας. Πρώτα αποδέχεσαι τους κανόνες κι έπειτα παίζεις σιγή -είναι μόνο ένα παιχνίδι. Η πραγματικότητα χάνεται σαν όνειρο, το πρωί σαν ξυπνάς. Κι εδώ που κοιτάω βράδυ είναι, και νύχτα τρομερή, πραγματικότητα που μπορείς να την ονειρεύεσαι και πάλι πιο αληθινή να φέγγει μες στα σπλάχνα της, σκηνές να φανερώνει. Το μάτι που σχίζεται απ’ το ξυράφι τι όραση μας ταΐζει; Όπως και νά ‘χει πρώτα ακούς κι έπειτα βλέπεις, αν είσαι τυχερός, αν αντέχεις -σιγή δεν υπάρχει έξω από τη λεπτεπίλεπτη ψυχή του ποιητή, νύχτα είναι, και άγριο δάσος πάντα, κάτι σαν τον αμαζόνα, ή μπορεί και να είναι κάθε φορά ο αμαζόνας, σε κάθε περίπτωση αυτός, αμαζόνας που σαλεύει πίσω από το δέρμα, ποτίζει τα νεύρα, κι αυτά τουμπανιάζουν, γίνονται ρίζες. Και τα δάση έρχονται αδιάκοπα. Τρομερά είναι. Ταΐζονται με σάρκα αμαζόνα. Με βουητά. Με σουρσίματα. Με ομιλίες ακαταλαβίστικες. Κλιματσίδες μέσα από το υγρό φυλλόχωμα, ντυμένα δάση, δέρματα που κρύβουν μια ασύλληπτη ζωή. Κύκλος αέναος. Στιγμές που μπορείς να αισθανθείς τον χτύπο μιας γιγάντιας καρδιάς: νε ρό - νε ρό. Στα βουνά, μέσα από τα βράχια, κάτω από τη γη, στην πέτρα και στο σώμα, γιατί είναι παντού, σε κάθε αλήθεια, ακόμα κι αν η αλήθεια αυτή δεν αφορά στην πραγματικότητα, παραπόταμοι λιγνοί σαν νήματα, φίδια που φτειάχνουνε φωλιές στις πιο σκοτεινές τρύπες.  Κυλάει το νερό. Μάτια κούφια, κόγχες θαλασσοδαρμένες ή μάτια με καταρράκτη. Νερά που γκρεμίζονται κι αφρίζουν μανιασμένα. Νερό παντού. Και στην ψυχή. Μέσα στον λαβύρινθο η ίδια του η άκρη, ρέει, πραγματικότητα που δεν πιάνεται μα διαβάζεται σαν χάρτης. Ακούς; Δικαιολογία δεν υπάρχει, κι αν δεν ακούς, αν δεν βλέπεις, έχεις σώμα που καταλαβαίνει. Η πραγματικότητα ανήκει στον αμαζόνα. Τροφοδότης θεός για τους άγριους, διάβολος για τους πολιτισμένους (el diablo ψιθύριζαν οι κονκισταδόρες, σαλοί και έντρομοι, χαμένοι μες στη νύχτα). Αυτή η ζωή της νύχτας, ο θόρυβος, ο θάνατος. Αλλά σιγή; 

Δεν άκουγες τίποτα. Έτρεχες σπάζοντας κλαδιά και θρυμματίζοντας φύλλα. Τα αμέτρητα πράσινα, σκούρες κηλίδες που αγκαλιάζουν το δέρμα του δάσους, κι ανάμεσα ρωγμές, φως και ανάσα, τόση ομορφιά που σβήνει σαν λαχανιασμένο σώμα, καίνε τα πνευμόνια, τρέχεις να ξεφύγεις από τον θάνατο μα η παραφωνία του σώματός σου τον κάνει θαρρείς πιο γρήγορο μέσα σε τόση ομορφιά γίνεσαι αναπόφευκτα ο στόχος -τί είδους ομορφιά; ίχνος της δεν πιάνεις σαν παίζεται η ζωή σου, το κεφάλι σου. Γαμώ το κεφάλι μου -αντιλαλεί στο ηλίθιο κεφάλι σου, τόσο μέσα, τόσο πέρα, αιώνες μακριά, τι γύρευες; Δεν βλέπεις και δεν ακούς. Ούτε την ανάσα σου δεν μπορούσες να ακούσεις που κόντευε να σπάσει. Ο θεός σου μόνο μία λέξη -μία λέξη που μετράει λεπτά ή μάλλον δευτερόλεπτα. Ένα, δύο, τρία -σφύριξαν περισσότερα, φύλλα που κι αν λυγίζουν σχίζονται απότομα- τα βέλη στο κορμί σου, έμπαιναν, σάρκα ιδρωμένη, βουτηγμένη σ’ ένα ωμό παρελθόν, ποτισμένη με το μεδούλι του δάσους. Λουλούδια άγρια, ανέγγιχτα, λουλούδια που μεταστοιχειώνουν την ομορφιά σε θάνατο. Έτρεχες και λίγο μετά πήγαινες παραπατώντας. Έτρεχαν ξοπίσω σου σαν γεράκια -γοργά πόδια και πολύχρωμα φτερά. Το αίμα σου μπαρούτι. Βήμα βραδύ και δεν είσαι σ’ εφιάλτη. Είσαι τότε που θέλεις δεν θέλεις, μπορείς δεν μπορείς, καί ακούς καί βλέπεις, μια ξαφνική όξυνση των αισθήσεων που δεν σε βοηθάει να επιβιώσεις, έχεις ξεχάσει να νιώθεις ζωντανός, και τώρα θα πεθάνεις, οι αισθήσεις σου το ξέρουν, είναι εκεί αλλά αδυνατούν να κάνουν το οτιδήποτε, εκφυλισμένες, απλές μάρτυρες του τέλους. Πριν το δηλητήριο κολυμπήσει στην καρδιά σου, είδες: τα κεφάλια τους σκεπασμένα με φτερά, μικροκαμωμένα χέρια με φυσοκάλαμα και βέλη, πόδια αναπάντεχα ανθρώπινα, κορμιά σκανδαλωδώς γυμνά, κάποιος σε γράπωσε απ’ τα μαλλιά -είδες το χαμόγελό του. Ακτινωτές φλόγες ξεχύθηκαν χείμαρος, σμήνος χρωμάτων και σκιάστηκαν τα σχήματα, έμπαινε το φως, θαρρείς κι ένα πινέλο βουτούσε τη μύτη του στο δάσος κι έπειτα ζωγράφιζε μ’ αυτήν τα γυμνά σώματα, χειρονομίες θαρραλέες, η πρησμένη σελήνη ξεκοιλιαζόταν μέσα στο δάσος, τότε που η όρασή σου πνιγόταν από την αγωνία, την ώρα κείνη που το δηλητήριο θα διαπερνούσε εύκολα τη σκληρή σου καρδιά, για πάντα -το χαμόγελό του τρυπούσε το δέρμα σου, τελείωνες μ’ ένα χαμόγελο αληθινό, γιγάντιο για έναν τόσο μικροκαμωμένο άνθρωπο, δεν ήσουν σίγουρος και τώρα είσαι: άνθρωπος είναι, κι αυτό σε τρομάζει περισσότερο -η στιγμή του τέλους σου είναι η στιγμή που η πλάνη χάνεται, όλη η ζωή σου.

Ο κύριος και σωτήρας σου την είχε κάνει όπως κάθε φορά, σε κάθε τελευταία ανάσα, πάντα απών. Τον θυμήθηκες μόνο τότε. Κι όταν πεθάνεις παύεις να θυμάσαι. Θυμάμαι. Δεν ήσουν τυχοδιώκτης, έτσι έλεγες τότε, σαν σάλπαρε το πλοίο με τους ευρωπαίους φονιάδες, δήλωνες χριστιανός, πιστός του θεού και του βασιλιά, θεματοφύλακας του λευκού σου πολιτισμού, ένας άξιος διαφωτιστής και πρωτοπόρος. Είχες γυναίκα και δυο παιδιά. Δεν το ξέρεις μιας και είσαι νεκρός μα τα παιδιά σου σε είχαν εικόνισμα, πρότυπο, θεμέλιο της ζωής τους. Και τα παιδιά των παιδιών σου επίσης, και τα παιδιά των παιδιών των παιδιών σου, και κάθε παιδί κάθε παιδιού των παιδιών σου -η αιώνια πίστη του αίματος, της φυλής η αιώνια ανοησία που γίνεται αξίες, παράδοση, πνεύμα. Ποτέ τους δεν σκέφτηκαν, γιατί δεν μπορούσαν να σκεφτούν. Κανείς δεν σκέφτεται, δεν υπάρχει «εγώ σκέπτομαι», γιατί δεν υπάρχει σκέψη ελεύθερη από τους γονείς της -δεν υπάρχει καν εγώ. Η σκέψη είναι η αναπαραγωγή -σε κάποιο βαθμό- της κοινωνίας, των ψεύτικων δομών της ένας μηχανισμός για να τραβάει η κοινωνία μπρος -οι αφεντάδες της πότε να διατηρείται κι άλλοτε να διογκώνεται καταπίνοντας λαούς, χέζοντάς τους σκλάβους. Γρανάζια και ρουλεμάν, καζάνια, βαλβίδες και θερμοστάτες, λωρίδα παραγωγής η σκέψη κι η ψυχή ο πίνακας ελέγχου: πότε αργά κι άλλοτε γρήγορα, η τυποποίηση δεν πρόκειται να σταματήσει. Σώματα κάποτε ζωντανά που μπήκαν σε κονσέρβες, νεκρά -ψιλοκομμένα ή σε χυμό. Παραδοσιακή η συνταγή με σεβασμό στον καταναλωτή -πουθενά αλλού. Η σκέψη που προσπαθεί να ικανοποιήσει ένα νεκρό σώμα. Σκέψη η νεκρόφιλη.

Ήταν ωραία κάποτε, τότε που έκανες ό,τι ήθελες, είχες όλη τη δύναμη και την ευλογία, αλλά το χρυσάφι κι η κερδισμένη με βύσμα θέση στον παράδεισο δεν αρκούσαν ώστε να μη νιώσεις βαρεμάρα. Αυτό που σ’ έτρωγε. Αυτό που ήσουν κι όχι αυτό που ο βασιλιάς-πατέρας και η μητέρα-εκκλησία φορούσαν στην ψυχή σου μιας κι οι μπίζνες πήγαιναν εξαιρετικά καλά -άστραφτες από δόξα και τιμή, ήρωας, χριστιανός και πατριώτης. Σ’ έτρωγε η βρομερή αλήθεια σου, τα σπλάχνα σου, κι εδώ, στην πιο αγνή γη τού τότε κόσμου μπόρεσες να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Ανακάλυψες όλες τις διαστροφές σου, εφεύρες καινούργια γούστα. Κρίμα που δεν θυμάσαι. Κανείς πια δεν θυμάται. Τότε που δοκίμαζες τις λεπίδες σου κατά πόσο κόβουν πάνω στις σάρκες των παιδιών. Τότε που έκοβες ένα χέρι ή ένα πόδι τους στοχαζόμενος αν άραγε οι κραυγές τους είναι ανθρώπινες. Τότε που διασκέδαζες την τρέλα σου βάζοντας στοιχήματα με τους άλλους γλεντζέδες -ελευθέρωνες δήθεν μερικούς αιχμαλώτους για ν’ αμολήσεις αμέσως μετά τα σκυλιά σου τα οποία κάθε φορά προλάβαιναν και κατασπάρασαν το θήραμά τους. Τότε που έπαιρνες βρέφη βυζανιάρικα, έσπαγες τα κόκκαλά τους και τα πετούσες στο νερό γελώντας με απαίσια σχόλια που μόνο η φυλή σου έβρισκε αστεία και τα οποία δεν μπορώ καν να προφέρω. Η φυλή σου ακόμα τα βρίσκει αστεία. Μην σε ξεγελά η αιώνια πρόοδος. Απ’ τις λέξεις στις πράξεις μεσολαβεί μια συγκυρία που όλα δήθεν τα δικαιολογεί στο όνομα κάποιας αξίας. Αναπηδάει ο χρόνος στη ρουλέτα του πολιτισμού, πότε συγκαλύπτει κι άλλοτε γκρεμίζει αποστάσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι που χωράνε σε μια χούφτα ανεκδότων, όπως κάποτε στα τρένα, θα είναι οι πρώτοι που θα μπούνε στις κάσες. Έχουμε ό,τι θες -πάντα θα έχουμε- γυναίκες, νάνους, μαύρους, τσιγγάνους… κάτι λίγους ινδιάνους. Η ψυχή σου να ορέγεται! Το πνεύμα και πάλι θα επιβληθεί τσακίζοντας τη σάρκα. Η παράδοση είναι παράδοση, το λένε κι οι παπάδες σε κάθε εποχή, οι αξίες πρέπει να διατηρούνται, μ’ αυτές άλλωστε κατάφεραν οι απόγονοί σου όσα κατάφεραν. Έτσι δεν είναι; Αίμα κι ατιμία, χρυσή ευκαιρία. 

Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Κάτι θα θυμάσαι, δεν μπορεί, ένα αποτύπωμα, μία ουλή, σαν κακό όνειρο τόσο πραγματικό που σε ρούφηξε στον άλλο κόσμο τού τίποτα. Μα μην τρελαίνεσαι, κι εδώ κι εκεί τίποτα, αυτό που συνδέει όλους τους κόσμους. Ένα τίποτα που πότε παίρνει μορφή κι άλλοτε τη χάνει. Μισή χιλιετία μετά τί άλλαξε στην αντίληψη του ανθρώπου; Ακόμα η εκκλησία στο πηδάλιο, ακόμα τύραννοι και φεουδάρχες, ακόμα χαραμοφάηδες βασιλιάδες -φαντάσου!- κι ο λαός το ίδιο ηλίθιος, πάντα περήφανος κι εξαρτημένος μπούλης. Πότε χριστιανός, πότε ναζί, πότε επιχειρηματίας, πότε μαφιόζος, πότε πρωθυπουργός, αρκεί να δηλώνεις πατριώτης, σωτήρας και απελευθερωτής, ξέρεις εσύ, οι χορδές του λαού π’ αγγίζονται τόσο εύκολα, χωρίς καν χέρια ή δάχτυλα, χορδές που οι ιδέες τίς κάνουν να παίζουν συμφωνίες. 

Ώσπου η μέρα πέρασε και ήρθε η νύχτα. Έτσι είναι η νύχτα. Έρχεται απότομα καταπίνοντας τα ποιήματα, αυτήν τη φτειαχτή λεπτότητα, τη σιωπή. Παίζει τη μουσική της, ουρλιάζει η νύχτα, μελωδίες του πεινασμένου χώματος. Στον αμαζόνα είσαι, και τη νύχτα να τη σέβεσαι, δεν πρέπει να κοιμάσαι. Τσιτωμένα σχοινιά, σαν να πέφτεις στη σκοτεινή θάλασσα από πολύ ψηλά, οι τένοντές σου σε τραβούσαν έξω από το όνειρο. Ξύπνησες απότομα. Κραυγές, κοψιές που σφύριζαν στον αέρα και κούρντιζαν τα νεύρα -τι παιζόταν; Συνήθως οι κραυγές σε νανούριζαν γλυκά τα βράδια κι ακόμα πιο γλυκά τα μεσημέρια, κραυγές γυναικών, κραυγές παιδιών, πάντα οι κραυγές των ιθαγενών, συνήχηση των σφαγιασμένων. Μα τι ‘ναι τούτο το φάλτσο απόψε; τίνος η φαλτσέτα κόβει απόψε; Αυτές οι κραυγές είναι λευκές, σημάδι πως κάτι πάει στραβά, πως μάλλον παίζεται ο κώλος σου, δηλαδή το κεφάλι σου, κι ας φαντάζει αδύνατο στο αδίστακτο μυαλό σου. Δεν γίνεται τα σκυλιά σου μια νύχτα να σου επιτεθούν και να σε κατασπαράξουν. Μουρμούριζες, για να μην πεθάνεις απ’ τον τρόμο. Θα χρειαζόταν να σφάξεις μερικούς ερυθρόδερμους ώστε να καταλαγιάσει η οργή σου, όμως εκείνη τη νύχτα η οργή δεν ήταν με το μέρος σου. Σκυλιά, μουρμούριζες, ένας άρρωστος λευκός στην ξεκάθαρη πια νύχτα. Χεσμένος, έτσι έμπαινες στο καλογυαλισμένο σερβίτσιο του δάσους. Όλα όσα άξιζες. Θρασύδειλε. Λίγο πριν, είδες απ’ το παράθυρο και είδες ακέφαλα κουφάρια στο κομμένο ασήμι της σελήνης λίγο πριν ταραχτείς ξαφνιάστηκες -σαν να σου λεν πως θεός δεν υπάρχει. Σκύλος να τρώει τον αφέντη; Μπήκες τρέχοντας στη ζούγκλα ελπίζοντας πως θεός υπάρχει. Θεός δεν υπάρχει, μόνο αμαζόνας υπαρχει, κι αμέτρητες εκπλήξεις -οι μικροκαμωμένοι αγρότες που δεν υπήρξαν σκυλιά κανενός, ποτέ. Οι «κεφαλοκυνηγοί χιβάρος». Οι μόνοι ελεύθεροι να ζουν όπως αυτοί θέλουν, έξω από τον πολιτισμό, την πρόοδο, γιατί ποτέ τους δεν έμαθαν να κοροϊδεύουν τη ζωή -να τι παθαίνει κανείς αν δεν μορφοποιείται από τη δική σου κοινωνία, αν δεν έχει παιδεία… Αμυνόμενοι στη βία με βία, ξεδόντιασαν τους κατακτητικούς στρατούς δύο ανθρωποφάγων αυτοκρατοριών. Τσάντσα λοιπόν οι θρυλικοί ίνκας, τσάντσα κι οι διεστραμμένοι χριστιανοί.




Εικόνα 3.

ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Έκαναν και έργα τέχνης. Μη μου πεις πως σοκάρεσαι. Δεν μπορείς να λες πως σοκάρεσαι -εσύ που έσφαζες για πλάκα γυναικόπαιδα. Ούτε οι απογονοί σου μπορούν να υποκρίνονται ένα ευαίσθητο στομάχι -εκείνοι φτάσαν σε σημείο να ψήνουν ανθρώπους σε φούρνους. Όσα φρικτά δημιουργήσατε κι όσα δημιουργείτε, πηγάζουν από μια διεστραμμένη ανάγκη που απολαμβάνει τη γνώση ότι ο πόνος των άλλων είναι ανείπωτος, ο πόνος εκείνων που πάντα βρίσκονται αμυνόμενοι -κι ακόμα καλύτερα ανήμποροι- οι σάρκες τους που πάντα λιγοστεύουν. Οι χιβάρος εμπόδισαν τα όνειρά σας αφήνοντας ακόρεστες τις επιθυμίες σας. Γι’ αυτό ό,τι λέτε γι’ αυτούς δεν έχει καμία σημασία -ποτέ ένα άδειο στομάχι δεν υπήρξε ικανό να κάνει ψύχραιμες εκτιμήσεις, πόσω μάλλον μια νηστική, ανικανοποίητη ψυχή. Οι χιβάρος είναι αυτό που εσείς δεν είστε. Και αληθινοί, και ελεύθεροι, και γενναίοι, και περήφανοι, και φυσικοί. Κι αν δουλεύαν με υλικό τους το ανθρώπινο κεφάλι πάλι έργα τέχνης λέγονται -οι απόγονοί σου το λένε χωρίς να το λένε, στα μουσεία τους τα φυλάνε, τσάντσα σε βιτρίνες, χρήμα κονομάνε. Και σίγουρα δεν είναι περισσότερο βίαια από τα πορτρέτα του φράνσις μπέικον ή τα χαρακτικά του γκόγια. Αυτό που τρομάζει είναι η προέλευση του έργου τέχνης. Δεν είναι η μέριμνα αλλά μια φρικτή απειλή. 

Κι αν δεν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, ούτε χριστός, τυχερέ, να βασανίζεσαι αιώνες στα καζάνια του μεφιστοφελή -που δεν υπάρχει γι’ αυτό έπραττες όσα έπραττες, αφού ήξερες, μα τά ‘λεγες για να τ’ ακούνε οι άλλοι, να ελέγχεις, να εξυψώνεσαι, να φορτώνεις τις κασέλες με χρυσό κι αν δεν υπάρχει τίποτα, δεν μπορώ να παραβλέψω το χιούμορ της ύπαρξης τώρα που σε κοιτώ. Η αξία της ζωής σου όσο η αξία μίας μολυσμένης κουράδας σε υδραγωγείο, ή -λιγότερο ποιητικά- μιας ανεξέλεγκτης επιδημίας -λευκοί με μαύρα σπλάχνα, χαλασμένα- και τώρα νεκρός ν’ αξίζεις ποιος ξέρει, ίσως περισσότερο από χρυσάφι, περισσότερο ίσως κι από έναν γκόγια. Βλέπεις; Πως να δεις! Δώσε μου το χέρι σου. Πιάνεις; Νά το κεφάλι σου. Αυθεντικό κομμάτι. Σπάνιο. 




Εικόνα 4.

αιώνια επιστροφή II

Κανείς δεν τόλμησε να ενοχλήσει τους χιβάρος για αιώνες, μέχρι που φτάσαμε στις μοντέρνες εποχές μας, μερικές δεκαετίες τώρα, μοντέρνες μόνο και μόνο επειδή ξεριζώνουν τα πάντα από τις ρίζες -ακόμα κι αν αναπνέουν οι ρίζες κι αν ανεβάζουν χυμούς- μόνο επειδή δουλεύουν καλά το δρεπάνι, επειδή εξελίσσουν το δρεπάνι, επειδή το δρεπάνι πρέπει να εξελίσσεται ένα μοντέρνο δρεπάνι δεν πρέπει να κόβει μόνο αλλά και να ξεριζώνει. Πανίσχυρες εταιρείες φαρμάκων, σπόρων, καλλυντικών, μισθοφόροι βιοπειρατές που κλέβουν φύση πατεντάροντάς την προς δικό τους όφελος και σε βάρος φυσικά των ιθαγενών- οι πιο επιτυχημένες και γι’ αυτό σεβαστές στις κοινωνίες τους εταιρείες, πέρα από τη βιοπειρατεία, δεν έβγαλαν ποτέ από το μυαλό τους το χρυσάφι που οι λατρεμένοι τους πρόγονοι δεν κατάφεραν ν’ αρπάξουν τότε- άγια ευκαιρία- κάτω από την καθοδήγηση του σταυρού. Υλοτομία, εξόρυξη χρυσού, μετάλλων και πετρελαίου. Εταιρείες με τη σέσουλα. Εταιρείες και στρατός. Τα τέρατα που καταβροχθίζουν ανθρώπους και λαούς για να ικανοποιήσουν την κοιλιά τους έχουν βάλει στο μάτι τους την καρδιά της γης, να φάνε τον αμαζόνα και στη θέση του να χύσουνε τσιμέντο, να φτειάξουνε τον τάρταρο και στα βάθη του να θάψουν τους γιους της γης για πάντα. Οι πεφωτισμένοι από το σύγχρονο πνεύμα δίες έρχονται για να κυριαρχήσουν. Κανείς δεν θα τους σταματήσει. Κανείς δεν νοιάζεται. Οι λαοί γονατίζουνε στους δίες. Μέχρι και κάποιοι χιβάρος έχουν βγει από τη ζούγκλα, ζούνε μια ανάσα από τα μεταλλεία, υπάλληλοι των εταιρειών, πουλάν τη γη τους για μια τηλεόραση, ένα αμάξi -καθρεφτάκια της προόδου. Πουλάν και την αλήθεια τους που είναι ζωή πραγματική, για μια καλύτερη δήθεν ζωή, που καταλήγει να σβήνει γρήγορα γι’ αυτούς και τα παιδιά τους, μέσα στη φρίκη ενός γιγάντιου ποταμού στου οποίου τις φλέβες τρέχει πια δηλητήριο, του νέσσου το αίμα. 

Χωρίς γη δεν είμαι σούαρ, λένε οι σούαρ χιβάρος. Εκείνοι που ακόμα ζουν μέσα στη ζούγκλα, οι τελευταίοι φύλακες της γήινης καρδιάς, οι τελευταίοι ελεύθεροι άνθρωποι, έχουν αποφασίσει για τη ζωή τους: θα πεθάνουν πολεμώντας για τον αμαζόνα. Έλα που ο πόλεμος εκεί δεν γίνεται πια με το σπαθί και τη σφαίρα. Οι εταιρείες έχουν αποφασίσει ήδη για τη ζωή των χιβάρος κάτι πιο ταιριαστό στον πολιτισμό, κάτι πιο διεστραμμένο, γιατί εμφανίζεται με χέρια καθαρά, κάτι που στερεί στους χιβάρος το σώμα, να πολεμήσουν σώμα με σώμα και να πεθάνουν γενναία ως ελεύθεροι, να πεθάνουν ως οι μόνοι ελεύθεροι. Βρόμικα μυαλά, οι εταιρείες αποφάσισαν και τα κράτη συναίνεσαν: οι χιβάρος θα πεθάνουν εγκλωβισμένοι σ’ έναν μολυσμένο αμαζόνα. 






Εικόνα 5.

ξυπόλυτες σκέψεις σε φυλλόχωμα (κολλάζ)

•Οι σύγχρονοι ηγέτες αντιμετωπίζουν τους λαούς τους όπως οι λατρεμένοι πρόγονοί τους τούς ιθαγενείς. Σου δίνουν και ένα κομμάτι δημοκρατίας όπως κάποτε τα καθρεφτάκια -αυτό που σου λείπει- πάρε να παίζεις και δώσε μας ό,τι είναι κάθε φορά πολύτιμο, τον χρυσό σου, τη συνείδησή σου, τον ιδρώτα σου, την ελευθερία σου. Πάρε μια ιδέα και δώσε σάρκα. Η ανάπτυξη θέλει σάρκες αμέτρητες για να τραβήξει μπρος. Και θέλει και την πίστη στο γενικό καλό, το καλό των παιδιών, για το μέλλον πάντα, αφού στο παρόν είσαι μια σάρκα που λιγοστεύει, που ποιος το αντέχει για τον εαυτό του, μια αδιάκοπη θυσία του ισαάκ που δεν αναστέλλεται, ένα κεφάλι που παίζεται για ένα καπρίτσιο, για μια φωνή ασώματη που δίνει εντολές, μια φωνή σαδιστική, για μια ιδέα. 

•Οι απόγονοι των ναζί, οι απόγονοι εκείνων που ήταν απόγονοι του λευκού κατακτητή, επέστρεψαν, όχι για να φάνε την ευρώπη -αγαπημένο τους έδεσμα. Όχι για τη ρωσία που κείνον τον χειμώνα τσάκισε τους πατεράδες τους (τους βιολογικούς είτε πνευματικούς τους πατέρες). Δεν είναι η διαστροφή που βρίσκει διέξοδο στις σάρκες που εξουσιάζει. Δεν είναι η χλιδάτη ζωή ενός μαφιόζου που δοξάζεται. Ο στόχος τους είναι οι χιβάρος. Όλο το μίσος του μοντέρνου φασίστα είναι γιατί κάπου υπάρχουν ακόμα οι ελεύθεροι χιβάρος.

•Αν εκλείψουν οι μέλισσες θα τελειώσει ο κόσμος -θα τελειώσει αν εκλείψουν κι οι χιβάρος. Οι μέλισσες και οι χιβάρος -οι δυο τους, που απ’ τη σκοπιά της φύσης είναι το ίδιο. 


γ. γεωργίου



_____
σύνδεσμοι


• η εγκληματική εταιρεία που έχει μετατρέψει μέρος του αμαζόνα σε χωματερή τοξικών αποβλήτων
http://chevrontoxico.com/news-and-multimedia/2012/0208-the-true-story-of-chevrons-ecuador-disaster   

• με τον domingo ankuash, ηγέτη των σούαρ χιβάρος 
http://www.youtube.com/watch?v=e3Ss0YHsQFo

• χωρίς γη δεν είμαστε σούαρ
http://www.youtube.com/watch?v=8Hkdh7BUrjE 

• σ’ αρέσει η περιπέτεια; θέλεις να τιμήσεις τους χριστιανούς προγόνους σου; επιθυμείς να πας στη γη των χιβάρος και πάνω στις σάρκες τους να στήσεις δικό σου μεταλλείο χρυσού και να χεστείς στο τάλιρο; 
http://www.adventure-trader.com/Your-Gold-Mine-in-El-Dorado.html

• όταν πεθαίνει ο αμαζόνας -φωτογραφίες 
http://amazonwatch.org/news/2009/0225-ecuador-oil-spill-pollutes-river-in-the-amazon

• 7 απειλές 
http://www.rainforestcruises.com/jungle-blog/threats-facing-the-amazon-rainforest.html



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 21, 2014

oιδίποδας (έργο σε δύο πράξεις) + 13 σχέδια του δ. δανιηλίδη



οιδίποδας. έργο σε δύο πράξεις. + 13 σχέδια του δ. δανιηλίδη. το βιβλίο εδώ



Μερικές σκέψεις για το έργο ή με αφορμή το έργο. 

•Πάτησα πάνω σ’ έναν οιδίποδα που είχα ξεκινήσει να γράφω δεκαπέντε χρόνια πριν (χειμώνας ήταν και τότε, μεταξύ χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς θυμάμαι) και λίγες μέρες μετά τον παράτησα ανολοκλήρωτο -τρεις σκηνές μισογραμμένες. Ήταν κι εκείνος ένας οιδίποδας χωρίς οιδίποδα, ένας οιδίποδας που έχει μόνο λάιο και ιοκάστη (τους γονείς του), που άρχιζε και τελείωνε με τον ίδιο τρόπο, μα η ιδέα, όλη η πλοκή, απόκτησε τώρα μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν ξέρω αν με βοήθησε ή με δυσκόλεψε το ότι υπήρχε κάτι, σαν εύρημα, που μ’ έκανε να δουλέψω πάνω του και να επινοήσω/ολοκληρώσω όλα τα ανύπαρκτα/χαμένα του κομμάτια. Με βοήθησε ίσως, γιατί μου έδωσε τα πρόσωπα, τον τόπο, μία τάση των ηρώων, μία ένδειξη ζωής. Με δυσκόλεψε ίσως, γιατί αυτά που έπρεπε να αποτινάξω και αλλοιώσω ήταν μια ζόρικη διαδικασία, καθώς δεν μπορούσα να μπω στο πνεύμα της εποχής εκείνης, το πνεύμα των είκοσί μου χρόνων -δεν μ' ενδιέφερε και τόσο, άσε που ούτε τι είχα τότε κατά νου μπόρεσα να καταλάβω. 31/12/13 ξεκίνησα να περνάω το κείμενο στον υπολογιστή -χειμώνας, η μέρα μικρή, η νύχτα μεγάλη, κι ο ελεύθερος χρόνος άφθονος. Το ύφος του πρώτου οιδίποδα ιδεαλιστικό -τολμώ να πω, εμετικό σε σημεία, για τα τωρινά μου γούστα, οπωσδήποτε φλύαρο. Με την αλλαγή του καινούργιου χρόνου είχα ήδη αρχίσει να κακοποιώ το πνεύμα των είκοσί μου χρόνων. Μέσα σε μια εβδομάδα θα του άλλαζα τα φώτα. Σκηνές τεμαχίστηκαν, πετάχτηκαν ολόκληρες παράγραφοι, άλλαξε η γλώσσα, τροποποιήθηκαν οι χαρακτήρες, γεννήθηκαν νέοι, στήθηκε από το μηδέν ολόκληρη η δεύτερη πράξη -μόνο ίχνη του αρχικού κειμένου έχουν απομείνει στην πρώτη πράξη.

•Η νύχτα είναι σημαντική, κυριαρχεί στο έργο. Αρκετές σκηνές βυθίζονται στη νύχτα, άλλες πάλι τείνουν στη νύχτα -δύο μόνο βγαίνουν απ’ τη νύχτα- και όλες γράφτηκαν τη νύχτα. 



•Πρώτη φορά ένιωσα πίεση χρόνου -για λίγο ένιωσα τη φρίκη του επαγγελματία- να τελειώσω το κείμενο πριν μπει η χρονιά για τα καλά: ο Φλεβάρης είναι για μένα η αρχή του χρόνου -η προετοιμασία για το ξύπνημα του βουνού. Οι δουλειές είναι πάρα πολλές -το φαγητό σχεδόν όλης της χρονιάς εξαρτάται από αυτούς τους πρώτους μήνες. Το βουνό καλεί, και η λογοτεχνία τότε δεν σημαίνει τίποτα απολύτως. Όμως κυλούσε πολύ καλά το έργο και δεν ήθελα να το αφήσω -ό,τι παράτησα κάποτε και προσπάθησα να το συνεχίσω αργότερα, με τυράννησε πολύ, καθώς δεν μπορούσα να πιάσω ξανά αυτήν την πρώτη ζωή του κειμένου, τον ρυθμό που είναι ρυθμός μιας συγκεκριμένης πάντα εποχής. Σαν να ‘ταν στοίχημα, έπρεπε ο οιδίποδας να ολοκληρωθεί στην ώρα του. Έφτασα να κοιμάμαι μία νύχτα κάθε δύο μέρες, και την άλλη να γράφω μέχρι τα ξημερώματα.

•Πρώτη φορά γέλασα τόσο γράφοντας ένα έργο (πχ τη «θεομαχία», αλλά και άλλες σκηνές). Κι επειδή πάντα γράφω ταυτοχρόνως σ’ όλα τα κεφάλαια/σκηνές διαγράφοντας κύκλους και πυκνώνοντας σιγά-σιγά τη ζωή του κειμένου σαν να ‘ναι ζωγραφικό σχέδιο, κάθε νύχτα μπορούσα να γελάω. Ίσως γι’ αυτό να μπόρεσα να το ολοκληρώσω τόσο σύντομα, να αντέξω τον εξοντωτικό ρυθμό. Αυτό που με κάνει να αποφεύγω το γράψιμο, είναι οι πόνοι της γέννας, και η γνώση πως αυτό που βγαίνει δεν είναι ένα «αγγελούδι» όπως όλα τα μωρά, που θα μεγαλώσει και θα λάμψει (τι κλισέ). Είναι πάντα ένας εαυτός, κι επειδή ξερνιέται ως τέτοιος, λιγοστεύει. Κάθε έργο είναι ένα λιγόστεμα. 

•Πρώτη φορά που δεν μπορείτε να κατεβάσετε ένα βιβλίο που έχω ανεβάσει -μπορείτε φυσικά να το διαβάσετε, να το αντιγράψετε κτλ. Γιατί; Γιατί είναι τόσο φρέσκο -να το δουλέψω άλλο αδύνατον, δεν έχω τώρα το μυαλό ούτε να το απολαύσω διαβάζοντάς το- κι αισθάνομαι περίεργα που δεν του έδωσα τον χρόνο του -νομίζω πως κάθε έργο θέλει τον χρόνο του, προτού βγει στην πιάτσα. Θα ήθελα να το διάβαζα αρκετές φορές, με διαφορετικές διαθέσεις, προσπαθώντας να το κοιτάξω από όσες περισσότερες πλευρές, όπως συνηθίζω. Όπως δεν θα το τύπωνα τόσο βιαστικά -όσο τελειωμένο και να το θεωρούσα, όσο βέβαιος κι αν ήμουν ότι δεν θ’ άλλαζα αργότερα ούτε ένα κόμμα- κάπως έτσι κλείδωσα και την αντίστοιχη επιλογή. Το κλείδωμα θα είναι προσωρινό -δεν γνωρίζω για πόσο. Θέλω κάποια στιγμή να το ξαναδώ, από απόσταση, και τότε, αν δεν υπάρξει κάποια διόρθωση, θα το ξεκλειδώσω -ο καθένας να το κατεβάσει, τυπώσει, μοιράσει κτλ. 
Θέλω να το πω αυτό: υπάρχει κάτι που έχω ξεκαθαρίσει με τον άλλο -τον εαυτό (μου): ό,τι βιβλίο γράφω θα δημοσιεύεται στο μπλογκ, και θα δίνεται στους αναγνώστες. Όπως βρίσκω χυδαίο και απαράδεκτο να μην έχει ο καθένας εξασφαλισμένο ένα πιάτο φαγητό, νερό και στέγη, ασχέτως τι είναι και τι κάνει, επειδή πάντα κάποιοι τα εμπορεύονται όλα αυτά και πλουτίζουν από τη ζήτηση, τη στέρηση και τη δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων, έτσι βρίσκω χυδαία και απαράδεκτη τη μη πρόσβαση, οποιουδήποτε το επιθυμεί και έχει ανάγκη, σε έργα λογοτεχνικά (αναφέρομαι μόνο σ’ αυτά, εδώ, για να μην ξεφύγω τελείως -άσε που βιάζομαι να τελειώσω το σημείωμα), γιατί ακριβώς νοούνται ως έργα τέχνης, και η σκέψη, η ανάσα, η διάθεση, ακόμα και η πορδή του καλλιτέχνη κοστίζει. Όπως το νερό (θα έπρεπε να) ανήκει ως φυσικό αγαθό σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και δεν είναι κτήμα κανενός αλλά δικαίωμα όλων, έτσι και η τέρψη, η σκέψη που πυροδοτεί τον οργανισμό, τα αισθήματα που επαναθεμελιώνουν τα σώματα. Ακούω συγγραφείς να εκφράζουν τη λύπη τους για τους φτωχούς, να γράφουν κείμενα συμπάθειας, τζάμπα λόγια και τίποτα παραπέρα, τη στιγμή που τους αποκλείουν από τη γνώση, τη σκέψη, γιατί η γνώση και η σκέψη έχει αξία και κοστολογείται, κι αν είσαι φτωχός και επιθυμείς την πρόσβαση χωρίς να μπορείς να καταβάλεις το αντίτιμο, θα χαρακτηριστείς τζαμπατζής. Αν είμαι φτωχός καλλιτέχνη μου, και θέλω να διαβάσω πράματα, να δω, να γευτώ, τι κάνω; Είμαι καταδικασμένος στην άγνοια; Ναι. Την ξέρω την απάντηση: η κοινωνία φταίει, το σύστημα. Μπορείτε τουλάχιστον να δείτε πόσο συντηρητικοί είστε, πόσο μοχθηροί μπορείτε να γίνετε, πόσο κοινωνία; Oχι. Τη δουλειά σας κάνετε κι εσείς. Το τι μηνύσεις γίνονται, τι κυνήγι, στο όνομα των πνευματικών δικαιωμάτων, δεν λέγεται. Και πολλά παράλογα πράγματα που αφορούν και στους ίδιους τους συγγραφείς: δεν μπορώ να δημοσιεύσω ούτε μία πρόταση από την αιώνια ύλη -βιβλίο που μάτωσα για να το γράψω- χωρίς την άδεια του εκδότη. Αισχρό; Φυσιολογικό (για την κοινωνία). Κατά τα άλλα η τέχνη σώζει, και οι καλλιτέχνες σε ρόλο παπά να εξυψώνονται, να κονομάνε. Νομίζουμε οι συγγραφείς πως οι δήθεν αλήθειες μας έχουν κάποια αξία. Μας το έμαθε καλά η κοινωνία -ήδη από το σχολείο. Αν κάτι αξίζει είναι η απόλαυση, η ζωή που θερμαίνει τα σώματα. Η αλήθεια του καθενός, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ποτέ αλήθεια γενική. Γιατί να σε πληρώσω για ν’ ακούσω την αλήθεια σου; Και γιατί πουλάς την αλήθεια σου τελικά; Αν ήταν η πληγή σου θα πήγαινες από μόνος σου να τη δείξεις, να ζητήσεις γνώμη, βοήθεια, να τη μοιραστείς. Αλλά δεν είναι πληγή σου. Είναι μια ακόμα φτειαχτή αλήθεια που σε κάνει να ξεχωρίζεις από την πλέμπα, και σε κάνει τόσο αλαζόνα που για να τη μοιραστείς με όποιον ενδιαφέρεται, ζητάς να πληρωθείς. Ένα είδος πόρνης ασώματης που ούτε καν με χαρά μπορείς να γεμίσεις τα σκέλια των ανθρώπων. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου η αλήθεια σου -το εμπόρευμά σου. Οι φίλοι δίνουν δωρεάν, από καρδιάς, γιατί έτσι ζεσταίνονται. Αν είσαι έμπορος τι να σε κάνω; Δεν σ’ έχω ανάγκη. Πορεύομαι και μόνος μου, χωρίς την πραμάτεια σου. Έχω μετανιώσει για το ότι επέτρεψα σε έναν εκδότη να βγάλει βιβλίο μου και να κατέχει τα δικαιώματά του κι έτσι να ελέγχει, να περιορίζει την πρόσβαση. Ήμουν αφελής, γιατί δεν είχα ιδέα, γιατί δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ, μα κυρίως επειδή είχα όνειρα. Όνειρο να γίνω συγγραφέας; Μα είμαι συγγραφέας, όποια στιγμή το επιθυμώ, όποτε γουστάρω. Άρα ο συγγραφέας, ως όνειρο είναι κάτι άλλο από τον συγγραφέα που γράφει, δεν έχει να κάνει καν με τη γραφή, αλλά με την κοινωνία -τις αξίες της, την παραμύθα της. Οπότε μπορεί να πάει να γαμηθεί. 

•13 σχέδια του φίλου μου του μήτσου. Βαστάμε από το πρώτο σπουδαστικό έτος. Κάθε φοιτητής στη σχολή, στο εργαστήριο που δούλευε, είχε τον προσωπικό του χώρο -χώρος αποθήκευσης των υλικών (τελάρα, σίδερα, αντικείμενα κτλ) που χρησιμοποιούσε στα έργα του, και χώρος για τη δημιουργία των έργων του. Με τον μήτσο πάντα μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο παρόλο που ο καθένας έκανε τα δικά του. Ακούγαμε και ακούμε -αγαπάμε- την ίδια μουσική -rock ’n roll ρε, που θα έλεγε ο ίδιος. Κατεβήκαμε και μια χρονιά στις φοιτητικές εκλογές για πλάκα, dada, ως «άσπρος ελέφαντας» και τις κερδίσαμε, ακόμα πιο dada, κι έγινε χαμός στην καλών τεχνών (για εκείνες τις εποχές έχω υλικό προς δημοσίευση -να δω πότε θα ξεσκονίσω τα κείμενα και θα τ’ ανεβάσω). Εξαιρετική η δουλειά του, και χαίρομαι που για άλλη μια φορά μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. 



•Αυτά. Καλή απόλαυση φίλοι μου.


γ. γεωργίου