Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2010

Χωρίς Τίτλο


Υπάρχουν φορές που οι λέξεις είναι σιχαμένες, όπως υπάρχουν φορές που μπορεί κανείς να είναι βέβαιος γι' αυτό που αισθάνεται. Όχι με λέξεις. Όχι με τη γνώση ή την εμπειρία. Τότε που μπορεί να είναι σώμα, πέρ' από τους κυματισμούς της σκέψης, την ταραχή, βράχια που χτυπιούνται με τη θάλασσα, τα τζάμια θολωμένα. Κουνήσου στην καρέκλα σου και μη σε νοιάζει. Ο κόσμος κάθε φορά θα τρώει την ουρά του με πιο μοντέρνο στιλ. Ανάσα στο χιόνι της μνήμης. Ακόμα κι αν. Η νύχτα θα λάμψει τα δόντια της και θα τινάξει κατά πάνω του τη μαύρη μπέρτα της προτού πυροβολήσει με το κρυμμένο πιστόλι του άλλου χεριού. Λίγο πριν να μείνει τίποτα. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Προσπαθεί να γράψει το βιβλίο που θα εκφράσει έναν εαυτό γυμνό. Εάν γινόταν. Το κρύο να ημερέψει. Δεν ξέρει γραφή, δεν ξέρει ανάγνωση. Επιθυμεί τις σελίδες της ζωής να ιστορήσει με μυς και κόκαλα, μήπως και βρει τον τίτλο της. Θέλει να ξεράσει τον έρωτά του, τα σωθικά του πλέουν, δυο τρεις συσπάσεις, το τζάμι, το τζάκι, το ποτήρι ποτό, αναγούλα η αγάπη. Μυρίζει τη θέλησή του που σιγά σιγά πεθαίνει, σαν δάσος σκεπάζεται από αδυσώπητα χέρια που σκοπεύουν ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Θα σου τα κάνω δώρο κι εσύ θα μου καθίσεις, έλα όμως που δεν το ξέρεις, δεν ξέρεις τίποτα, αυτή η λάμψη. Αιώνιο παραμύθι. Κάτι σαλεύει για λίγο μέσα, μια ουρίτσα σκέψης ανταποκρίνεται στον θάνατο που συνεχώς επιστρέφει. Τα ξύλα θα τελειώσουν νωρίς. Να θέλεις να γίνεις κάτι, κάποιος, νά που σαλεύεις, πως ζεις νομίζεις. Η φλόγα καίει, το καταλαβαίνεις από την καμινάδα. Όσο χτυπάει η καρδιά. Κανονικά δεν θα υπήρχε σ' αυτό το σπίτι τζάκι, ούτε το κάδρο με τον φρικτό πίνακα από πάνω. Οι σκιές μεγαλώνουν, η θέληση πασχίζει να πάρει γκριμάτσα, τεντώνεται και ξαφνικά λιγοστεύει, γεμίζει τον χώρο καπνό. Καπνίζει αλλά δεν είναι το τσιγάρο. Όχι ακόμα. Θα κάνει μια παύση μα δεν μπορεί να την αποφασίσει. Ίσως να πεθάνει. Αδυνατεί να κολλήσει μεταξύ τους δύο λέξεις. Να σκεφτεί. Θα πεθάνει. Απαίσιες λέξεις σαν κορμιά καμένα. Όλοι λέγαν ψέματα πως για να διακρίνεις χρειάζεσαι παιδεία, ανθρωπιά κι ευαισθησία. Κανείς δε σου 'πε για την όσφρηση, ξέχασες να είσαι σάρκινος μαζί με την τελευταία δόση αυτοκινήτου, πτώχευσες σε μία μέρα, κι ακούς θρύλους ψίθυρους, για δυο θαυμαστά ρουθούνια, σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις. Μην ανατρέχεις στη βαβέλ, μπροστά σου κοίτα. Μεσα στη σάρκα του δάσους τίποτα δεν επιτρέπεται πάνω από το ένστικτο. Και σαν λάμψει, ο πάνθηρας θα σου 'χει πάρει τα μούτρα με ξυράφι. Μείνε στη νύχτα και σώπασε κάτω από τούτα τα φύλλα, χώμα το σώμα και στη βροχή πέτρα. Σφύριγμα του ανέμου ή μαρσάρισμα, μια ληστεία, πορεία, προεκλογική εκστρατεία, το τσιτάχ κόβει της αντιλόπης την τραχεία. Έτσι κι αυτός κάνει πολλά για χάρη της. Την αγαπάει, βλέπεις. Δεν αντιλαμβάνεται πως άλλο η ορμή της φύσης και άλλο η αδυναμία του νου. Ο φόβος του. Ο κυνηγός, ο μάγος, ο εραστής, ο ήρωας. Όλοι οι ρόλοι για να είσαι μέσα στον μεγάλο ρόλο, εκείνον του άντρα, να διατηρείσαι μέσα στη λάσπη με τα αδηφάγα στόματα, συναισθήματα, κουρτίνες πράσινες κι ένας θεός κόκκινος, ήλιος αιματοβαμμένος. Βλέπεις; Να διατηρείσαι και να λιγοστεύεις προς κάτι άλλο, συμπαγές, άκαμπτο, θαρρείς μηχανικό. Η φλόγα σβήνει, έσβησε στην πίεση της παγωνιάς. Είναι μόνος στο δωμάτιο όπως άλλωστε και στη ζωή του. Δίχως λέξεις. Ασχέτως του νου που χορογραφεί όλους τους κόσμους, αρκεί να κρύψει το αληθινό του πρόσωπο. Ένα σύριγμα ή ένα λεπίδι, τη θυμάται, τα μαύρα της μαλλιά, το κρύο μπερδεύει μια καρδιά πληγωμένη. Μουγγός, καταπίνεται εύκολα από το σπίτι. Τα δέντρα τεντώνουν δάχτυλα κι ο άνεμος ελίσσεται. Το χαλάζι σφυροκοπάει, απώλειες μιας άλλης ζωής πιο ποθητής, το νευρικό σύστημα σαν μεταλλόφωνο, θυμάται, κατασκευάζει αντιδρώντας έναν κόσμο, διαρκώς σχηματοποιείται, να την άγγιζε στα στήθη και να λειώναν βόρεια του κορμιού του αυτοί οι πάγοι. Όλοι οι φθόγγοι. Αν ξέρει κάτι είναι ότι δεν μπορεί να πεθάνει. Γιατί δεν μπορεί να ζήσει. Αδύνατον με τέτοιον νου, τέτοια δήθεν καρδιά που τον γεμίζει με όλα τα τεχνάσματα, αρκεί να μην αγαπήσει για να αγαπήσει, αρκεί να μην πεθάνει για να πεθάνει. Όχι απόψε. Ούτε αύριο. Μήτε σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Σηκώνεται και ανάβει το καλοριφέρ με ένα κουμπί.


γ. γεωργίου


σημείωση: το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κοντέινερ της ελευθεροτυπίας (τεύχος 9, 5/7/2010).

σημείωση: για όσους θέλουν να διαβάσουν ολόκληρο το περιοδικό, εδώ


10 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κύριε Γεωργίου, μπορείτε να είστε -και είστε- σίγουρος πως αυτό που αισθάνεστε και βιώνετε περνάει στις λέξεις σας, που σιχαμένες ίσως να παραμένουν αλλά για άλλους λόγους.
    Τα συγχαρητήρια μου λοιπόν, σας διάβασα σήμερα το πρωί στο «κοντέινερ» και σκοπεύω να σας διαβάσω αρκετές ακόμη φορές. Το κείμενο σας είναι εξαιρετικό. Μου έφερε αρχικά στον νου έναν σύγχρονο Τράκλ με περισσότερο στοχασμό -πέρα από την τόση τραγική αίσθηση- και μια διαρκή δημιουργική απόσταση αμφισβήτησης των πάντων και κυρίως των δυνατών μεθόδων και τρόπων.
    Η "θέληση για ζωή" στον Σοπενχάουερ, γίνεται μερικώς "θέληση για θάνατο" στον Νίτσε, παραμένοντας ωστόσο έκφραση της θέλησης για ζωή, και καταλήγει μια κουρασμένη θέληση για μη θέληση στην περίπτωση σας που εκφράζει πολύ ικανοποιητικά καίριες πτυχές του σύγχρονου ανθρώπου.
    "Η θέληση πασχίζει να πάρει γκριμάτσα, τεντώνεται και ξαφνικά λιγοστεύει" και οι "απαίσιες λέξεις σαν κορμιά καμένα" στην περίπτωση σας γίνονται λόγος που ξαναδίνει στο χέρι τη δύναμη και τη θέληση να ξανασχηματιστεί και να ξανασχηματίζεται για να αδράξει απ' την αρχή τα πράγματα σαν να είναι η πρώτη φορά, μια "αιώνια επιστροφή" λοιπόν. Τα συγχαρητήρια μου. Θα σας ξαναδιαβάσω πολλές φορές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σπουδαίο κείμενο, το καλύτερο κατ' εμέ του κοντέινερ. Ύφος προσωπικό που δεν χαρίζει κάστανα και ουσία σταγμένη απ' τον ιδρώτα της σκέψης. Κι όλα αυτά άμεσα με την ανάσα της ψυχής.

    κώστας παπαθανασίου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όχι λέξεις...μόνο αισθήσεις. Και μια εκκωφαντική έκρηξη σκέψεων· κάνει χίλια κομμάτια τους τοίχους που σε πλάκωσαν.

    Celestia

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. το διαβάζω το διαβάζω ξανά..το ξαναπιάνω πριν κοιμηθώ για να σκεφτομαι στον υπνο μου ... αχόρταγος αυτός ο κύκλος..



    Πρίν λίγο ξύπνησα...,το ξαναδιάβασα..


    Χρήστος Μαθιουδάκης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πρώτ’ απ’ όλα η υποδοχή: χρήστο καλωσήρθες από δω.
    Έπειτα, προς όλους τους φίλους που σχολίασαν: πέτρο, κώστα, celestia, χρήστο, μπιλ, πραγματικά δεν ξέρω τι να πω, σαν πάω να γράψω “ευχαριστώ” κάτι με ενοχλεί, κάτι ανόητο και το αφήνω. Σαν το ευχαριστώ να είναι το κλισέ που ελκύει τον τεμπέλη μου εαυτό. Δεν τίθεται θέμα ευχαριστίας, ακόμα και να με βρίζατε πάλι τα ίδια θα έγραφα -τέτοιο πείσμα κακό. Αυτό που τίθεται στην πραγματικότητα είναι πως είμαστε ζωντανοί κι επικοινωνούμε. Ανταλλάσουμε όταν έχουμε, δίνουμε όταν υπερχειλίζουμε, παίρνουμε όταν διψούμε.
    Μπαίνω λοιπόν εδώ και γράφω έτσι, για το γεια, την επαφή, σαν να πίναμε τσίπουρο και να σήκωνα προς εσάς το ποτήρι. Με χαρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. "Ανταλλάσουμε όταν έχουμε, δίνουμε όταν υπερχειλίζουμε, παίρνουμε όταν διψούμε."
    Γιώργος Γεωργίου

    Την καλημέρα μου και πάλι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. πόσο γυμνή αλήθεια κρύβει αυτό που διάβασα προ ολίγου.
    Συνέχεια γυροφέρνω.Το λατρεύω επειδή λατρεύω τον έρωτα.Τους αδηφάγους κύκλους.
    Επιστρέφω να πιώ ακόμα μια σταγόνα για τα ένστικτά μου.

    Χρήστος Μαθιουδάκης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή