Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 21, 2014

oιδίποδας (έργο σε δύο πράξεις) + 13 σχέδια του δ. δανιηλίδη



οιδίποδας. έργο σε δύο πράξεις. + 13 σχέδια του δ. δανιηλίδη. το βιβλίο εδώ



Μερικές σκέψεις για το έργο ή με αφορμή το έργο. 

•Πάτησα πάνω σ’ έναν οιδίποδα που είχα ξεκινήσει να γράφω δεκαπέντε χρόνια πριν (χειμώνας ήταν και τότε, μεταξύ χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς θυμάμαι) και λίγες μέρες μετά τον παράτησα ανολοκλήρωτο -τρεις σκηνές μισογραμμένες. Ήταν κι εκείνος ένας οιδίποδας χωρίς οιδίποδα, ένας οιδίποδας που έχει μόνο λάιο και ιοκάστη (τους γονείς του), που άρχιζε και τελείωνε με τον ίδιο τρόπο, μα η ιδέα, όλη η πλοκή, απόκτησε τώρα μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν ξέρω αν με βοήθησε ή με δυσκόλεψε το ότι υπήρχε κάτι, σαν εύρημα, που μ’ έκανε να δουλέψω πάνω του και να επινοήσω/ολοκληρώσω όλα τα ανύπαρκτα/χαμένα του κομμάτια. Με βοήθησε ίσως, γιατί μου έδωσε τα πρόσωπα, τον τόπο, μία τάση των ηρώων, μία ένδειξη ζωής. Με δυσκόλεψε ίσως, γιατί αυτά που έπρεπε να αποτινάξω και αλλοιώσω ήταν μια ζόρικη διαδικασία, καθώς δεν μπορούσα να μπω στο πνεύμα της εποχής εκείνης, το πνεύμα των είκοσί μου χρόνων -δεν μ' ενδιέφερε και τόσο, άσε που ούτε τι είχα τότε κατά νου μπόρεσα να καταλάβω. 31/12/13 ξεκίνησα να περνάω το κείμενο στον υπολογιστή -χειμώνας, η μέρα μικρή, η νύχτα μεγάλη, κι ο ελεύθερος χρόνος άφθονος. Το ύφος του πρώτου οιδίποδα ιδεαλιστικό -τολμώ να πω, εμετικό σε σημεία, για τα τωρινά μου γούστα, οπωσδήποτε φλύαρο. Με την αλλαγή του καινούργιου χρόνου είχα ήδη αρχίσει να κακοποιώ το πνεύμα των είκοσί μου χρόνων. Μέσα σε μια εβδομάδα θα του άλλαζα τα φώτα. Σκηνές τεμαχίστηκαν, πετάχτηκαν ολόκληρες παράγραφοι, άλλαξε η γλώσσα, τροποποιήθηκαν οι χαρακτήρες, γεννήθηκαν νέοι, στήθηκε από το μηδέν ολόκληρη η δεύτερη πράξη -μόνο ίχνη του αρχικού κειμένου έχουν απομείνει στην πρώτη πράξη.

•Η νύχτα είναι σημαντική, κυριαρχεί στο έργο. Αρκετές σκηνές βυθίζονται στη νύχτα, άλλες πάλι τείνουν στη νύχτα -δύο μόνο βγαίνουν απ’ τη νύχτα- και όλες γράφτηκαν τη νύχτα. 



•Πρώτη φορά ένιωσα πίεση χρόνου -για λίγο ένιωσα τη φρίκη του επαγγελματία- να τελειώσω το κείμενο πριν μπει η χρονιά για τα καλά: ο Φλεβάρης είναι για μένα η αρχή του χρόνου -η προετοιμασία για το ξύπνημα του βουνού. Οι δουλειές είναι πάρα πολλές -το φαγητό σχεδόν όλης της χρονιάς εξαρτάται από αυτούς τους πρώτους μήνες. Το βουνό καλεί, και η λογοτεχνία τότε δεν σημαίνει τίποτα απολύτως. Όμως κυλούσε πολύ καλά το έργο και δεν ήθελα να το αφήσω -ό,τι παράτησα κάποτε και προσπάθησα να το συνεχίσω αργότερα, με τυράννησε πολύ, καθώς δεν μπορούσα να πιάσω ξανά αυτήν την πρώτη ζωή του κειμένου, τον ρυθμό που είναι ρυθμός μιας συγκεκριμένης πάντα εποχής. Σαν να ‘ταν στοίχημα, έπρεπε ο οιδίποδας να ολοκληρωθεί στην ώρα του. Έφτασα να κοιμάμαι μία νύχτα κάθε δύο μέρες, και την άλλη να γράφω μέχρι τα ξημερώματα.

•Πρώτη φορά γέλασα τόσο γράφοντας ένα έργο (πχ τη «θεομαχία», αλλά και άλλες σκηνές). Κι επειδή πάντα γράφω ταυτοχρόνως σ’ όλα τα κεφάλαια/σκηνές διαγράφοντας κύκλους και πυκνώνοντας σιγά-σιγά τη ζωή του κειμένου σαν να ‘ναι ζωγραφικό σχέδιο, κάθε νύχτα μπορούσα να γελάω. Ίσως γι’ αυτό να μπόρεσα να το ολοκληρώσω τόσο σύντομα, να αντέξω τον εξοντωτικό ρυθμό. Αυτό που με κάνει να αποφεύγω το γράψιμο, είναι οι πόνοι της γέννας, και η γνώση πως αυτό που βγαίνει δεν είναι ένα «αγγελούδι» όπως όλα τα μωρά, που θα μεγαλώσει και θα λάμψει (τι κλισέ). Είναι πάντα ένας εαυτός, κι επειδή ξερνιέται ως τέτοιος, λιγοστεύει. Κάθε έργο είναι ένα λιγόστεμα. 

•Πρώτη φορά που δεν μπορείτε να κατεβάσετε ένα βιβλίο που έχω ανεβάσει -μπορείτε φυσικά να το διαβάσετε, να το αντιγράψετε κτλ. Γιατί; Γιατί είναι τόσο φρέσκο -να το δουλέψω άλλο αδύνατον, δεν έχω τώρα το μυαλό ούτε να το απολαύσω διαβάζοντάς το- κι αισθάνομαι περίεργα που δεν του έδωσα τον χρόνο του -νομίζω πως κάθε έργο θέλει τον χρόνο του, προτού βγει στην πιάτσα. Θα ήθελα να το διάβαζα αρκετές φορές, με διαφορετικές διαθέσεις, προσπαθώντας να το κοιτάξω από όσες περισσότερες πλευρές, όπως συνηθίζω. Όπως δεν θα το τύπωνα τόσο βιαστικά -όσο τελειωμένο και να το θεωρούσα, όσο βέβαιος κι αν ήμουν ότι δεν θ’ άλλαζα αργότερα ούτε ένα κόμμα- κάπως έτσι κλείδωσα και την αντίστοιχη επιλογή. Το κλείδωμα θα είναι προσωρινό -δεν γνωρίζω για πόσο. Θέλω κάποια στιγμή να το ξαναδώ, από απόσταση, και τότε, αν δεν υπάρξει κάποια διόρθωση, θα το ξεκλειδώσω -ο καθένας να το κατεβάσει, τυπώσει, μοιράσει κτλ. 
Θέλω να το πω αυτό: υπάρχει κάτι που έχω ξεκαθαρίσει με τον άλλο -τον εαυτό (μου): ό,τι βιβλίο γράφω θα δημοσιεύεται στο μπλογκ, και θα δίνεται στους αναγνώστες. Όπως βρίσκω χυδαίο και απαράδεκτο να μην έχει ο καθένας εξασφαλισμένο ένα πιάτο φαγητό, νερό και στέγη, ασχέτως τι είναι και τι κάνει, επειδή πάντα κάποιοι τα εμπορεύονται όλα αυτά και πλουτίζουν από τη ζήτηση, τη στέρηση και τη δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων, έτσι βρίσκω χυδαία και απαράδεκτη τη μη πρόσβαση, οποιουδήποτε το επιθυμεί και έχει ανάγκη, σε έργα λογοτεχνικά (αναφέρομαι μόνο σ’ αυτά, εδώ, για να μην ξεφύγω τελείως -άσε που βιάζομαι να τελειώσω το σημείωμα), γιατί ακριβώς νοούνται ως έργα τέχνης, και η σκέψη, η ανάσα, η διάθεση, ακόμα και η πορδή του καλλιτέχνη κοστίζει. Όπως το νερό (θα έπρεπε να) ανήκει ως φυσικό αγαθό σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και δεν είναι κτήμα κανενός αλλά δικαίωμα όλων, έτσι και η τέρψη, η σκέψη που πυροδοτεί τον οργανισμό, τα αισθήματα που επαναθεμελιώνουν τα σώματα. Ακούω συγγραφείς να εκφράζουν τη λύπη τους για τους φτωχούς, να γράφουν κείμενα συμπάθειας, τζάμπα λόγια και τίποτα παραπέρα, τη στιγμή που τους αποκλείουν από τη γνώση, τη σκέψη, γιατί η γνώση και η σκέψη έχει αξία και κοστολογείται, κι αν είσαι φτωχός και επιθυμείς την πρόσβαση χωρίς να μπορείς να καταβάλεις το αντίτιμο, θα χαρακτηριστείς τζαμπατζής. Αν είμαι φτωχός καλλιτέχνη μου, και θέλω να διαβάσω πράματα, να δω, να γευτώ, τι κάνω; Είμαι καταδικασμένος στην άγνοια; Ναι. Την ξέρω την απάντηση: η κοινωνία φταίει, το σύστημα. Μπορείτε τουλάχιστον να δείτε πόσο συντηρητικοί είστε, πόσο μοχθηροί μπορείτε να γίνετε, πόσο κοινωνία; Oχι. Τη δουλειά σας κάνετε κι εσείς. Το τι μηνύσεις γίνονται, τι κυνήγι, στο όνομα των πνευματικών δικαιωμάτων, δεν λέγεται. Και πολλά παράλογα πράγματα που αφορούν και στους ίδιους τους συγγραφείς: δεν μπορώ να δημοσιεύσω ούτε μία πρόταση από την αιώνια ύλη -βιβλίο που μάτωσα για να το γράψω- χωρίς την άδεια του εκδότη. Αισχρό; Φυσιολογικό (για την κοινωνία). Κατά τα άλλα η τέχνη σώζει, και οι καλλιτέχνες σε ρόλο παπά να εξυψώνονται, να κονομάνε. Νομίζουμε οι συγγραφείς πως οι δήθεν αλήθειες μας έχουν κάποια αξία. Μας το έμαθε καλά η κοινωνία -ήδη από το σχολείο. Αν κάτι αξίζει είναι η απόλαυση, η ζωή που θερμαίνει τα σώματα. Η αλήθεια του καθενός, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ποτέ αλήθεια γενική. Γιατί να σε πληρώσω για ν’ ακούσω την αλήθεια σου; Και γιατί πουλάς την αλήθεια σου τελικά; Αν ήταν η πληγή σου θα πήγαινες από μόνος σου να τη δείξεις, να ζητήσεις γνώμη, βοήθεια, να τη μοιραστείς. Αλλά δεν είναι πληγή σου. Είναι μια ακόμα φτειαχτή αλήθεια που σε κάνει να ξεχωρίζεις από την πλέμπα, και σε κάνει τόσο αλαζόνα που για να τη μοιραστείς με όποιον ενδιαφέρεται, ζητάς να πληρωθείς. Ένα είδος πόρνης ασώματης που ούτε καν με χαρά μπορείς να γεμίσεις τα σκέλια των ανθρώπων. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου η αλήθεια σου -το εμπόρευμά σου. Οι φίλοι δίνουν δωρεάν, από καρδιάς, γιατί έτσι ζεσταίνονται. Αν είσαι έμπορος τι να σε κάνω; Δεν σ’ έχω ανάγκη. Πορεύομαι και μόνος μου, χωρίς την πραμάτεια σου. Έχω μετανιώσει για το ότι επέτρεψα σε έναν εκδότη να βγάλει βιβλίο μου και να κατέχει τα δικαιώματά του κι έτσι να ελέγχει, να περιορίζει την πρόσβαση. Ήμουν αφελής, γιατί δεν είχα ιδέα, γιατί δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ, μα κυρίως επειδή είχα όνειρα. Όνειρο να γίνω συγγραφέας; Μα είμαι συγγραφέας, όποια στιγμή το επιθυμώ, όποτε γουστάρω. Άρα ο συγγραφέας, ως όνειρο είναι κάτι άλλο από τον συγγραφέα που γράφει, δεν έχει να κάνει καν με τη γραφή, αλλά με την κοινωνία -τις αξίες της, την παραμύθα της. Οπότε μπορεί να πάει να γαμηθεί. 

•13 σχέδια του φίλου μου του μήτσου. Βαστάμε από το πρώτο σπουδαστικό έτος. Κάθε φοιτητής στη σχολή, στο εργαστήριο που δούλευε, είχε τον προσωπικό του χώρο -χώρος αποθήκευσης των υλικών (τελάρα, σίδερα, αντικείμενα κτλ) που χρησιμοποιούσε στα έργα του, και χώρος για τη δημιουργία των έργων του. Με τον μήτσο πάντα μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο παρόλο που ο καθένας έκανε τα δικά του. Ακούγαμε και ακούμε -αγαπάμε- την ίδια μουσική -rock ’n roll ρε, που θα έλεγε ο ίδιος. Κατεβήκαμε και μια χρονιά στις φοιτητικές εκλογές για πλάκα, dada, ως «άσπρος ελέφαντας» και τις κερδίσαμε, ακόμα πιο dada, κι έγινε χαμός στην καλών τεχνών (για εκείνες τις εποχές έχω υλικό προς δημοσίευση -να δω πότε θα ξεσκονίσω τα κείμενα και θα τ’ ανεβάσω). Εξαιρετική η δουλειά του, και χαίρομαι που για άλλη μια φορά μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. 



•Αυτά. Καλή απόλαυση φίλοι μου.


γ. γεωργίου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου