Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

Καθημερινές Κινήσεις




Σε βαθύ κόκκινο τοπίο πέρα

Εκεί όπου

Το μάτι κόβεται καθώς

Τραχύς ο ουρανός εισέρχεται

Ή τουλάχιστο προσπαθεί

Κλέβοντας κάτι από Μοντριάν

Ο υαλότοιχος στέκει βουβός

Ανακλώντας τις χρυσαφιές πινελιές της δημιουργίας ενώ

Χελώνες τονίζουν τη μη-βιασύνη της φύσης

Συνθέτοντας μια έκπαγλη αρμονία

Μέχρις κι η θάλαττα ανέβηκε ως εκεί να δει να θαυμάσει

Όμως αντ' αυτού κλαίει προφέροντας τα λόγια

Γιατί να μη μπορούμε

Να νικήσουμε τους προφήτες;

Αυτή ξέρει

Η αιώνια πείρα της μπορεί να δει

Την τυφλότητα των πολλών που

Σκυροδετεί περίβολο

Πνίγοντας γι' άλλη μια φορά

Τη μοναδικότητα


(Αύγουστος '98, Σέρρες)


γ. γεωργίου



Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2009

Πτυχιακή


Η βαλίτσα με τα φάρμακα κι η βαλίτσα με τα όπλα


Απόλυτο σκοτάδι. Βρίσκονται μέσα του. Θα περίμεναν να δουν ζωγραφισμένα τελάρα. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι τέχνη, όπως ο Χ επαναλαμβάνει τόσο συχνά με φάτσα σαν να γεύεται σκατό. Είναι διάσημος και μάλιστα διεθνής, σαν τον άλλο τον φίλο του τον νταή καλλιτέχνη που έτσι και του πεις τίποτα θα σου ρίξει στα μούτρα ένα «η τέχνη θέλει μπράτσα», ή αν δεν φοβάται να συντάξει μεγαλύτερη πρόταση θα τολμήσει το «στρατό έχεις πάει; ε πάνε πρώτα να γίνεις άντρας και μετά έλα να μου μιλήσεις». Ο Χ δε, αναμεμιγμένος μπούφος με φασίστα, είναι επίσης διάσημος ως ο καθηγητής που αρνήθηκε να δεχτεί σπουδαστή στο εργαστήριό του μιας και ήταν αλβανός, γιατί απλά «εγώ αλβανούς δεν παίρνω στο εργαστήριό μου» κι έπειτα γλύτωσε την πίσσα και τα πούπουλα καθώς οι επαναστάτες φοιτητές ασχολούνταν τότε με την τέχνη τους -εδώ, είναι αξιοπερίεργο το συλλογικό πνεύμα της σχολής. Χ και νταής είναι ο μεγάλος πειρασμός μου για αυτήν την πτυχιακή. Τους σιχαίνομαι, όπως σιχαίνομαι τη σχολή, όπως σιχαίνομαι την «τέχνη», αυτήν την πολιτισμένη θείτσα. Μετά από τέσσερα χρόνια καθαρού αέρα, εκτός σχολής, να που είμαι και πάλι εδώ, σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, με τους πέντε καθηγητές. Ο Χ κάθεται έξω αρνούμενος να δει, αλλά θα βαθμολογήσει, αλλά θα πληρωθεί. Ο άλλος δεν ήρθε καν -το συνηθίζει. Ο νταής είναι μέσα, θα μασουλάει το καρότο του πάλι. Αυτοί είναι πανεπιστημιακοί. Έτσι και τους γνωρίσεις λιγάκι παραπάνω θα νομίσεις ότι πέρασες σε κανα ίδρυμα. Χαρακτηριστικό αυτού του τύπου ανθρώπου είναι η λαγνεία για εξουσία μιας και είναι ο μόνος τρόπος να καλυφτούν, και να θαφτούν μέσα του, οι καρπαζιές που εισέπραττε τα χρόνια του σχολείου. Είμαι επιεικής μήπως; Δεν ξέρω, δε μ' ενδιαφέρει. Έμπλεξα μ' αυτούς. Ήμουν μικρός όταν αποφάσισα να χτυπηθώ σε αυτό το γελοίο σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων που αν είχα την ελάχιστη υποψία δεν θα έμπαινα σε κόπο. Ο ρομαντισμός μου εκείνος που μου γέννησε επιθυμίες περί σπουδής της τέχνης αποδείχτηκε ηλιθιότητα, όπως άλλωστε κάθε ρομαντισμός (για) την εποχή αυτή, που αγνοούσα το λάδωμα ως ήθος αυτής της σχολής, ως τρόπο επιτυχίας, που αγνοούσα ακόμα το καθ-ιερωμένο γλείψιμο το οποίο κλείνει το μάτι φιλικά στον υποψήφιο καλλιτέχνη καριερίστα. Μου αρέσει ή όχι, όχι, είμαι εδώ, στην σκοτεινή αίθουσα. Πρέπει να ξεμπλέξω. Για τον δυτικό άνθρωπο η σκέψη θαρρείς περιορίζεται στην όραση, σ' αυτό που βλέπει, έμαθε να βλέπει και βλέπει με συγκεκριμένο τρόπο -κρίνω βάσει αυτού που «βλέπω»- που κι αν τυφλωνόταν πάλι το ίδιο θα έβλεπε. Τα υπόλοιπα είναι ζόρικο άθλημα. Τους έχω στερήσει την όραση. Δεν πρόλαβα να τοποθετήσω ύλες στο δάπεδο, νερό, κόλλα, χώμα, χαλίκι, που θα ενέτεινε τον ερεθισμό των αισθήσεων -πρόφτασα τελευταία στιγμή, όπως πάντα. Δεν βλέπουν και συνεπώς δεν γνωρίζουν ότι πίσω από το σκοτάδι στέκει μια άδεια, λευκή αίθουσα. Δεν υπάρχουν οπτικά αντικείμενα. Παίζει πράξη ηχητική, δύο φωνές μιλούν, διαδέχονται η μία την άλλη, στο βάθος Cave. Αισθήσεις. Αφιερωμένο στον Guy Debord και στο hurlements en faveur de Sade. Διέγερση. Για μια στιγμή αδυνατώ να συλλάβω το πώς τοποθετούμαι στον χώρο. Ο χώρος γίνεται ρευστός. Θα τελειώσει και ο Ηλίας θα ανοίξει το φως. Θα διαπιστώσουν ότι δεν υπάρχει τίποτα. Ό,τι υπήρξε ή μπορεί να υπάρξει είναι δημιούργημα της δικής τους σκέψης που κινητοποιείται από το ενεργό σώμα, από τις ερεθισμένες -πρώην νεκρές ή έστω μουδιασμένες- αισθήσεις, εάν. Γουστάρω. Ο νταής με μία κίνηση του χεριού μού στερεί το βάθος, μου βλάπτει την κυοφορία. Η φοβία του, η αίσθηση ανασφάλειας που αντικαθιστά την απολεσθείσα αίσθηση της όρασης, που δεν υφίσταται χωρίς αυτήν -ξένος αυτός ως προς το σώμα του- κάνει μια χειρονομία ανάλογη εκείνης που ξύνει, μουτζουρώνει, ευτελίζει τον πίνακα του ζωγράφου, ανοίγει το παραβάν και επιτρέπει το φως, («εμείς εγκλωβισμένοι στη γεωμετρία/ η σαφήνεια των αντικειμένων είναι η απόκρυψη του βάθους από το φως/ το φως ως στέρηση», λέει η φωνή με ένταση νύχτας), παρεμποδίζει τη διαδικασία όπου το έργο γίνεται, έτσι επειδή δεν αντέχει, επειδή εν τέλει δεν έχει καμία ευαισθησία. Εξουσία. Και τι έγινε που σε λίγο θα αποδειχτεί ότι δεν έχει ιδέα για το ποιος είναι ο Debord, που δεν έχει ακούσει ποτέ του το όνομα Wittgenstein; -τι έλεγε ο Nietzsche; παλαβός δεν ήταν αυτός; Κάτι πήρε το αφτί μου για τον de Sade. Και λοιπόν; Πράγματι δεν έχει σημασία αν ξέρει ή έχει ακούσει κάτι, αρκεί που έχει κάνει κοπελίτσες να κλάψουν στις πτυχιακές επιβεβαιώνοντας την αρσενική ισχύ του, αρκεί το ότι ζει στο σήμερα που τα αξιώματα σού προσδίδουν την αξία τους σε πνεύμα αντικειμενοποιώντας σε, κατά τον τρόπο που ο μητροπολιτης γίνεται αυτομάτως σεβασμιότατος και παναγιότατος. Όσο για τους επαναστάτες φοιτητές, αυτοί δεν αγωνίζονται, τώρα, για τη μη-αξιολόγηση των νταβατζήδων τους; δεν αγωνίζονται ώστε όλα να παραμείνουν ως έχουν; Τα ξέχασες αυτά; Όταν αποφάσισα να επιστρέψω στη σχολή και να κάνω την πτυχιακή έπεσα στις καταλήψεις. Οι ίδιοι οι καθηγητές -κάποιοι- είχαν ενημερώσει τους λακέδες σπουδαστές τους πως αν τάσσονταν με το μέρος τους, αν έβαζαν λουκέτο στη σχολή χωρίς φυσικά να τους εκθέσουν, θα τους βοηθούσαν στα πτυχία. Μάλιστα. Συστεγαζόμαστε σε προκάτ. Αυτά κάθε χρόνο βουλιάζουν, ομοιάζουν, ολοένα στη λάσπη πιο βαθιά, των κατοίκων τους τις συνήθειες. Είμαι σε ένα προκάτ και δουλεύω, όταν μια φοιτήτρια από εκείνες που δεν παίρνουν για καμιά δεκαπενταριά χρόνια πτυχίο μιας και προέχει η επανάστα στη σχολή, η κατήχηση και ο αγών, μπαίνει μέσα και ξαφνιασμένη που με βλέπει αρχίζει τη μπουρδολογία. «Απαγορεύεται να βρίσκεσαι εδώ» - «τι μου λες»; Δεν πτοείται, είναι εκπαιδευμένη. «Που βρήκες κλειδιά;» ανακριτικά βεβαίως - «δηλαδή πιστεύεις τώρα πως πρέπει να σου απαντήσω;», χωρίς καν βασανιστήρια; Σιγά που θα μασούσε, «έχεις πάρει άδεια από το συντονιστικό της κατάληψης;» - «τι πράγμα;». «Πρέπει να πάρεις άδεια. Οι αποφάσεις του συντονιστικού…» - «να πεις στο συντονιστικό ότι το γράφω στα παπάρια μου, αν ενοχλούνται που δουλεύω ας έρθουν να με βγάλουν». Έφυγε θυμωμένη -έτσι γίνεται όταν θεωρείς, σαν νιώθεις, πως έχεις εξουσία πάνω σε κάτι και αυτό το κάτι ξάφνου δεν σε υπακούει. Μίσος για τον μπάτσο που έχεις μέσα σου, για τον πολιτικό που έχεις μέσα σου, τον δικαστή, τον καθηγητή, τον δημόσιο υπάλληλο, τον καλλιτέχνη. Το μίσος σου απέναντι στον εαυτό σου. Όλα τ' άλλα είναι προβολές, εξωτερικεύσεις -η κοινωνική σου ζωή. Τα παιδιά του συντονιστικού έκαναν πάρτι στο κτήριο του παιδαγωγικού και η ανυπόφορη, σαν τη γλώσσα τους, μουσική έφτανε στα αφτιά μου ως τιμωρία για τη βλασφημία μου. Η ηχητική πράξη σβήνει. Αυτή είναι η σχολή, την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον. Αν δε σ' αρέσει κάτσε σπίτι σου. Τα φώτα ανοίγουν. Όλοι μας αποστρέφουμε το κεφάλι από την πηγή του κακού. Ανάβω τσιγάρο. Ο νταή

Τελείωσα, αυτό ήταν. Άντε γεια.

Καλοκαίρι του δύο χιλιάδες έξι -κι όλες οι αισθήσεις μου ήταν πίσω από την εποχή τους, είχαν άνοιξη.

Στην ορκωμοσία ήθελα να γελάσω. Ή να ξεράσω. Έπεφτε ο όρκος σύννεφο κι από τ' αφτιά τού άϋπνου οργανισμού μου το μυρμήγκιασμα λέξεων-σκέψεων διάχυτων στον χώρο ολοένα και δυνάμωνε …να 'μαι καλός χριστιανός, καλός καλλιτέχνης, καλό παιδί, καλός δημόσιος υπάλληλος. Αν είσαι καλός όπως η κοινωνία σε θέλει θα ανταμειφθείς με βόλεμα, αξίωμα και μπόλικο πνεύμα. Ένας παραδείσιος θάνατος. Το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν έχει μπει καλά κάτω από το πετσί μας, στις εκφράσεις μας, στη νοοτροπία μας. Αναρωτιέμαι αν θα έλεγε ή θεωρούσε ποτέ κανείς καλό, σε μια οποιαδήποτε κοινωνία από αυτές που γνωρίζουμε, έναν Rimbaud, Nietzsche, Debord, Duchamp, Εμπειρίκο, Caravaggio. Παραβλέποντας φυσικά πόσο γελοίο ακούγεται αυτό το «καλός» στην περίπτωσή τους -και συνεπώς πόσο γελοία μπορεί να είναι μια κοινωνία, που η αντίληψή της είναι δέσμια αυτής της ηθικότητας. Ωστόσο, την καταλαβαίνω αν πει πως δεν φταίει. Προστατεύει τον εαυτό της από την αλλοίωση, το γίγνεσθαι.

Η τέχνη εναντίον της κοινωνίας.

ή



κολάΖ


  • Αν κάναμε μία ταινία τέχνης που αφορούσε αυτή τη γενιά, τη γενιά μας, δε θα 'ταν παρά μια ταινία πάνω στην απουσία των έργων της. Το έργο τέχνης είναι ον. Το ον αυτό δεν είναι αντικείμενο, είναι ένας κόσμος. Ο κόσμος του έργου τέχνης δεν είναι εξωτερικό σύστημα αναφοράς στο οποίο παραπέμπει το έργο. Ο κόσμος του έργου τέχνης είναι το ίδιο το έργο. Ο καλλιτέχνης είναι η προέλευση του έργου, το έργο είναι η προέλευση του καλλιτέχνη. Κανένας δεν είναι χωρίς τον άλλον. Μια ορμή για ενότητα, μια επέκταση πέρα από το πρόσωπο, την καθημερινότητα, την κοινωνία, την πραγματικότητα, πάνω από την άβυσσο του παρέρχεσθαι. Ένα παθιασμένο οδυνηρό ξεχείλισμα σε πιο σκοτεινές, πιο πλήρεις, πιο ρευστές καταστάσεις. Μια εκστατική κατάφαση προς το συνολικό χαρακτήρα της ζωής ως αυτό το οποίο παραμένει το ίδιο, εξίσου δυνατό, εξίσου μακάριο παρόλη την αλλαγή. Το μεγάλο πανθεϊστικό μοίρασμα της χαράς και της λύπης που καθαγιάζει και ονομάζει καλές ακόμα και τις πιο φοβερές και αμφίβολες ιδιότητες της ζωής. Η αιώνια θέληση για τεκνοποιία, για γονιμότητα, για επιστροφή. Το συναίσθημα της αναγκαίας ενότητας της δημιουργίας και της καταστροφής. Τα παπούτσια του Van Gogh, γεύμα στη χλόη, το ξυρισμένο κεφάλι του Duchamp σημαία. Το βραδινό αστέρι γκρεμιζόταν κι αυτό, αφήνοντας μια πορώδη καμπύλη. Η νέα ομορφιά θα είναι η δημιουργία καταστάσεων. Μπορείς πάντα να κάνεις ένα έργο όπως τραγουδάς ένα τραγούδι, με έκφραση ή χωρίς έκφραση. Άραγε μπορείς να αφήσεις έξω το έργο και να κρατήσεις την έκφραση; Πάντοτε είμασταν κάθετοι σε τούτο: η ατμόσφαιρα που δεν μπορεί να αποσπαστεί από το πράγμα -μα τότε δεν είναι ατμόσφαιρα. Γνωρίσαμε πολιτείες πολλές, μάθαμε πολλών ανθρώπων τις βουλές, και ζήσαμε καταμεσίς στο πέλαγος πάθη πολλά που μας σημάδεψαν. Έπεφτε η νύχτα μέσα από βράχια που την κλωτσούσαν πέρα δώθε με μανία. Ακούστηκαν και πολλές βλαστήμιες. Ώ αυτή η καταδίκη της αγρύπνιας, η μαρτυρία της βαναυσότητας, το σύριγμα του ανέμου που τρελαίνει, ο ύπνος των θεών. Χτυπούσε στα στήθη μας πόνος. Έξω έβρεχε, κι όπως όλα δείχνανε θα συνεχιζότανε ωσότου ο κόσμος πέθαινε στη γλάστρα του από αμέλια ή φροντίδα περισσή. Έπεφτε η νύχτα και τα βράχια την κλωτσούσαν κερδίζοντας τον χρόνο τους που λιγόστευε, κερδίζοντας από το μηδέν τη γραφική παράσταση μιας άρνησης, σπάζοντας την ελεύθερη πτώση, δημιουργώντας μια αιτία από τον πεισματικό τους λόγο, κλέβοντας μεδούλι απ' αυτό που δεν γνωρίζει έλεος. Η κούραση υποχωρούσε στο αδυσώπητο του νόμου της βαρύτητας. Στεκόμασταν εκεί κι ακούαμε τα συντελεσμένα. Πονούσαμε περισσότερο. Κι όμως παραμέναμε βουβοί. Η νύχτα έπεσε. Τα βράχια κοίταζαν με κομμένη ανάσα τα βάραθρα. Η παραγόμενη ηχώ της κάλυπτε κάθε βλαστήμια πέρα απ' το όριο του χρόνου. Εμείς εγκλωβισμένοι στη γεωμετρία. Η σαφήνεια των αντικειμένων είναι η απόκρυψη του βάθους από το φως. Το φως ως στέρηση. Δε θα θέλαμε να υποτιμήσουμε τις αξιαγάπητες αρετές. Αλλά το μεγαλείο της ψυχής δεν είναι συμβατό μ' αυτές. Ακόμη και στις τέχνες το μεγάλο στιλ αποκλείει το ευχάριστο. Μας δίδασκαν ανοησίες. Τώρα είμαστε ικανοί για κάθε είδους βλαστήμιες. Κοιτάξαμε μέσα μας. Μετά τις πρώτες αγριότητες βαδίσαμε τα δάση μας. Γίναμε και πάλι παιδιά. Γούστο σημαίνει εκλεπτυσμένη αίσθηση. Αλλά η αίσθηση δεν κάνει τίποτε, απλώς δέχεται. Το γούστο ρυθμίζει. Η γέννηση δεν είναι δική του υπόθεση. Το γούστο κάνει τα πράγματα αποδεκτά: σφίγγει ή λασκάρει βίδες -δεν κατασκευάζει ορολογιακούς μηχανισμούς. Ακόμα και το λεπτότερο γούστο δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργία. Ο μεγάλος δημιουργός δεν χρειάζεται να έχει γούστο. Το παιδί έρχεται στον κόσμο τέλεια διαμορφωμένο. Η έννοια δημιουργώ είναι σήμερα εντελώς μη ορίσιμη, μη πραγματοποιήσιμη, απλώς μια λέξη, μία υποτυπώδης επιβίωση από τις εποχές της δυσειδαιμονίας. Δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει τίποτε με μία απλή λέξη. Αν κάναμε μία ταινία τέχνης που αφορούσε αυτή τη γενιά, τη γενιά μας, δε θα 'ταν παρά μια ταινία πάνω στην απουσία των έργων της. Τώρα μόνο το Σώμα, το Σώμα ως εννιαίο, υπέροχο, μαγικό. Ο Καρτέσιος αποκεφαλισμένος στο μεγάλο μεσημέρι μας.

  • debordheideggernietzscheγεωργίουwittgensteinόμηροςγεωργίουγεωργίουnietzscheγεωργίουwittgensteinwittgensteinnietzschedebordγεωργίου


γ. γεωργίου


Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

Max Horkheimer

(Μπήκα αρκετές φορές, ενώ αντέγραφα το κείμενο, στον πειρασμό να γράψω κάτι. Τελικά αποφάσισα ότι για ένα τέτοιο κείμενο το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να σωπάσω τον εαυτό μου και να αφουγκραστώ. Ίσως μια άλλη φορά... Γι' αυτό…)




Πολύ αφηρημένο


Στην πάλη του με τις κυρίαρχες δυνάμεις ο Διαφωτισμός αντιπροσώπευε την αλήθεια. Μετά τη νίκη, που είχε αιματηρό αποκορύφωμα τη Γαλλική Επανάσταση, έπαψε να υπάρχει η αντίθεση από την οποία ζούσε, οι θέσεις του παρέμειναν οι ίδιες αλλά, επειδή δεν ήταν πια διαμαρτυρία ενάντια στη δύναμη της αδικίας, συρρικνώθηκαν και έγιναν άνοστη γνωσιοθεωρία που δεν ήταν καν σωστή. Η σκέψη χάνει τη δύναμή της όταν χαθεί η ένταση που αναπτύσσεται στην πάλη της με την πραγματικότητα. Όταν είναι απομονωμένη, αποτραβηγμένη από την ιστορία, όταν είναι δηλαδή απλή «θέση», η αλήθεια δεν έρχεται πια κοντά της. Από μόνες τους ακόμη και οι ανώτερες ιδέες δεν είναι τίποτε. Αυτό είναι το νόημα της πρότασης για τον πόνο και την ανία, που υπάρχει στον πρόλογο της Φαινομενολογίας. Αυτό λύνει επίσης το αίνιγμα του γιατί η τέχνη είναι ανιαρή. Το αφηρημένο είχε μια γλώσσα όταν περιφρονούσε το νατουραλισμό, ακόμη και τον ιμπρεσιονιστικά και εξπρεσιονιστικά προηγμένο νατουραλισμό. Τώρα που τα έργα του 19ου αιώνα έχουν γίνει απολιθωμένα μουσειακά κομμάτια, η αφηρημένη τέχνη ξεθωριάζει, γίνεται καταναλωτικό προϊόν, διακοσμητικό στοιχείο. Γίνεται άνοστη και κομφορμιστική, όσο επαναστατικές κι αν είναι οι χειρονομίες της. «Χρειάζεται λίγο χρώμα σ' αυτόν τον τοίχο» λέει ο διευθυντής τράπεζας που συμπορεύεται με την εποχή του. « Look how funny» λέει ο αμερικανός υπάλληλος βλέποντας έναν Picasso, «that woman has three eyes, doesn't she?». Οι καλλιτέχνες νίκησαν, αλλά ήταν μια πύρρεια νίκη. Σε καιρούς σαν το δικό μας η τέχνη επιβιώνει μέσω των ηττών της.


______________________

Από το βιβλίο φιλοσοφικό σημειωματάριο [μέρος δεύτερο (1958-1969)], του φιλοσόφου της σχολής της Φρανκφούρτης, Max Horkheimer, σε μετάφραση-σημειώσεις του Ζήση Σαρίκα. Copyright για την ελληνική γλώσσα: ύψιλον/βιβλία, 1998.



Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Ποίημα


Καταλεπτώς ξηγούσα τη σπάθα

Σ' ενός χαδιού την πνευματικότητα

Που κάποτε αρχαία νίκησε τον λεβιάθαν

Κι όλες οι πέτρες του ναού απέκτησαν λαλιά

Πως να μη σμιλεύει τα ιδιαίτερά μας ο χρόνος που ως σήμερα

Στης νεφέλης κατέφτασαν ολίγοι τη συναγωγή πως

Να μην κυλάει δάκρυ στου όρκου τη σύμπτυξη;

Γι' αυτό προφέρω ενώπιόν σας

Το προκαθορισμένο

Πεινώ αιώνες τώρα

Μα ξερω τι ν' αποτολμήσω

Τότε που θα κατεβαίνει η νύκτα

Να σχίσει το στέρνο μου

Τότε θα εγκλιματίσω την ύλη

Με μια ελαφριά κίνηση των δαχτύλων

Να καταπιώ τον Σωκράτη


(Από την ποιητική συλλογή Ένας Αυριανός Επικήδειος, Ιανουάριος 1999)


γ. γεωργίου


Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2009

Υ.Γ.

Συμπληρώνοντας το κείμενο "Unknown Passage"

Για όσους ενδιαφέρονται για το συγκρότημα Unknown Passage δύο καινούρια blogs δημιουργήθηκαν που παρουσιάζουν και παρέχουν όλη τους τη δουλειά. To Unknown Passage εδώ -και το Dead Tymes



γ. γεωργίου


Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2009

Η Μέρα Της Φυλής (Columbus day)


12 Οκτωβρίου 1492. Νήσος Guanahani. Οι κάτοικοί του δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν πόσο καλοί χριστιανοί θα μπορούσαν να γίνουν, πόσο καλοί υπηρέτες του θεού και των ισπανών χριστιανών φονιάδων τους. Ο Cristóbal Colón (Κολόμβος) γράφει στο ημερολόγιο πλοίου: «They do not bear arms, and do not know them, for I showed them a sword, they took it by the edge and cut themselves out of ignorance… They would make fine servants… With 50 men we could subjugate them all and make them do whatever we want.» and that in 1495, Indians were transported to Spain as slaves, many dying en route. "Let us in the name of the Holy Trinity," Columbus later wrote, "go on sending all the slaves that can be sold." Indians were ordered to bring to the Spanish a quota of gold and those who failed had their hands cut off and were left to bleed to death, λέει ο ακτιβιστής δημοσιογράφος Norman Solomon.

Ο Bartolomé de las Casas, ο ιερέας που κατήγγειλε τις σφαγές των ισπανών, γράφει: «εδώ, είδα βαρβαρότητα τέτοιου μεγέθους που κανένα ζωντανό όν δεν έχει ποτέ του δει ή περιμένει να δει». Η wikipedia γράφει «He witnessed the wholesale slaughter of the native people by Spanish soldiers. Without provocation thousands of Tainos were slaughtered by soldiers including men, women and children». Ο ίδιος περιγράφει τους ισπανούς να οδηγούνται από αχαλίνωτη απληστία, σκοτώνοντας, τρομοκρατώντας, και βασανίζοντας τους αυτόχθονες.. με τις νέες, πλέον παράξενες και ποικίλες, μεθόδους απανθρωπιάς… τη συστηματική βία που στόχευε να μετατρέψει τους ινδιάνους σε ζώα, αποτρέποντάς τους από το να σκεφτούν τους εαυτούς τους ως ανθρώπινα όντα. Ακόμα, γράφει, ότι δεν τους ήταν τίποτα να κόβουν σάρκες από παιδιά και νεαρούς ινδιάνους για να δοκιμάζουν την κόψη των λεπίδων τους. Και συνεχίζει: τα μάτια μου έχουν δει αυτές τις πράξεις τις τόσο ξένες στην ανθρώπινη φύση, και τώρα τρέμω καθώς γράφω.

Ο δομινικανός ιερέας Αntonio de Montesinos σε ένα κήρυγμά του εναντίον των ισπανών φονιάδων: "Tell me by what right of justice do you hold these Indians in such a cruel and horrible servitude? On what authority have you waged such detestable wars against these people who dealt quietly and peacefully on their own lands? Wars in which you have destroyed such an infinite number of them by homicides and slaughters never heard of before. Why do you keep them so oppressed and exhausted, without giving them enough to eat or curing them of the sicknesses they incur from the excessive labor you give them, and they die, or rather you kill them, in order to extract and acquire gold every day.

Οι Μαλίντσες (ή las chingadas, όπως, σχετικά ήπια, οι μεξικάνοι θα αποκαλούσαν εκείνες που υποδέχτηκαν τον κατακτητή τους με τα πόδια ανοιχτά, στόμα πρόθυμο να εκστομίσει κάθε είδους πληροφορία, και καρδιά γεμάτη προδοσία) όπως και οι Εφιάλτες, ας είναι καλά.



flag of the american indian movement

Λατινική Αμερική. Μιλάνε τη γλώσσα του κατακτητή τους και γιορτάζουν τη μέρα που ο Cristóbal Colón πάτησε το πόδι του στα εδάφη τους σημαίνοντας την αρχή της ριζικής τους εξόντωσης, της μεγαλύτερης γενοκτονίας στην ανθρώπινη ιστορία. Και φυσικά οι λατινοαμερικάνοι είναι χριστιανοί πρώτης τάξεως, όπως και οι δολοφόνοι τους. Μόνο ο Hugo Chávez της Venezuela μετέτρεψε τη μέρα αυτή του Κολόμβου και της φυλής σε μέρα αντίστασης των αυτοχθόνων. Και σκέφτομαι πως μάλλον ούτε αυτό ταιριάζει στην περίσταση, αν και μπορώ να καταλάβω το αίσθημα αυτών των ανθρώπων, ωστόσο το να ηρωποιείς εκείνους που απλώς σφαγιάστηκαν εξακολουθείς να ωραιοποιείς το δράμα, να αποφεύγεις να εμβαθύνεις στο γεγονός. Όταν έζησα για μικρό διάστημα στην Κολομβία γνώρισα κάπως καλύτερα την κατάσταση των ινδιάνων οι οποίοι κατοικούν, κυρίως, στο νότιο μέρος της χώρας. Oι κολομβιανοί, όλοι όσοι διαχωρίζονται από την ινδιάνικη φυλή και κουλτούρα είτε από το χρώμα και παρουσιαστικό τους, είτε από τις ιδεοληψίες τους, έχουν μάθει να χρησιμοποιούν τη λέξη indio, india (ινδιάνος, ινδιάνα) με τη σημασία του ηλίθιου όταν θέλουν να προσβάλλουν κάποιον. Φυσικά οι ινδιάνοι είναι παραμελημένοι από την φιλοαμερικάνικη κυβέρνηση του Alvaro Uribe, και χρησιμοποιούνται σε έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ κυβέρνησης και (νεο-)F.A.R.C. με τον πιο αισχρό τρόπο, εκμεταλλεύοντας η F.A.R.C. έναν πληθυσμό που δεν μπορεί να προσαρμοστεί -και δε θέλει φορές- στις μεγάλες τσιμεντένιες πόλεις, μετατρέποντάς τους σε πιόνια του δικού τους μίσους κατά της κυβερνήσεως, πιόνια που δεν έχουν την παραμικρή βούληση να λάβουν μέρος σ' αυτό το παιχνίδι, καθώς και τη παραμικρή δύναμη να αντισταθούν. Η οργάνωση F.A.R.C. τους εκτοπίζει από τη γη τους, τους εκτελεί όταν αντιστέκονται, παίρνοντας τις περιουσίες τους και τα κτήματά τους ώστε να καλλιεργεί τα ναρκωτικά, που, μεταξύ άλλων, οι διάσημοι του L.A. καταναλώνουν στα φιλανθρωπικά τους πάρτι. Βλέπει κανείς στην Bogota, στην Cali, και σε άλλες πόλεις, εξαθλιωμένους ινδιάνους δίχως σπίτι και λεφτά -εννοείται πως είναι πολύ δύσκολο να βρουν δουλειά- χωρίς τίποτα, να πεθαίνουν στο κέντρο της πρωτεύουσας μέρα μεσημέρι, και οι αστυνομικοί το μόνο που κάνουν είναι να τους κλοτσάν ώστε να πάνε κάπου αλλού να ξεψυχήσουν, όχι μπροστά σε κάποιο κατάστημα -ή έστω όχι στο «δικό» τους κατάστημα, αυτό που προστατεύουν. Έτσι οι «απελευθερωτές-επαναστάτες» πετυχαίνουν διπλά: καταλαμβάνουν εδάφη τα οποία ελέγχουν και αξιοποιούν, και γεμίζουν τις μεγάλες πόλεις με ινδιάνους, οι οποίοι δεν έχουν φορές τίποτα παρά μόνο τα ρούχα που φορούν, εντείνοντας έτσι την οικονομική αστάθεια της χώρας κι έπειτα αποδίδοντας ευθύνες στην κυβέρνηση Uribe. Δεν είναι παρά οι ανθρώπινες «βόμβες» αυτού του πολέμου. Δεν είμαι ούτε ερευνητής ιστορικός, ούτε δημοσιογράφος. Αυτή είναι η προσωπική μου θέαση για το τι συμβαίνει εκεί, ζώντας και μιλώντας με αυτόχθονες και κολομβιανούς -δεν είναι άποψη παρμένη από βιβλία και κείμενα που αφορούν το ζήτημα των αυτοχθόνων, την κυβέρνηση, την F.A.R.C. (Για περισσότερες, και ίσως διαφορετικές, πληροφορίες εδώ).

Όταν οι ισπανοί εγκληματίες πάτησαν εκείνη τη γη -που πάντα στο νου μου εμφανίζεται ως η πλέον όμορφη, μια έκπαγλη γη- προκάλεσαν στους αυτόχθονες το πρώτο σοκ -επαφή με την ευρωπαϊκή δύση και την ψυχή της [οι αυτόχθονες ασφαλώς δεν είχαν ψυχή για τους παράφρονες χριστιανούς, όπως και τα ζώα άλλωστε (βλ. τις θεωρίες του René Descartes περί ψυχής)]- έβλεπαν ισπανούς στρατιώτες αλλά δεν έβλεπαν, μιας και δεν υπήρχε καμιά τέτοια παράσταση στο νου τους. Γι' αυτούς, οι πάνοπλοι τυχοδιώκτες ίσως να ήταν θεοί, τέρατα, ή εξωγήινοι.. γι' αυτό και μπορούσαν «με πενήντα άντρες να τους κυριαρχήσουν όλους, κάνοντάς τους μάλιστα ό,τι ήθελαν». Κατά τρόπο αντίστοιχο έπαθα σοκ στο κέντρο της Bogota, όταν ρακένδυτοι και βρόμικοι, δίχως δόντια και νύχια, μέρα μεσημέρι, μέσα από τα σκουπίδια, μας πλησίαζαν σε αργή κίνηση, σαν ζόμπι σε κλασικές ταινίες τρόμου -εμείς απλώς έπρεπε να διατηρούμε τον ταχύ βηματισμό, και να ελισσόμαστε όποτε ήταν αναγκαίο για να τους αποφύγουμε. Σε κάποια στιγμή μια θηριώδης λιμουζίνα -δεν έχω δει μεγαλύτερη- πέρασε ανάμεσά μας και έκανε τα ζόμπι να παγώσουν στη θέση τους. Αυτά έχουν πάντα συναίσθηση της εξουσίας -που δεν είναι παρά ωμή βία- όπως και οι κατσαρίδες. Κι εγώ, όχι, δεν ήμουν εξοικειωμένος με καμιά παρόμοια εικόνα, μέχρι τότε. Έβλεπα ανθρώπους αλλά δεν έβλεπα. Το να είσαι εκεί δεν περιγράφεται καθώς δεν υπάρχουν λόγια ούτε εικόνες που να αποδίδουν τη φρίκη.


********

Στο σπίτι που έμενα τους δυο πρώτους μήνες γνώρισα δυο αδέρφια ινδιάνους από τον Αμαζόνιο, τον John Jairo (Τζον Χάιρο) και τον αδερφό του που ποτέ δεν έμαθα το ισπανικό του όνομα -τον φωνάζαν chaman (τσαμάν), από το βιβλίο που είχε γράψει και εκδώσει «El Chaman» (ο σαμάνος). Μεταξύ τους δεν μιλούσαν ισπανικά παρά μόνο μπροστά στους άλλους. Ο John Jairo δούλευε σε κάποια μεγάλη εταιρεία καιρό πριν τον γνωρίσω, ήταν προφανώς ιδιαίτερα ικανός και κατείχε θέση υποδιευθυντή αν κατάλαβα καλά. Μέχρι τη μέρα που αποφάσισε αυτός και ο αδερφός του να λάβουν μέρος στη μυητική για αυτούς διαδικασία του Yajé υπό την επίβλεψη πάντα του chaman της περιοχής. Όταν το παραισθησιογόνο ταξίδι που υλοποιεί εικόνες του αδύτου του εαυτού έλαβε τέλος, υποτίθεται ότι είχαν καταπολεμήσει τους φόβους τους και ανακάλυψαν έτσι τον σκοπό της ζωής τους. Αυτός, μου είπαν, είναι να μιλήσουν για το πνεύμα του «Αμαζόνα» το οποίο προστατεύουν οι Chamanes από τον λευκό κατακτητή. Ο John Jairo παραιτήθηκε από τη δουλειά του και με τα λεφτά που είχε μαζέψει ως τότε έστειλε τον αδερφό του στην αμερική να σπουδάσει animation και κινηματογράφο, αφού είχε ήδη γράψει το βιβλίο του «El Chaman». Την περίοδο εκείνη που συγκατοικούσα με τα αδέρφια δούλευαν πάνω σε μία ταινία, είχαν το σενάριο και σχεδιασμένα 3-D σκηνικά, animation πλάνα, είχαν επιλέξει τους ηθοποιούς, και βρίσκονταν προς αναζήτηση παραγωγού. Θέλανε να την κάνουν εμπορική ταινία, να στοχεύσουν χόλλυγουντ, την κοινωνία του θεάματος, καθώς αυτό που προείχε για εκείνους ήταν η δημοσιότητα του προβλήματος του Αμαζονίου και του πνεύματος των chamanes που πλανάται πάνω από τα νερά του, άγρυπνος φύλακας εκείνου του πολιτισμού όπου η σκέψη δεν διαχωρίζονταν από τη ζωή.

********



Σήμερα οι λατινοαμερικάνοι γιορτάζουν, όχι όπως γιορτάζουν όταν η ομάδα τους κερδίζει στο ποδόσφαιρο. Εκτός από τα σχολεία -κυρίως τα καθολικά- αρρένων και θηλέων, στα οποία διδάσκουν την ιστορία αυτού του «σπουδαίου θαλασσοπόρου που ανακάλυψε την αμερική» και τους έφερε σε επαφή με τον «πολιτισμό των ισπανών φωτίζοντας τα πρωτόγονα κεφάλια τους», κάνοντας κατήχηση σε παιδιά -που φέρουν υποχρεωτικά στολή- για την απαρχή (κι όχι το τέλος) του πολιτισμού τους, παίζοντας θεατρικές παραστάσεις και κάνοντας αναπαραστάσεις, πάντα με πνεύμα, πολύχρωμα μπαλόνια και απαίσια τραγούδια.. εκτός λοιπόν από τα σχολειά που κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν: να εξαπατούν προς όφελος της θρησκείας και να διαμορφώνουν-διαστρεβλώνουν συνειδήσεις, οι υπόλοιποι για το μόνο που χαίρονται είναι που δεν πηγαίνουν στη δουλειά, αργία μέρα, εξαργυρώνοντας το βάρος της πραγματικότητάς τους με τεμπελιά, μάσα και κενότητα, όλα πληρωμένα σε pesos, έτσι τελικά αφήνοντας ή πετώντας το βάρος που ποτέ του δε θα γίνει πόνος αβάσταχτος αυτοπροσδιορισμού ή βάθος.

Και απορώ, όταν εκδηλώσεις φασιστικών πεποιθήσεων, όπως ο εορτασμός της σφαγής των εβραίων από τους ναζί, απαγορεύονται και διώκονται ποινικά -ακόμα λόγοι περί αρίας φυλής, ράτσας κτλ. αποδοκιμάζονται στις κοινωνίες μας από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών- οι ισπανοί γιορτάζουν τη μέρα που συμβολίζει την απαρχή μιας τρομαχτικής γενοκτονίας και αμέτρητων βιασμών, που δημιούργησε σταδιακά τη μεγάλη τους ισπανική ράτσα, ενώ οι λατινοαμερικάνοι, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει η σημερινή μέρα γι' αυτούς, αλλά, τραγουδάνε viva España.

Μου είναι πέρα για πέρα θλιβερή η ιστορία αυτών των λαών, η σημερινή τους κατάσταση, το μέλλον τους όπως έχει παγιωθεί σε μοίρα. Πρέπει να τονίσω ότι, εδώ, κυρίως μιλάω για την Colombia, την οποία μπορώ να πω πως γνωρίζω και αισθάνομαι με έντονο πόνο.

Dios los bendiga, λοιπόν (και μου 'ρχεται στο νου το ανέκφραστο πρόσωπο του Buster Keaton), viva la Hispanidad.


(δώδεκα οκτωβρίου του 2009)


γ. γεωργίου


Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2009

Ένας Αυριανός Επικήδειος (αποζητώντας έναν θάνατο μέσα στα χρώματα)

μετάγγιση τοπίου



Περπατώντας ακίβδηλο το βουνό στην ακίδα του ελέους

Παραλειπόμενα μιας χρυσής πατημασιάς

Στης νύχτας το ανέβασμα που

Το τερέτισμα των δικών μας αναπνοών πιπίλιζε τον άνεμο

Και τη βοή της πέτρας τη μελέτησα ευθύς καθώς

Τα σύννεφα βούλιαζαν στις πλάτες των δέντρων

Αφήνοντας τον νου άκοπο να χαθεί

Μέσα μας η σιωπή σφράγισε το ιδίωμα ενός έρωτα

Καρπώνοντας την αξίνα

Το βουνό που ανοίξαμε στην ώρα

Συγγνώμη και κυκλάμινο στην καρδιά

Σήμανε το γήρας των προφητών σας

Η κασέλα του παρελθόντος που ξεθάψαμε

Στα χέρια μας φτέρωσε

Την ελευθερία των αισθήσεων και των ματιών για χιόνι


Ένα καρφί στο μέτωπο για την αρχή


Έπειτα ο Ήλιος


Ο κόσμος μας πήρε να μπλεδίζει




(από την τρίτη ποιητική μου συλλογή, Ιανουάριος 1999, Αθήνα)


γ. γεωργίου