Αυτά τα αγάλματα δεν λειώνουν σαν τον βουτυρένιο γιγάντιο θεό που για έναν χρόνο κατασκεύαζαν κάπου, κάποτε, οι βουδιστές με ευλάβεια για να τον αφήσουν έκθετο στον ήλιο -ζωή μιας μέρας. Αυτά τ’ αγάλματα είν’ εκεί, δίνοντας σάρκα στη σκέψη. Σε μία δύση και μια αιώνια νύχτα. Εδώ ο θεατής πάντα κατασπαράσσεται -όχι ο θεός. Ή αλλιώς: ο θεατής-θεός-υποκείμενο όπως στέκεται έκθετος στις δίνες ενός νου που ανακυκλώνει, θυμάται, εγκλωβίζεται. Όχι ο θεός-αντικείμενο. Τα πλάσματα της λογικής, τέρατα με στόματα πεινασμένα, το φάντασμα του γκόγια περνάει και χάνεται. Κάπου βαθιά στο δάσος μια παιδική φιγούρα σε τρομάζει, κι ας είναι ιδιαίτερα όμορφη, πλησιάζει, θέλεις να ουρλιάξεις, κάτι μεγεθύνεται μπροστά από τα ψυχρά σκοτάδια, άφωνος. Θεός δεν υπάρχει. Μόνον ένα ξύλινο μπαούλο που μάζευες τα μυστικά σου, ό,τι δεν καταλάβαινες -το μπαούλο, θυμάσε, όλα τ’ άλλα υδρατμός και δάκρυ, έπειτα πυρετός -άραγε να το ανοίξεις;
O κόσμος του Κοντοσφύρη, ιδιαίτερος, που αναβλύζει από τα βάθη μιας ύπαρξης περισσότερο δραματικής και λιγότερο μαγικής, η αθωότητα ενός κόσμου που εγκλωβίστηκε στην παιδικότητα και παραμορφώθηκε μέσα στην έλλειψη χρονικότητας, ανακυκλώνοντας εικόνες ζωικές και εικόνες αρχετυπικές, θαρρείς μέσα σ' ένα ξύλινο κουτί που θάψαμε κάποτε μικροί μπας και μεγαλώσουμε, εφιάλτες που θα θέλαμε να αποτινάξουμε στην ανάγκη της ανθρωπιάς (του μέσα) μας για πατροκτονία, μα κάπου πρέπει να κάναμε μια πονηριά και απλώς να ξεγελάσαμε τους γονείς μας. Kανείς δε θα απαλλαγεί από τους εφιάλτες του όπως κανείς δε θα μεγαλώσει πραγματικά. Πάντα θα υπάρχει εκείνη η νοσταλγία της κίνησης προς τα πίσω, της πορείας προς τη μήτρα. Ένα πάγωμα των κυματομορφών της σκέψης, ένα τσιμέντωμα της επιθυμίας, μου θυμίζουν εκείνη την τεταμένη, αρχαία, σιωπή των πέτρινων αγαλμάτων της κίνας, ή των πέτρινων μορφών των ίνκας, που εδώ σαν το τραγούδι των σειρήνων μας ελκύει γλυκά στον χαμό μας, να συρθούμε ανάμεσά τους, να κουλουριαστούμε, σαν παιδιά ευτυχισμένα στα κατουρημένα τους σεντόνια, κάτω από τη γκρι σκιά τους και να σβήσουμε σε μια υπέροχη, νοσταλγική, λήθη. Το τσιμέντο, η κρύα πόλη, η σύγχρονη κατασκευή στην οποία έχουμε προ πολλού ενταφιαστεί, μια ζωή που δεν πάει πουθενά και σαν γυρίσει να κοιτάξει πίσω της γίνεται στήλη άλατος, άγαλμα. Μέχρι να μπει και πάλι στο μπαούλο, ο κόσμος να επιστρέψει στη μηχανοποιημένη ζωή του, και τα τσιμεντένια αγάλματα ακίνητα μες την κασέλα ν’ αναμοχλεύουν πιθανότητες φλόγες. Εσύ μόνος, και πάλι μπροστά στο μπαούλο να προσπαθείς να σκεφτείς την επιθυμία σου. O πατέρας σου είναι νεκρός. Κάπου κει ανάμεσα μια τελευταία του ανάσα ανάβει το φως, ριζικά, και μάταια αντιστέκοντας στην αιώνια νύχτα.
*Κάποτε, όταν πίστευα σε έναν φουσκωμένο εαυτό, έβρισκα ενδιαφέρουσες τις συζητήσεις με πιστούς όλων των ειδών που αφορούσαν υπαρξιακά, ψυχολογικά και καμιά φορά πολιτικά ζητήματα. Πλέον τις βρίσκω αφόρητα πληκτικές κι ανούσιες και μαζί μ’ αυτές χαίρομαι για έναν εαυτό λιγότερο.
*Οποιαδήποτε πίστη που στρέφεται έξω και πέρα από τον εαυτό έχει κακό χαρακτήρα, και τα αποτελέσματά της είναι αρνητικά ακόμα κι αν οι προθέσεις της είναι καλές. Μιας και πίσω από κάθε ενέργεια υπάρχει μια πίστη, εύκολα κανείς θα μπορούσε να αποδείξει τη σχετικοποίηση του καλού και κατά συνέπεια και του κακού.
*Το ήθος -όπως λέγεται στην αγορά του πνεύματος και της απάτης- δε σημαίνει τίποτα, δεν υπάρχει έξω από τη μιζέρια μας. Είναι μια κατασκευή που χρησιμοποιείται για να εξαπατήσει εκμεταλλευόμενη πάντα τη σχετικοποίηση του καλού και του κακού, να τα σχηματοποιήσει σύμφωνα με το συμφέρον της. Οι τρύπες στο σύνταγμα της αλήθειας είναι πασίγνωστες όχι μόνο στους δικηγόρους της σοφίας αλλά και στον πιο ασήμαντο άνθρωπο. Το ψέμα το ξέρουμε όλοι, αλλά κανείς δε θα σταματήσει το παιχνίδι. Στιγμές νοσταλγίας μιας δήθεν αθωότητας παιδικής, ένα ακόμη σόφισμα.
*Η πίστη που στρέφεται μέσα, που αφορά μόνο τα όρια του εαυτού: ένας έντιμος τρόπος να κινηθείς προς τον θάνατό του, όταν κάποτε καταλάβεις πως και αυτός και η εκάστοτε πίστη του είναι άνεμος. Τίποτα δεν υπάρχει εκεί, κανένα κέντρο, καμία σοφία. Μόνο η ζωή -και ένα σώμα που αρκείται ή όχι με αυτήν. Όλα τ' άλλα είναι κοινωνία.
*Ας σκεπάσουμε τούτη την άθλια πόλη με τις ανάσες μας. Τούτο τον κόσμο.
*Είμαστε στο προνομιούχο στάδιο όπου καμία πίστη, καμία ιδεολογία δεν έχει καμία αξία, όλες ανήμπορες να νικήσουν το ένστικτο της πείνας και της επιβίωσης, με μιας αποκάλυψαν πίσω από τις μάσκες τους ένα αποκρουστικό κάθε φορά πρόσωπο. Το κενό που μόνο το ζώο μπορεί να χειριστεί ακολουθώντας την κίνηση της φύσης. Μόνο ένα σώμα. Το κεφάλι του μπεκετικού κόσμου ανήκει σε έναν κόσμο που έχει χάσει το παιχνίδι του από τότε που ο άνθρωπος αποφάσισε πως η ζωή δεν είναι αρκετή, εκεί που μέσα στον νου και μαζί του γεννιέται ο διαχωρισμός, τότε που το εργαλείο (νους) παύει να είναι εργαλείο και αυτονομείται για να αποκτήσει αξία ξεχωριστή, καταπίνοντας νύχτα τη νύχτα τον κόσμο του ήλιου, των φάσεων της σελήνης, την απλότητα της στοιχειώδους ανάγκης, την έλλειψη των ερωτήσεων.
*Χαριτωμένοι άνθρωποι. Πολύπλοκοι και μπερδεμένοι. Το όνειρό τους θα ήταν να λειτουργουσαν με το πάτημα ενός μόνο κουμπιού. Το όνειρο.
*Ο μεσαίωνας καταδύεται στα κεφάλια μας, εξαπλώνεται στα κύτταρα, καίει το ηλιακό πλέγμα, κάνει τα νύχια να μεγαλώνουν υπερβολικά, δάσος από ξυράφια. Μαύρες πόλεις, γκριμάτσες, οδοφράγματα. Αιώνια επιστροφή του ίδιου. Το αίμα θα ταίσει και πάλι το αχόρταγο πνεύμα. Κι έτσι πάλι θα επιβληθεί στον σκλάβο-σώμα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Το ΔΝΤ είναι η εξουσία της παπικής παραφροσύνης, είναι το καταπιεσμένο σεξουαλικό ένστικτο, οι αλλόφρονες εθνικοί ύμνοι των κρατών, το night life, είναι τα όνειρα του κάθε ανθρώπου, είναι η αδικία να μην είμαι εγώ ο μάγκας αλλά εσύ -δεν είναι η επίθεση του λιονταριού στην αντιλόπη. Το λιοντάρι δεν ξέρει να κοροϊδεύει. Η αθωότητα του γίγνεσθαι είναι η αθωότητα ενός κόσμου που δεν βασιλεύει νους. Μαζικοί τάφοι φωνάζει με χορδές τρεμάμενες ο προφήτης και όσοι τον ακούν τον λένε μαλάκα, αν όχι απατεώνα. Πόσο μαλάκας μπορείς να είσαι; Όλοι το ξέρουν πια πως δεν υπάρχει βέλος του χρόνου, πως παρελθόν και μέλλον είναι το ίδιο -μόνο ο θείος Άλμπερτ λείπει να πανηγυρίσει τις ιδεοληψίες του ως πραγματικότητα και αλήθεια του κόσμου. Ο άχρονος χριστιανικός κόσμος συναντά τον ιστορικό κόσμο που πάντα θα νομοθετεί, θα σφάζει, θα γράφει ποίηση, και θα ξανανομοθετεί, ξανασφάζει, ξαναγράφει ποίηση μέσα σε έναν ατέρμονο κύκλο. Απόδειξη αυτής της συνάντησης η σαθρότητα των ιδεών, όποιες κι αν είναι, ό,τι κι αν λένε. Αποκόπτουν τον οργανισμό από τη ροή της ζωής για κάτι άλλο πάντα, πιο σπουδαίο (δήθεν) από αυτήν. Όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω δε θα καταφέρεις ούτε στο ελάχιστο, το αμελητέα διαφοροποιημένο, να βγεις έξω από τη φυλακή σου. Είναι πολύ απλό: ποτέ σου δε θα το ήθελες κι ας πεις το αντίθετο -είσαι ο καλύτερος στα λόγια, ξέρεις όλα τα τεχνάσματα, κανείς δε θα σε τσακώσει, το πρόγραμμα εαυτός είναι απόλυτα ασφαλές. Βάλτο να τρέχει, κάνε restart ή erase data. Format, πέτα τον κι αγόρασε άλλον. Δώσε μια περιουσία. Δεν θα το ήθελες να αποφυλακιστείς, ποτέ σου δεν το θέλεις. Κάνε ό,τι άλλο γουστάρεις. 0 1 0 0 0 1 1 0 0 1 0 0 0 1 0 0, ή ας πούμε: 0 0 0 1 0 1 0 1 0 0 1 0 0 0 0 1, ή ίσως και: 1 1 0 1 0 0 0 0 0 0 1 1 0 0 0 1. Σε κάθε περίπτωση.
*Περιμένοντας την πυρηνική βόμβα ξανά στη Χιροσίμα και ξανά στο κέντρο του Λονδίνου, τη Νέα Υόρκη, στο Στάλινγκραντ και τη Βαγδάτη, την Αθήνα, τη Σελήνη, στην καρδιά της νύχτας, σε όλους τους χάρτες της ψυχής μας, πάνω στα κεφάλια μας ή μπορεί και στις καρδιές μας -ποιος έζησε ποτέ για να γνωρίζει; ποιος μίλησε κι εμείς ακούσαμε για να γνωρίζουμε; Ξανά τα βασανιστήρια εξιλέωσης, το δίκρανο του αιρετικού, η iron maiden, το λίκνο του ιούδα, ξανά στους άτυχους που κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι με τον σατανά, τους απλώς όμορφους και τους τελείως σέξι, τους ηδονιστές, τους τρομοκράτες, τους μάγους, εκείνους που θέλουν να γαμήσουν λίγο παραπάνω από τους άλλους.
*Μην αναπνέεις. Όχι γιατί κοστίζει, όχι γι’ αυτήν την -αν και παράλογη σαν πρόταση- αλήθεια. Χέστηκα για την αλήθεια. Μα επειδή τότε ακολουθούν κι οι άλλοι, θέλοντας και μη, όλοι εκείνοι οι φιλοσοφημένοι εγωιστές, πεθαίνοντας κι αποδεικνύοντας το αντίθετο από την ηλίθια κατασκευή τους: τον άλλο, τη σύνδεσή του με εκείνον που αν και φαινομενικά -ως άλλος- δεν είναι εγώ, είναι παρόλ’ αυτά ο ίδιος, το εγώ και ο άλλος, γεννήματα της ίδιας κλωσσομηχανής. Σταματάω να αναπνέω και φράζω τον άνθρωπο. Ντόμινο θανάτου.
*Απεχθάνομαι τον άνθρωπο και μαζί του κι εμένα ή μάλλον τον εαυτό μου, θαρρείς και δεν τον αναγνωρίζω όποτε τον κοιτάω στον καθρέφτη, ποιος είναι αυτός που υποδύεται εμένα; αυτός εκείνος και ο άλλος, εγώ. Η ανθρωπιά του ανθρώπου. Ψέμα ήταν και απέτυχε. Κάποτε η ζωή θα αποβάλλει τα περιττώματα φυσικά, πολύ φυσικά.
*Καμία ανάλυση δεν έχει κανένα νόημα. Συζητήσεις, μεγάλα κεφάλια και τίτλοι, που ρίχνονται να εξηγήσουν τα γεγονότα, να προτείνουν λύσεις, μια ανάδυση της πνευματικότητας που παίρνει άλλο πρόσωπο, όχι εκείνο με το οποίο πριν σκότωνε. Όχι με την αγάπη πια. Ξεπεράστηκε από την δικαιοσύνη, κι έπειτα από την ασφάλεια. Ο λόγος ως εξουσιαστικός, πάντα θα διαιωνίζει την προβληματική μας πραγματικότητα όπως την κατασκεύασε, και αυτή η διαιώνιση, η διάρκεια, η αναζήτηση περισσότερου χρόνου, θα είναι σάρκα στη σάρκα του προβλήματος. Η πραγματικότητα που έχει υποταχθεί στην ανθρωπιά, στην ανθρώπινη ψυχή που υπερβαίνει, καταστρέφει, μολύνει τον κόσμο, είναι ένα νεκρό παν-περιέχον.
*Θέλω σήμερα να πάψω να γράφω, να μιλάω, σήμερα να πεθάνω ως κοινωνία. Την ώρα που δεν έχω άλλον τρόπο να με ελέγχω ώστε να κρατηθώ, να μην αρρωστήσω, να μην ξεχάσω τη ζωή. Να βλέπω τις σάρκες μου και να διαβάζω μέσα τους την ιστορία. Εκεί που πάει ένας εαυτός να ξεπηδήσει για να μου πει πως το μέρος εδώ του ανήκει, πως είναι ο μάγκας της υπόθεσης, πως αυτός δεν φταίει σε τίποτα αφού καθόλη τη διάρκεια της φρίκης καθόταν σπίτι του, εδώ μέσα, αναζητώντας μια πιο ελεύθερη ζωή, πιο αληθινή, πιο. Γελοίε βλάκα! Εσύ που λες εγώ αλλά δεν είσαι. Εσύ, κάλπικε εαυτέ. Αστέ της ύπαρξης που σωρεύεις ιδιοκτησία και διαβάζεις ποίηση πάνω στις πλάτες των σκλάβων. Σε βλέπω. Ξέρω πως είναι αδύνατο ν’ απαλλαγώ από σένα, αδύνατο να σε πετάξω έξω, να σε παύσω, αφού με κάθε προσπάθεια σε γυμνάζω περισσότερο, σε καθιστώ όλο και πιο ικανό. Η απέχθειά μου σε σένα εαυτέ μου με έκανε να σ’ εγκαταλείψω. Κάποτε σε χούφτωνα από τ’ αρχίδια και σε τραβούσα έξω να σε κολλήσω στο χαρτί μα μέναν μόνο λόγια. Μέχρι που δοκίμασα να μπω εγώ στο χαρτί, κουφάρι ανακατωμένο στις δίνες του ενστίκτου, όχι εκείνου που κατασκεύασε ο νους αλλά του άλλου που δε έχει ουδεμία ανάγκη απόσχισης από τον οργανισμό. Κάτσε μόνος σου τώρα κει μέσα και πέθανε από την πλήξη του κενού που γεννάει η άρνησή μου, μια ολοκληρωτική άρνηση για πρόοδο, επανάσταση, πνευματικότητα, γνώθι σαυτόν.
*“Πρέπει να έχουμε αυτογνωσία: ακόμα κι αν αυτό δεν συντελεί στην εύρεση της αλήθειας, χρησιμεύει τουλάχιστον στη ρύθμιση της ζωής, και δεν υπάρχει τίποτα πιο σωστό” (Blaise Pascal). Λέω: ρύθμιση της ζωής; πως ρυθμίζει κανείς τη ζωή; μόνο την καθημερινή ζωή μέσα στην κοινωνία, να κάτι που ρυθμίζεται από την κοινωνία. Εδώ η αυτογνωσία δεν είναι τίποτα άλλο από το να δεις την κοινωνία μέσα σου σαν το μέσα σου να είναι καθρέφτης. Στο σημείο όμως που βλέπεις το έξω σου, το μέσα δεν υπάρχει, και η αυτοπαρατήρηση δεν είναι παρά μέρος της καταστολής. Εξεγερμένος διαπιστώνεις πως εαυτός δεν υπάρχει να παρατηρήσεις, γιατι ό,τι υπάρχει εκεί είναι κάτι που πρέπει να αποβληθεί. Το γνώθι σαυτόν είναι ένα μεγάλο ψέμα. Τα αποτελέσματα χιλιάδων χρόνων είναι εμφανή. Θα έπρεπε κάποιος να πει ότι δεν υπάρχει τίποτα να γνωρίσεις, αλλά να παρατηρήσεις αυτό που δεν είσαι. Και παρατηρώντας θα δεις ότι όλο αυτό που δεν ήσουν αυτό είναι εσύ. Και τότε αηδιασμένος να το ξεράσεις. Τότε και μόνο τότε θα υπάρξεις ως κάτι που δεν υπήρξε και ούτε θα υπάρξει. Κάτι που γεννιέται και πεθαίνει. Κάτι μοναδικό και ασήμαντο. Αντέχεις;
*Ο καθένας είναι διαφορετικός κι έτσι έχει τους λόγους του να αντέχει -μην κάνοντας τίποτα- την εξαθλίωση, όταν δεν μηχανοποιείται απλώς. Πίσω από τον λόγο υπάρχει μια επιφανειακή ματιά που βλέπει την υπάρχουσα κατάσταση και μια βαθιά που αγγίζει τη σάρκα κάτω από το κέλυφος των ιδεών: η απίστευτη ηλιθιότητα των ανθρώπων που νεκροποιεί «αποπνευματοποιώντας» το σώμα, και λίγο πιο μέσα στις συσπάσεις των σπλάχνων τους ο φόβος του θανάτου, η παγωνιά. Όλοι είμαστε ένοχοι, όλοι ξέρουμε ότι δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τα πράγματα τα οποία μας πραγμοποιούν γιατί τελικά είμαστε τόσο «διαφορετικοί ως προς τους σκοπούς και τις αιτίες». Μόνο που αυτός ο ντετερμινισμός που πλαστώς περιβάλλει κάθε μας δικαιολογία δεν έχει θέση στη χαοτική πραγματικότητα που ζούμε: ο φόβος ως κοινή αφετηρία απομακρύνει εκθετικά τα σώματα στις τροχιές του εξουσιαστικού σύμπαντος. Η μη προβλεψιμότητα συμπίπτει εδώ με τον βαθμό αποξένωσης. Τελικά πέρα από τους κενούς λόγους είμαστε όλοι ίσοι, αδιάφοροι.
*”Σε πολλούς ανθρώπους είναι ήδη αδιαντροπιά, όταν λένε εγώ” (T. Adorno -minima moralia, 1951). Σ' όλους, σ' όλους.
γ. γεωργίου
*αφιερωμένο στο μέσα μου και στο έξω μου:
____________
σημείωση: οι φωτογραφίες (1.brooklyn bridge fog 2.brooklyn window 3.rockefeller center 4.gondolas) ανήκουν στην lynn saville
Ας φωτίσουμε με το φως ενός πορτατίφ την σελίδα εκείνη που στο κέντρο της μέσα σε πλαίσιο βρίσκονται οι τέσσερεις εξισώσεις του Maxwell, κι ας βάλουμε πάνω τους έναν αναγνώστη. Δεν πρόκειται όμως για μιαν ακόμη σκηνή επιστημονικής επιμέλειας. Ο αναγνώστης μας ήδη ξέρει απέξω αυτές τις εξισώσεις. Αν έχει προσηλωθεί ξανά σ' αυτή την σελίδα είναι για λόγους αισθητικής.
Ίσως ηχεί παράξενα, κι ομως η σκηνή αυτή δεν είναι πρωτότυπη. Έχει επαναληφθεί αρκετές φορές με διάφορους πρωταγωνιστές μαγεμένους απ' την ίδια εσωτερική και μυστική ομορφιά. Οι διαφορικές εξισώσεις του Maxwell, όλος ο ηλεκτρομαγνητισμός σε τέσσερεις λιτές εξισώσεις, σε τέσσερεις συσχετίσεις των αποκλίσεων και των στροβιλισμών της διέγερσης και της επαγωγής. Τέσσερεις γραμμές που δεσμεύουν τους παλμούς του φωτός μέσα στις έναστρες αποστάσεις, τις ανακλάσεις, τις διαθλάσεις και τις περιθλάσεις, τις λήψεις και τις εκπομπές των κεραιών, τις αποκλίσεις των πυξίδων, την κίνηση των κινητήρων, το σέλας, το ρεύμα που διαρρέει τις περιελίξεις των πηνίων, τους κύκλους των ηλεκτρονίων στα πεδία των μαγνητικών διπόλων. Κι όλη αυτή η πολλαπλότητα δεν είναι παρά εκτύλιξη κι εκδίπλωση του ίδιου μοτίβου, της ίδιας νομοτέλειας, της ίδιας συμμετρίας. Τέσσερεις εξισώσεις, λιτές, ισορροπημένες, γεωμετρημένες, κρυπτικές. Ίσως εδώ θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε στον ήρωά μας να αισθανθεί κάτι απ' τη συγκίνηση ενός αρωματοποιού μπροστά σε μια σταγόνα που συμπυκνώνει το απόσταγμα χιλιάδων λουλουδιών, κάτι απ' το ρίγος του αλχημιστή πάνω από τη λυδία λίθο του, την έξαψη της ανακάλυψης ενός ανέκαθεν θρυλούμενου αλλ' ουδέποτε ανευρεθέντος κλειδιού. Ή θα μπορούσαμε απλώς να τον αφήσουμε σκεπτικό, καθώς παρατηρεί τις εξισώσεις με τα ανάδελτά τους και τα σύμβολα των μερικών παραγωγίσεων. Του αρέσει βέβαια που μέσα σ' έναν κόσμο ατελή, θνησιγενή, ανήσυχο, γεμάτο τριβές, αυτές εδώ οι εξισώσεις στέκονται ήσυχες, οριστικές, χωρίς να απαιτούν ανασκευές και βελτιώσεις. Του αρέσουν τα μαθηματικά. Σ' αυτή τη γλώσσα μπορεί κανείς να γράψει με δυο γραμμές ό,τι αλλιώς χρειάζεται σελίδες για να διατυπώσει, μπορεί να κάνει σκέψεις που μπροστά τους μοιάζουν παιδαριώδεις ακόμα κι οι πιο σύνθετοι συλλογισμοί. Λυπάται που σπάνια μπορεί να μοιραστεί με κάποιους άλλους όλα αυτά τα φευγαλέα τοπία που κάθε τόσο οι μαθηματικές εξισώσεις ξεδιπλώνουν στα μάτια του. Κι όμως, τόσο αδύναμες στα ερωτήματα της καρδιάς! Τόσο άχρηστες στα κρίσιμα ερωτήματα της ζωής! Κι όμως αινιγματικές. Κι όμως θελκτικές.
Η λάμπα σβήνει, ο ήρωάς μας εγκαταλείπει το δωμάτιο. Πίσω του, μέσα στο σκοτάδι, το φάντασμα του Πρόσπερου χαμογελά. Είναι για χάρη εκείνου που, αιώνες τώρα, στα εργαστήρια φέγγουν οι λάμπες μέχρις αργά. Η τεχνολογική πρόοδος δεν ήταν παρά το πρόσχημα. Οι κινητήρες σφυρίζουν σε χιλιάδες στροφές και χρειάστηκαν ακριβείς εξισώσεις για να μπορούν να περιστρέφονται αξιόπιστα. Δήθεν. Ούτως ή άλλως κάποιοι έπρεπε να γράψουν τα βιβλία του, γι' αυτό χρειάστηκε η βιομηχανία, για να στηρίξει το άλλοθί του, για να τους προμηθεύσει με τις απαραίτητες δικαιολογίες και πιστώσεις. Περασμένα μεσάνυχτα σε μισοφωτισμένες κάμαρες πάνω από χαρτιά γεμάτα σύμβολα, μαθηματικοί και φυσικοί σαν υπνοβάτες διατυπώνουν σ' εξισώσεις τους νόμους του φυσικού κόσμου, αγνοώντας ότι στην πραγματικότητα μιλούν για κάτι άλλο, κάτι σπουδαιότερο, ότι ψηλαφούν ένα αρχαίο μυστικό που βρίσκεται στη ρίζα της ανθρώπινης μοίρας, ότι πλέκουν ρούχα για την απαγορευμένη λέξη. Η επιστήμη, ένας δούρειος ίππος. Αρκεί μία ελάχιστη μετατόπιση στις εξισώσεις της, μια αντικατάσταση των ψευδωνύμων και ξαφνικά το σύννεφο διαλύεται, διαφαίνεται το νόημα κι αίφνης μια άλλη ιστορία ξετυλίγεται τρομακτική σχεδόν, υπέροχη, και στο κέντρο της ένα ‟θέλω” που αναδύεται με ταχύτητα φωτός από τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής κι αιώνες τώρα στερεοποιείται σ' ένα πετρωμένο σχεδόν απ' το πείσμα της απόφασης πρόσωπο, περιμένοντας εκείνο το ‟σε θέλω” που θα λύσει τα μάγια. Μέσα στο σκοτάδι ο Πρόσπερος κλείνει το βιβλίο της καταγωγής της ύλης.
Απ. Κυρίτσης (1991)
close-up of Edison electric fan (από το sparkmuseum)
____άλλες δημοσιεύσεις του Απ. Κυρίτση, εδώ στο blog και στο Ποιείν
Αν και κάτι μέσα μου αντιδράει σε μια τέτοια κίνηση αναπαραγωγής μιας κριτικής του βιβλίου μου, δεν παύει να είναι «μέσα», κάτι ασήμαντο. Αυτές οι αντιδράσεις προφανώς προκύπτουν από ιδεοληψίες περί του τι είναι σωστό και τι λάθος, τι κουλ και τι φλωριά. Δεν έχουν να κάνουν με την πραγματικότητα του ζωντανού οργανισμού. Είναι μαλακίες του νου. Η αποσιώπηση είναι το ίδιο με την επίδειξη. Δεν έχω άλλο λόγο πια από το να καταγράφω κάθε φορά την πραγματικότητα του δικού μου ζωντανού οργανισμού, έξω από το καλό και το κακό, το πρέπον, το σαγηνευτικό, έξω από το μυαλό -τον νου που κατασκευάζει πραγματικότητες οι οποίες τον βολεύουν. Με τη δύναμη και την αδυναμία του οργανισμού αυτού. Να τον παρατηρώ όπως έναν σκύλο ή ένα δέντρο. Χάρηκα λοιπόν όταν ενημερώθηκα ότι κάποιος, υποθέτω νέος, κάθισε και έγραψε μια κριτική, ένα κείμενο, κάποιος που διάβασε το βιβλίο πού 'γραψα κι ανταποκρίθηκε, συνομίλησε με τον τρόπο του. Θα μπορούσε ακόμα να ήταν ένα σχόλιο εδώ, στην παλιά μου ανάρτηση για την αιώνια ύλη, μέρος της εδώ σάρκας που μεγαλώνει φυσιολογικά σαν παιδί. Τον Λευτέρη Βασιλόπουλο δεν τον γνωρίζω. Δεν έχω καμία σχέση με τον χώρο της λογοτεχνίας, πέραν του ότι γράφω. Για τούτο μου έκανε μεγάλη εντύπωση η κίνησή του, που σαφώς αποτελεί μια ειλικρινέστατη κίνηση από μέρους του, και τον ευχαριστώ θερμά από εδώ -αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Περισσότερο από τα λόγια με χαροποιεί αυτή η κίνηση -ποτέ τα λόγια δε θα μ' έκαναν να απογοητευτώ για όσα γράφω ή να με κάνουν να νιώσω σπουδαίος. Τα λόγια ως κριτική, ως αντίλογος είτε ως διάλογος, μπορούν μέσα από τα συμπεράσματα του βλέμματος που παρατηρεί τον κόσμο να με κάνουν πιο αποφασισμένο ή πιο αποτραβηγμένο, λιγότερο ή περισσότερο επιθετικό σαν έκφραση και στάση, πάντα -έτσι τουλάχιστον αισθάνομαι- για την προστασία του ίδιου του οργανισμού. Ποτέ τα λόγια δεν θα αλλοιώσουν την πράξη της γέννας. Γράφω αυτά που μπορώ να ξεράσω και εκεί δεν υπάρχει ο άλλος, ούτε ο εαυτός καν, παρά οι συσπάσεις και ο εμετός, η ένταση και το είδος της μετασχηματισμένης ύλης. Και φυσικά χαίρομαι (συνέβη με το κείμενο του Λ. Βασιλόπουλου) όταν νιώθω λιγότερο μόνος, όταν κάπου, κάτω από το δέρμα των λέξεων, τα νεύματα αλληλοκατανοούνται.
γ. γεωργίου
Ιδιότροπες σημειώσεις:
Μου αρέσει που ο Λ. Βασιλόπουλος δεν με αποκαλεί κύριο -δεν είμαι κύριος.
Δεν μου αρέσει το Γεώργιος του εξωφύλλου, ηχητικά, αισθητικά, ή αλλιώς σαν μνήμη της ίδιας της λέξης -δεν με λένε Γεώργιο (παρόλη τη διευκρίνιση από μέρους μου, το βιβλίο -το εξώφυλλο για την ακρίβεια- τυπώθηκε έτσι. Να 'ταν ο δαίμων του τυπογραφείου; Ή το marketing της «λογιότητας»;).
Η κριτική του Λευτέρη Βασιλόπουλου δημοσιεύτηκε στο κοντέινερ της ελευθεροτυπίας στις 12/4/2010. Αναπαράγω το δημοσίευμα/απόκομμα της εφημερίδας.
Για άλλη μια χρονιά δεν πήγα εκκλησία. Αν αυτό μου γίνει παράδοση, συνήθεια, θα το σκεφτώ για του χρόνου, να περάσω καμιά βόλτα, κι ας η αισθητική μου μού απογορεύει τα γκαρίσματα των παπάδων, τις μαύρες μπέρτες τους, τις χοντρές πεινασμένες από ψέμα κοιλιές, τα γαμψά τους νύχια. Μια στο τόσο αισθάνομαι αδιαπέραστος από την ιερή τους μιζέρια και μου αρέσει να πηγαίνω προς τα κει, ένα τσιγάρο γύρα, να παρατηρώ όλους αυτούς με τα κεριά και τα καλά τους ρούχα, διάσημους και ασήμαντους, τις μόνιμες εκφράσεις τους, κοινές ενός κοινού πλαισίου κατανόησης, μιας ταύτισης που απαντάει σε όλες τις άλλες κραυγές κάθε είδους διαφοροποιημένης μάσκας. Δεν πήγα εκκλησία. Το holymarket της γειτονιάς έφτανε μέσα από τα μεγάφωνά του στην ησυχία μου, κράζοντας σαν κόρακας ή σαν μπούφος την επιτυχία του, μαζί φυσικά με τον ερχομό της άνοιξης. Το άγριο φως ήρθε και πάλι με κλοτσιές στα καλάμια των κιτς παπάδων, ημιτρυφερά-ημιάγρια σπρωξίδια με δειλές σφαλιάρες και κόκκινα μαγουλάκια, με αρκετά βραχνά «το πήραμε το φως, και πάλι σας γαμήσαμε, ωε ωε ωε ωε», άντε και καμιά ροχάλα στα μαλλιά και τα γένια. Αυτά στους άγιους τόπους και ενίοτε και στις τηλεοράσεις. Όχι στο παλιό τούρκικο σπίτι της μάνας μου στις σέρρες. Φέτος το ενδιαφέρον ήταν ότι κανείς από την οικογένεια δεν πήγε. Ούτε καν ευχή έπεσε στο τραπέζι, ούτε φιλιά, ούτε σάλια. Εντυπωσιακότατο θα έλεγα, εντελώς απροσδόκητο θα συμπλήρωνα. Αν και δεν ήθελα να γράψω τίποτα για αυτές τις μέρες, παρακινήθηκα από τα ανοιγμένα στον ορίζοντα γεγονότα. Ναι, δε θέλουμε το φως των απατεώνων, ας βάλουν φωτιά τα μούσια τους. Έφαγα νωρίς το σάββατο βράδυ, το μεγάλο σάββατο των χριστιανών, και άραξα. Κάποιος ηλίθιος δημόσιος υπάλληλος, γείτονας από τους πολλούς, βαρούσε βεγγαλικά με πολυβόλο έξω από το παράθυρο, ασταμάτητα. Αναρωτιέμαι σε τι κοινωνία γίνεται να μην συλλαμβάνεται με πελώρια απόχη και οδηγείται στο άσυλο της γειτονιάς, ή έστω να εξοστρακίζεται από την πόλη πάνω σε μια σιδερένια ράγα γεμάτος πίσσα και πούπουλα. Αυτός συνέχιζε στον δικό του ανύπαρκτο πόλεμο που συγγένευε με τη διεστραμμένη χαρά του. Ίσως ποτέ μου να μην καταλάβω γιατί το κάνει κάποιος αυτό, πώς είναι η χαρά του, τι αισθάνεται και τι αισθάνεται γενικά. Η αηδία που νιώθω αυτές τις στιγμές για όλες αυτές τις παραδόσεις, όλη αυτή την ανάγκη τού να είσαι τυφλός, δίχως θέληση, ανήμπορος να πεις ένα «μπα δεν γουστάρω», «δε μ' αφορά», ή ακόμα «βαριέμαι», θαρρείς και πρέπει να κάνεις ό,τι και οι άλλοι αλλιώς κάτι κακό θα συμβεί -όπως το να μην περάσεις κάτω από σκάλα, ας πούμε, ή να μην σπάσεις τον καθρέφτη ώστε ν' αποφύγεις τα εφτά χρόνια γρουσουζιά- κινητοποιεί μια εικόνα σαν όραμα, σαν βαθιά επιθυμία, που ενώ είναι εικόνα ενός τέλους -αυτό δείχνει- με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα, το τέλος η μόνη μου στιγμή αισιοδοξίας. Όλη αυτή η κατασκευασμένα μαγική αντιμετώπιση ενός άγονου -μέσα στην καθολική απομάγευση του υπαρκτού- κόσμου, τον οποίο αναπαράγει, είναι εύκολη και βαρετή. Αποσκοπεί στην τάξη αυτού του κόσμου -αντίθετα από τις χαοτικές εκφράσεις του πραγματικού. Μια (ανάγκη για) τάξη προχριστιανική ακόμα, ένα κλείσιμο από τους αρχαίους χρόνους που βρήκε την πιο ακίνητη μορφή της στους πατέρες της επιχείρησης «εκκλησία». Η καταπίεση μιας τέτοιας θέασης που ως συλλογικό ασυνείδητο πιέζει όλους όσοι βρίσκονται στον ορίζοντά της προς μια φρικτή εξομοίωση, μια δυσμορφία ομαδική, θα έπρεπε να έχει οδηγήσει στην έκρηξη εδώ και καιρό. Θα έπρεπε όμως; όχι, αφού τελικά δεν είναι καθόλου καταπιεστική. Είναι το ιδανικό, αυτό που μας βολεύει. Φτειάξαμε συνήθειες για να γεμίσουμε το κενό που μας τρόμαζε, και τώρα οι συνήθειες μας καταβρόχθισαν. Ξημέρωσε κυριακή. Πρέπει να γιορταστεί η ανάσταση του θεανθρώπου. Η λίγδα του πλούσιου τραπεζιού αντιστοιχεί στη λίγδα των ιδεών. Σύγχυση πραγμάτων που μόνο ο νους μπορεί να αντέξει, σπάνια δε το στομάχι. Μην ανοίξεις την τηλεόραση. Μην φύγεις ποτέ για τη θεσσαλονίκη. Αυτό ήταν, τέλος το θείο δράμα μέσα σε εμετούς και βλαστήμιες αχόρταγων νεοελλήνων. Ίσως να νομίζουν πως τα κοκορέτσια είναι σαν τις πόρσε. Ή σαν τα γεννητικά όργανα νεαρών αγοριών και κοριτσιών, μια υπόσχεση και μια αναστολή ενός τεράστιου, απελευθερωτικού οργίου. Άλλη μία μέρα και πίσω. Στη θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο το φασισταριό σ' αυτήν τη σκατούπoλη που οι τυφλοί βρίσκουν ακόμα ωραία, ούτε όλοι οι κρετίνοι που τρέχουν να τους ψηφίσουν με την ελπίδα να χωθούν σε κάποια δημόσια υπηρεσία την οποία οι υπόλοιποι μαλάκες θα πληρώνουν πολύ δημοκρατικά, όπως και στην αγαπημένη τους αρχαία αθήνα: γιατί δημοκρατία χωρίς σκλάβους δεν νοείται πια -το ξέρουμε, το έχουμε χωνέψει, φτάνει με την παραμύθα. Δεν είναι αυτή η φάτσα του δημάρχου, του νομάρχη, του σιχαμένου παπά, που αν δεις μια φορά θα σε στοιχειώνει πάντα, το στιλ, η άνεση, η καλή ζωή, το κεφάλι της μέδουσας. Δεν είναι το δήθεν πένθος και το μηχανοποιημένο σαν κλάσιμο «καλή ανάσταση» και «χρόνια πολλά» του κάθε ανθρώπου για έναν τζίζους σούπερσταρ, που έκανε το ένα ψάρι δυο και τα τρία των φαρισαίων δύο. Είναι ο νους αυτός που οδηγεί από την ευχή στην απάτη, από την αγάπη στο έγκλημα, από κάθε ωμό ήχο στη λέξη, από κάθε βήξιμο στην εκπνευμάτιση -σε έναν κόσμο χωρίς πραγματικότητα. Είμαστε οι συνήθειές μας, που είναι η συμφωνία του υποτιθέμενα διαφορετικού με τον νου της κοινωνίας -εξαπατημένοι, με ξένα, ως προς την αναγκαία λειτουργία του οργανισμού, συναισθήματα, ανίκανοι για ένα μηδαμινό θάνατο, κάποια ρήξη, έστω ένα ξέρασμα. Η παράδοση σε έχει φασκιώσει σαν μούμια κι εσύ χαίρεσαι με τη σπουδαία πυραμίδα που χτίζουν, δίχως ν' αναρωτιέσαι ποιος εκεί μέσα θα θαφτεί. Είσαι νεκρός μεγάλε, πάρτο χαμπάρι, μετά το αναστάσιμο ψέμα ενός θεού που είναι γιος ανθρώπου αλλά με πατέρα θεό και μάνα αγία παρθένο, μετά απ' όλη αυτή τη μπουρδολογία που σου σφίγγει τ' αρχίδια, είσαι άξιος κάθε απάτης, μπεκετικέ, μικρέ μου έλληνα. Καλή η ανάσταση όπως κάθε χρόνο άλλωστε, και πολλά χρονιαπολλά με μπουκωμένο από τ' αβγά στόμα. Μην ανησυχείς, ο αθάνατος, όπως κι ο νεκρός, δεν πεθαίνει άλλο πια -ποτέ σου δε θ' αλλάξεις. Η βασιλεία ενός παιδιού-βαμπίρ.
γ. γεωργίου
matthew pillsbury
-------
σημείωση: οι φωτογραφίες πάρθηκαν από την ιστοσελίδα του Matthew Pillsbury
Αυτό που αποκομίζει κανείς μελετώντας Πλάτωνα είναι μια αίσθηση ενός κόσμου θεϊκού που εξέπεσε στην ύλη, στο κακό. Η περιφρόνηση της ζωής στον Αξίοχο συναντά τη βουδιστική ανάβαση προς τις ουράνιες ρίζες του αντεστραμμένου δέντρου. Στον γερμανικό ιδεαλισμό ο άνθρωπος ως σκέψη προσπαθεί να υπερβεί τον φυσικό κόσμο μέσω μιας ύποπτης πλην θαρραλέας συμφιλίωσης, θέλει να γίνει θεός. Η προσπάθεια να ονειρευτούμε μετά βίας τη συγκεκριμένη επιθυμία μας θα μας έκανε παράφρονες στα μάτια ενός Πλάτωνα, ο οποίος μας αφήνει βέβαιους να πιστεύουμε πως το όνειρο ήταν κάποτε πραγματικότητα, μέχρις ότου ακούστηκε η φωνή του Δία: «ξυπνήστε, είμαι ο κυρίαρχος του κόσμου».
Σήμερα όλα αυτά έχουν χάσει την οσμή τους για τα αδύναμα ρουθούνια μας. Τα αντανακλαστικά μιας μηχανοποιημένης ύπαρξης οδηγούν με τις κεραίες τους σε μια εποχή τόσο ιδιότυπη ώστε κάθε άλλη εποχή να φαντάζει ξένη. Η ευχή «να περνάς καλά» φέρνει μια πνοή από τις εποχές της τυραννίας, μόνο που η διασκέδαση τότε αναφερόταν στο αίσθημα της θλίψης ή του πόνου που επιφέρει η κενή ζωή -διασκέδαζες λοιπόν τη θλίψη, διασκέδαζες τον πόνο, και με την απαραίτητη για κάθε τύραννο εκφραστική παρουσία του καλλιτέχνη-γελωτοποιού που διαλεκτικά συμμετείχε στο αντικείμενο και πια έχει εξαλειφθεί μαζί του. Πλέον διασκεδάζουν, που σημαίνει διασκορπίζονται.
Μπορεί κανείς να παρατηρήσει τους σύγχρονους τυράννους οι οποίοι δεν χαμογελούν, δεν ξέρουν να χαμογελούν, παρά μόνο μετά από τα μαθήματα και τις προτροπές των συμβούλων και μάνατζερ.
Η ζωή που ποτέ δεν μπόρεσε να εκφραστεί ολοένα λιγοστεύει.
george ciardi -wander
Ένα διαφορετικό μάτι, το αριστερό ή το δεξί, συλλαμβάνει το παραπάνω κείμενο του διπλανού ματιού και συνεχίζει:
Αυτή είναι η εκδοχή της πραγματικότητας κάτω από το φως της μέρας, μέσα από τις αντανακλάσεις του πολιτισμού. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς σαν σκοτεινιάζει. Όταν κάθε τι κοιμάται μέσα στα βάθη της νύχτας που φυσάει, ένας μαύρος πάνθηρας με γυμνά νύχια γυμνώνει αγριεμένος την κοιλάδα ξεριζώνοντας τις σάρκες και τρώγοντας τις ρίζες του δεντροφυτεμένου νου, τότε, που κάθε τι κοιμάται, μες στ' όνειρο της πραγματικότητας -πραγματικότητα απαλλαγμένη από την ανθρωπιά- κει μια άγρια χαρά σούρνεται κάτω από την πέτσα της γης, μια ταραχή που απειλεί να ξεσπάσει με γέλια, σαν σπέρμα λίγο πριν την έκρηξη της συνουσίας. Τα παιδιά της θα τσακίσουν τα τάρταρα, της γης παιδιά τοίχους και δεσμά με φλόγα θα τινάξουν, και μ' εκατό ριξιές τη φορά θα γκρεμίσουν όλα του κόσμου τα ειπωμένα.
Δεν τελειώνει εδώ... -μάτια είναι και βλέπουν διάφορα.