Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016

Δάσος Αοκιγκαχάρα. The Sea Of Trees.


Το δάσος Αοκιγκαχάρα στους πρόποδες τού βουνού Φούτζι, στην Ιαπωνία, είναι το ιδανικό μέρος για να πεθάνει κανείς. Μια θάλασσα από δέντρα, γνωστό και ως το δάσος τής αυτοκτονίας —ένας από τους πιο δημοφιλείς τόπους για να φύγεις από αυτόν τον κόσμο μια και καλή. 
Ένας τόπος μαγικός, τρομαχτικός, κατοικημένος από φαντάσματα, δαίμονες και Κάμι, και όλες εκείνες τις ψυχές που εγκατέλειψαν με βία ή χωρίς, τα σώματά τους στα σπλάχνα τού δάσους. 
Χαρακτηριστικά τού Αοκιγκαχάρα που εντείνουν τη μυθολογική/παραφυσική του αύρα είναι η απουσία ζώων, η απουσία ήχων (ένα βουβό δάσος), η μη λειτουργία τηλεφωνικών συσκευών, GPS, πυξίδων.


Εκεί, ο Αμερικάνος Άρθουρ Μπρέναν θα πάει για να αυτοκτονήσει. Ο λόγος που επιλέγει να πεθάνει και μάλιστα στο Αοκιγκαχάρα ξεδιπλώνεται σιγά σιγά με φλάσμπακς, καθιστώντας αυτόν τον λόγο του όλο και πιο βαθύ, όλο και πιο εσωτερικό. Στο δάσος θα συναντήσει έναν Ιάπωνα ο οποίος έχει χαθεί και προσπαθεί να βρει την έξοδο -θέλει να ζήσει, όπως λέει, να επιστρέψει στην οικογένειά του. Ο Μπρέναν θα τον βοηθήσει κι από κει ξεκινάει ένας αγώνας επιβίωσης μιας και το να προσανατολιστείς στο Αοκιγκαχάρα είναι αδύνατο. 
Είναι ένα εσωτερικό ταξίδι στη μέσα θάλασσα, στα μέσα δάση, το ταξίδι που είτε πνίγει και κατατροπώνει, είτε περιβάλλει με γαλήνη και λυτρώνει. 
Είναι ένας τόπος Καθαρτηρίου, λέει ο Ιάπωνας συμπρωταγωνιστής στην ταινία.


Η ταινία χλευάστηκε στις Κάννες από κοινό (γιουχάρανε κατά την προβολή της) και κριτικούς. Οι δήθεν κριτικοί του Rotten Tomatoes την έθαψαν (βαθμολογήθηκε με 7% —την ίδια στιγμή δίνουν 90% στο καινούργιο Captain America, το οποίο αν αφαιρέσει κανείς τις σκηνές δράσης είναι ένα ανόητο φιλμ απ’ όπου η ιστορία απουσιάζει. Σημειώνω βαθμολογίες για να καταλάβει κανείς το πόσο γελοίοι είναι, ή απλώς κάνουν τη δουλειά τους… όχι του κριτικού αλλά του μπίζνεσμαν: The Fountain 51%, The Godfather ΙΙΙ 67%, The Thin Red Line 78%, ακόμα, το πρόσφατα βραβευμένο με όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, The Big Short, πιάνει ένα 88%. Τέτοια μπλοκμπάστερ όπως το Captain America πρέπει να πουλήσουν καθώς εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη ατζέντα διαμόρφωσης των μαζών/καταναλωτών σε όλο πιο άνευρα, ηλίθια, έντρομα, παθητικά όντα -η κοινωνία τού θεάματος στην υπηρεσία της ψυχο-ευγονικής- και οι κριτικοί ως οι καλύτεροι διαφημιστές πληρώνονται για την προώθησή τους). 
Στις Ηνωμένες Πολιτείες παίχτηκε σε έναν μόνον κινηματογράφο και δεν έκανε εισπράξεις πάνω από 3 χιλιάδες δολάρια (κόστισε 25 εκατομμύρια). 



Η ταινία μού άρεσε αρκετά. Θα τη βαθμολογούσα με ένα 89% αν έπρεπε να παίξω τον άχαρο ρόλο τού κριτικού που ασχολείται με νούμερα. 
Είδα μια ιδιαίτερα ανθρώπινη ιστορία όπου το μαγικό στοιχείο των βαθιών σχέσεων κυριαρχεί πάνω στον επιφανειακό πόνο τού πραγματικού. 
Βρίσκω θλιβερές τις αντιδράσεις κοινού και κριτικών. Ακόμα μία ένδειξη ότι μόνο το εφέ μετράει -το φαίνεσθαι, το fake- η κλισέ αφηγηματική φόρμα, η κίνηση προς τα έξω σε αντίθεση με τη μέσα κίνηση, η ευκολία τής κατανάλωσης σ' αντίθεση με τη δυσκολία τής παραγωγής (το να σκέφτεσαι σε έκταση, να αισθάνεσαι σε βάθος, να γίνεσαι, να είσαι), η απαίτηση μιας ψυχαγωγίας απ’ όπου η ψυχή είναι απούσα — σαν να τρως ένα γευστικότατο για τον ουρανίσκο -δηλητηριώδες για τον οργανισμό- τροποποιημένο μπέργκερ, σαν να γαμάς χωρίς αισθήματα, σαν να ζεις με τον πόθο των φρούτων στη χώρα των λωτοφάγων. 
Οι ζωντανοί νεκροί είναι η νέα μας προοπτική, χαραγμένη από τις σύγχρονες, political correct, σοφά κενές προς όφελός τους κοινωνίες μας. 
Η εύκολη λύση για τον καθένα μας είναι να αποφασίζει η κοινωνία για εκείνον, ο μπαμπάς, ο θεούλης, ο σούπερ ήρωας, οι κριτικοί —εκείνοι τέλος πάντων που λένε ότι κατέχουν τη γνώση/δύναμη και θέλουν να μας βοηθήσουν. Δεν γαμιούνται λέω ‘γω...
Ο Gus Van Sant σκάβει προς τα μέσα και μας προσφέρει το έργο με μια πνοή, σαν ένα κινηματογραφικό χάικου. 



γ. γεωργίου



Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2015

τι είδε ο Κατσούσικα Χόκουσαϊ (ιαπωνικό παραμύθι) -υπό έκδοση



Κατσούσικα Χόκουσαϊ, ο σπουδαίος Ιάπωνας χαράκτης, ιδιαίτερα γνωστός για το έργο του «μεγάλο κύμα έξω από την Κανάγκαβα»


-γνωστός επίσης για την εμμονή του να σχεδιάζει το βουνό Φούτζι.
Ο Κατσούσικα Χόκουσαϊ σ' ένα ιαπωνικό παραμύθι. Ένα παραμύθι γεννημένο από τα μάτια ενός Ιάπωνα, τα μάτια του. Κοίταξα μέσ' από τα μάτια του. Τόσο που έγινα εκείνος, ή εκείνος έγινε εγώ, ή και οι δυο χαθήκαμε κοιτώντας σε μια στιγμή μέσ' από τα δόντια ενός χαρακτικού του.
Από πάντα είχα μια έλξη για τα παραμύθια. Λέγοντας εδώ παραμύθια δεν εννοώ, όπως συνήθως, τις φιλοσοφίες εκατοντάδων ή και χιλιάδων ετών, ούτε τις ποιητικές εξάρσεις των κλισέ αισθημάτων. Λέγοντας παραμύθια εννοώ τα παραμύθια που τα παιδιά αγαπούν, εκείνα που συνήθως ξεκινούν με το μια φορά κι έναν καιρό, και φορές διαπερνούν τις μουμιοποιημένες -και για τους μοντέρνους, τσιμενταρισμένες- καρδιές των μεγάλων. Ένα τέτοιο παραμύθι ίσως είναι τούτο το βιβλίο, ένα βιβλίο που ίσως πάντα ήθελα να γράψω. 
Τι είδε ο Κατσούσικα Χόκουσαϊ;


Στο βιβλίο που ανεβάζω εδώ, έχω συμπεριλάβει κι ένα κείμενο που επιχειρεί να φανερώσει τη γεωγραφία τού συγκεκριμένου παραμυθιού, τη ζωντανή γη του. 


Το βιβλίο μπορεί κανείς να το κατεβάσει από διαβάσει εδώ
(για όσους το έχουν ήδη κατεβάσει ισχύει ό,τι και πριν: ο καθένας μπορεί να αντιγράψει και αναπαραγάγει ολόκληρο το βιβλίο ή μέρος του, και να το μοιράσει δωρεάν όπου επιθυμεί και αγαπά)


γ. γεωργίου   


Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014

η χρονιά του ποντικού (μυθιστόρημα)






...Αισθάνομαι τυχερός που έζησα ανάσα-ανάσα τη ζωή τόσων ζωών, και την έζησα τόσο σωματικά που δεν ξέρω πια ποιος είμαι, τι απέγινα. Σίγουρα όχι ο συγγραφέας. Μπορεί το χώμα, ίσως μόνο αυτό, το χώμα που μετά από πέντε περίπου χρόνια, χωνεύοντας όλες τούτες τις υπάρξεις στα σπλάχνα του, γέμισε αγριολούλουδα και δέντρα -υπάρξεις σαν: τη Ναστάσια, τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη, τον Αμαζόνα, τον Κόρμακ, τη μωβ κοιλάδα του Αλ Μπάχα, το πάρκο Λίαν, τον Κινέζο και το ρομπότ που γράφουν ιστορία, την Αλεξάντρα, το τείχος του Βερολίνου, τον Ρασκόλνικωφ το κατάνα, τους 89 εναπομείναντες Αμαχουάκα, τον ηγέτη της Μεγάλης Κυβέρνησης, το τραγούδι του Tom Waits, το μπουκάλι με τα γράμματα, τα ποτάμια, το τσίρκο, τα ολογράμματα, τον Απρρρ, τη θάλασσα… 



γ. γεωργίου

το βιβλίο εδώ




Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014

Χιβάρος







(ακατάλληλο για πολιτισμένους)



 πηγή wikimedia commons


Εικόνα 1.



Αμαζόνας. Στα μέσα τής δεύτερης χιλιετίας. Εκεί που το εκουαδόρ συνορεύει με το περού. Γη των χιβάρος. Οι λευκοί κατακτητές σφάζοντας και προχωρώντας στα σπλάχνα της ηπείρου, αναζητώντας χρυσό έφτασαν και στην εξαιρετικά πλούσια σε χρυσάφι περιοχή των χιβάρος. Οι χιβάρος αρχικά αποτραβήχτηκαν πιο μέσα στη ζούγκλα. Φιλήσυχος λαός, κατά βάση αγροτικός. Άνθρωποι ελεύθεροι μέσα στην καρδιά της γης, μεταξύ τους ίσοι, χωρίς βασιλιά και χωρίς θεό. Οι λευκοί κατακτητές όμως δεν καταλαβαίναν τίποτα έξω απ’ το χριστιανικό τους πνεύμα -τίποτα, εξαιτίας του. Στ’ όνομα του βασιλιά και του σταυρού, στον πόθο της κατασκευασμένης από τις αξίες ψυχής τους, όρμησαν στον χρυσό. Διόλου δεν νοιάζονταν για την καρδιά της ζούγκλας, το πνεύμα του αμαζόνα, την ανθρώπινη ύπαρξη που αποτελούσε από πάντα σάρκα και όργανο ενός γιγάντιου οργανισμού. Είχαν μάθει αλλιώς εκείνα τα πρώτα εκατό χρόνια -κι ακόμα βαστάνε τις ίδιες συνήθειες- να πετσοκόβουν, να κλέβουν, να βιάζουν, να εξουσιάζουν σκλάβους. Θέλανε χρυσάφι, θέλαν και ανθρώπους-σκυλιά. 1599. Οι χιβάρος επιτέθηκαν στους λευκούς κατακτητές και κατέσφαξαν 25.000. Τον διοικητή τον σκότωσαν ρίχνοντας μέσα στο στόμα του λειωμένο χρυσό. Τα κεφάλια των λευκών κατακτητών τα κάνανε μπρελόκ -το περιβόητο τσάντσα. Για τους χιβάρος η φροντίδα του κεφαλιού αποτελούσε μια μορφή εξαγνισμού από τον φόνο. Για τους λευκούς κατακτητές που δεν καταλάβαιναν τίποτα ήταν μια πράξη αποκρουστική, ένα φρικτό τρόπαιο. Από τότε και για αιώνες κανείς δεν τόλμησε να τους ενοχλήσει, οι θρύλοι οργίαζαν, και μόνο στο άκουσμα του ονόματός τους -χιβάρος- τρέμανε. Μέχρι τις δικές μας μοντέρνες εποχές…



Εικόνα 2.

αιώνια επιστροφή I

1599.
Λένε οι ποιητές πως τις νύχτες πέφτει σιγή. Κι έτσι θα ‘ναι, όπως στο πόκερ το φουλ χάους κερδίζει το φλας. Πρώτα αποδέχεσαι τους κανόνες κι έπειτα παίζεις σιγή -είναι μόνο ένα παιχνίδι. Η πραγματικότητα χάνεται σαν όνειρο, το πρωί σαν ξυπνάς. Κι εδώ που κοιτάω βράδυ είναι, και νύχτα τρομερή, πραγματικότητα που μπορείς να την ονειρεύεσαι και πάλι πιο αληθινή να φέγγει μες στα σπλάχνα της, σκηνές να φανερώνει. Το μάτι που σχίζεται απ’ το ξυράφι τι όραση μας ταΐζει; Όπως και νά ‘χει πρώτα ακούς κι έπειτα βλέπεις, αν είσαι τυχερός, αν αντέχεις -σιγή δεν υπάρχει έξω από τη λεπτεπίλεπτη ψυχή του ποιητή, νύχτα είναι, και άγριο δάσος πάντα, κάτι σαν τον αμαζόνα, ή μπορεί και να είναι κάθε φορά ο αμαζόνας, σε κάθε περίπτωση αυτός, αμαζόνας που σαλεύει πίσω από το δέρμα, ποτίζει τα νεύρα, κι αυτά τουμπανιάζουν, γίνονται ρίζες. Και τα δάση έρχονται αδιάκοπα. Τρομερά είναι. Ταΐζονται με σάρκα αμαζόνα. Με βουητά. Με σουρσίματα. Με ομιλίες ακαταλαβίστικες. Κλιματσίδες μέσα από το υγρό φυλλόχωμα, ντυμένα δάση, δέρματα που κρύβουν μια ασύλληπτη ζωή. Κύκλος αέναος. Στιγμές που μπορείς να αισθανθείς τον χτύπο μιας γιγάντιας καρδιάς: νε ρό - νε ρό. Στα βουνά, μέσα από τα βράχια, κάτω από τη γη, στην πέτρα και στο σώμα, γιατί είναι παντού, σε κάθε αλήθεια, ακόμα κι αν η αλήθεια αυτή δεν αφορά στην πραγματικότητα, παραπόταμοι λιγνοί σαν νήματα, φίδια που φτειάχνουνε φωλιές στις πιο σκοτεινές τρύπες.  Κυλάει το νερό. Μάτια κούφια, κόγχες θαλασσοδαρμένες ή μάτια με καταρράκτη. Νερά που γκρεμίζονται κι αφρίζουν μανιασμένα. Νερό παντού. Και στην ψυχή. Μέσα στον λαβύρινθο η ίδια του η άκρη, ρέει, πραγματικότητα που δεν πιάνεται μα διαβάζεται σαν χάρτης. Ακούς; Δικαιολογία δεν υπάρχει, κι αν δεν ακούς, αν δεν βλέπεις, έχεις σώμα που καταλαβαίνει. Η πραγματικότητα ανήκει στον αμαζόνα. Τροφοδότης θεός για τους άγριους, διάβολος για τους πολιτισμένους (el diablo ψιθύριζαν οι κονκισταδόρες, σαλοί και έντρομοι, χαμένοι μες στη νύχτα). Αυτή η ζωή της νύχτας, ο θόρυβος, ο θάνατος. Αλλά σιγή; 

Δεν άκουγες τίποτα. Έτρεχες σπάζοντας κλαδιά και θρυμματίζοντας φύλλα. Τα αμέτρητα πράσινα, σκούρες κηλίδες που αγκαλιάζουν το δέρμα του δάσους, κι ανάμεσα ρωγμές, φως και ανάσα, τόση ομορφιά που σβήνει σαν λαχανιασμένο σώμα, καίνε τα πνευμόνια, τρέχεις να ξεφύγεις από τον θάνατο μα η παραφωνία του σώματός σου τον κάνει θαρρείς πιο γρήγορο μέσα σε τόση ομορφιά γίνεσαι αναπόφευκτα ο στόχος -τί είδους ομορφιά; ίχνος της δεν πιάνεις σαν παίζεται η ζωή σου, το κεφάλι σου. Γαμώ το κεφάλι μου -αντιλαλεί στο ηλίθιο κεφάλι σου, τόσο μέσα, τόσο πέρα, αιώνες μακριά, τι γύρευες; Δεν βλέπεις και δεν ακούς. Ούτε την ανάσα σου δεν μπορούσες να ακούσεις που κόντευε να σπάσει. Ο θεός σου μόνο μία λέξη -μία λέξη που μετράει λεπτά ή μάλλον δευτερόλεπτα. Ένα, δύο, τρία -σφύριξαν περισσότερα, φύλλα που κι αν λυγίζουν σχίζονται απότομα- τα βέλη στο κορμί σου, έμπαιναν, σάρκα ιδρωμένη, βουτηγμένη σ’ ένα ωμό παρελθόν, ποτισμένη με το μεδούλι του δάσους. Λουλούδια άγρια, ανέγγιχτα, λουλούδια που μεταστοιχειώνουν την ομορφιά σε θάνατο. Έτρεχες και λίγο μετά πήγαινες παραπατώντας. Έτρεχαν ξοπίσω σου σαν γεράκια -γοργά πόδια και πολύχρωμα φτερά. Το αίμα σου μπαρούτι. Βήμα βραδύ και δεν είσαι σ’ εφιάλτη. Είσαι τότε που θέλεις δεν θέλεις, μπορείς δεν μπορείς, καί ακούς καί βλέπεις, μια ξαφνική όξυνση των αισθήσεων που δεν σε βοηθάει να επιβιώσεις, έχεις ξεχάσει να νιώθεις ζωντανός, και τώρα θα πεθάνεις, οι αισθήσεις σου το ξέρουν, είναι εκεί αλλά αδυνατούν να κάνουν το οτιδήποτε, εκφυλισμένες, απλές μάρτυρες του τέλους. Πριν το δηλητήριο κολυμπήσει στην καρδιά σου, είδες: τα κεφάλια τους σκεπασμένα με φτερά, μικροκαμωμένα χέρια με φυσοκάλαμα και βέλη, πόδια αναπάντεχα ανθρώπινα, κορμιά σκανδαλωδώς γυμνά, κάποιος σε γράπωσε απ’ τα μαλλιά -είδες το χαμόγελό του. Ακτινωτές φλόγες ξεχύθηκαν χείμαρος, σμήνος χρωμάτων και σκιάστηκαν τα σχήματα, έμπαινε το φως, θαρρείς κι ένα πινέλο βουτούσε τη μύτη του στο δάσος κι έπειτα ζωγράφιζε μ’ αυτήν τα γυμνά σώματα, χειρονομίες θαρραλέες, η πρησμένη σελήνη ξεκοιλιαζόταν μέσα στο δάσος, τότε που η όρασή σου πνιγόταν από την αγωνία, την ώρα κείνη που το δηλητήριο θα διαπερνούσε εύκολα τη σκληρή σου καρδιά, για πάντα -το χαμόγελό του τρυπούσε το δέρμα σου, τελείωνες μ’ ένα χαμόγελο αληθινό, γιγάντιο για έναν τόσο μικροκαμωμένο άνθρωπο, δεν ήσουν σίγουρος και τώρα είσαι: άνθρωπος είναι, κι αυτό σε τρομάζει περισσότερο -η στιγμή του τέλους σου είναι η στιγμή που η πλάνη χάνεται, όλη η ζωή σου.

Ο κύριος και σωτήρας σου την είχε κάνει όπως κάθε φορά, σε κάθε τελευταία ανάσα, πάντα απών. Τον θυμήθηκες μόνο τότε. Κι όταν πεθάνεις παύεις να θυμάσαι. Θυμάμαι. Δεν ήσουν τυχοδιώκτης, έτσι έλεγες τότε, σαν σάλπαρε το πλοίο με τους ευρωπαίους φονιάδες, δήλωνες χριστιανός, πιστός του θεού και του βασιλιά, θεματοφύλακας του λευκού σου πολιτισμού, ένας άξιος διαφωτιστής και πρωτοπόρος. Είχες γυναίκα και δυο παιδιά. Δεν το ξέρεις μιας και είσαι νεκρός μα τα παιδιά σου σε είχαν εικόνισμα, πρότυπο, θεμέλιο της ζωής τους. Και τα παιδιά των παιδιών σου επίσης, και τα παιδιά των παιδιών των παιδιών σου, και κάθε παιδί κάθε παιδιού των παιδιών σου -η αιώνια πίστη του αίματος, της φυλής η αιώνια ανοησία που γίνεται αξίες, παράδοση, πνεύμα. Ποτέ τους δεν σκέφτηκαν, γιατί δεν μπορούσαν να σκεφτούν. Κανείς δεν σκέφτεται, δεν υπάρχει «εγώ σκέπτομαι», γιατί δεν υπάρχει σκέψη ελεύθερη από τους γονείς της -δεν υπάρχει καν εγώ. Η σκέψη είναι η αναπαραγωγή -σε κάποιο βαθμό- της κοινωνίας, των ψεύτικων δομών της ένας μηχανισμός για να τραβάει η κοινωνία μπρος -οι αφεντάδες της πότε να διατηρείται κι άλλοτε να διογκώνεται καταπίνοντας λαούς, χέζοντάς τους σκλάβους. Γρανάζια και ρουλεμάν, καζάνια, βαλβίδες και θερμοστάτες, λωρίδα παραγωγής η σκέψη κι η ψυχή ο πίνακας ελέγχου: πότε αργά κι άλλοτε γρήγορα, η τυποποίηση δεν πρόκειται να σταματήσει. Σώματα κάποτε ζωντανά που μπήκαν σε κονσέρβες, νεκρά -ψιλοκομμένα ή σε χυμό. Παραδοσιακή η συνταγή με σεβασμό στον καταναλωτή -πουθενά αλλού. Η σκέψη που προσπαθεί να ικανοποιήσει ένα νεκρό σώμα. Σκέψη η νεκρόφιλη.

Ήταν ωραία κάποτε, τότε που έκανες ό,τι ήθελες, είχες όλη τη δύναμη και την ευλογία, αλλά το χρυσάφι κι η κερδισμένη με βύσμα θέση στον παράδεισο δεν αρκούσαν ώστε να μη νιώσεις βαρεμάρα. Αυτό που σ’ έτρωγε. Αυτό που ήσουν κι όχι αυτό που ο βασιλιάς-πατέρας και η μητέρα-εκκλησία φορούσαν στην ψυχή σου μιας κι οι μπίζνες πήγαιναν εξαιρετικά καλά -άστραφτες από δόξα και τιμή, ήρωας, χριστιανός και πατριώτης. Σ’ έτρωγε η βρομερή αλήθεια σου, τα σπλάχνα σου, κι εδώ, στην πιο αγνή γη τού τότε κόσμου μπόρεσες να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Ανακάλυψες όλες τις διαστροφές σου, εφεύρες καινούργια γούστα. Κρίμα που δεν θυμάσαι. Κανείς πια δεν θυμάται. Τότε που δοκίμαζες τις λεπίδες σου κατά πόσο κόβουν πάνω στις σάρκες των παιδιών. Τότε που έκοβες ένα χέρι ή ένα πόδι τους στοχαζόμενος αν άραγε οι κραυγές τους είναι ανθρώπινες. Τότε που διασκέδαζες την τρέλα σου βάζοντας στοιχήματα με τους άλλους γλεντζέδες -ελευθέρωνες δήθεν μερικούς αιχμαλώτους για ν’ αμολήσεις αμέσως μετά τα σκυλιά σου τα οποία κάθε φορά προλάβαιναν και κατασπάρασαν το θήραμά τους. Τότε που έπαιρνες βρέφη βυζανιάρικα, έσπαγες τα κόκκαλά τους και τα πετούσες στο νερό γελώντας με απαίσια σχόλια που μόνο η φυλή σου έβρισκε αστεία και τα οποία δεν μπορώ καν να προφέρω. Η φυλή σου ακόμα τα βρίσκει αστεία. Μην σε ξεγελά η αιώνια πρόοδος. Απ’ τις λέξεις στις πράξεις μεσολαβεί μια συγκυρία που όλα δήθεν τα δικαιολογεί στο όνομα κάποιας αξίας. Αναπηδάει ο χρόνος στη ρουλέτα του πολιτισμού, πότε συγκαλύπτει κι άλλοτε γκρεμίζει αποστάσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι που χωράνε σε μια χούφτα ανεκδότων, όπως κάποτε στα τρένα, θα είναι οι πρώτοι που θα μπούνε στις κάσες. Έχουμε ό,τι θες -πάντα θα έχουμε- γυναίκες, νάνους, μαύρους, τσιγγάνους… κάτι λίγους ινδιάνους. Η ψυχή σου να ορέγεται! Το πνεύμα και πάλι θα επιβληθεί τσακίζοντας τη σάρκα. Η παράδοση είναι παράδοση, το λένε κι οι παπάδες σε κάθε εποχή, οι αξίες πρέπει να διατηρούνται, μ’ αυτές άλλωστε κατάφεραν οι απόγονοί σου όσα κατάφεραν. Έτσι δεν είναι; Αίμα κι ατιμία, χρυσή ευκαιρία. 

Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Κάτι θα θυμάσαι, δεν μπορεί, ένα αποτύπωμα, μία ουλή, σαν κακό όνειρο τόσο πραγματικό που σε ρούφηξε στον άλλο κόσμο τού τίποτα. Μα μην τρελαίνεσαι, κι εδώ κι εκεί τίποτα, αυτό που συνδέει όλους τους κόσμους. Ένα τίποτα που πότε παίρνει μορφή κι άλλοτε τη χάνει. Μισή χιλιετία μετά τί άλλαξε στην αντίληψη του ανθρώπου; Ακόμα η εκκλησία στο πηδάλιο, ακόμα τύραννοι και φεουδάρχες, ακόμα χαραμοφάηδες βασιλιάδες -φαντάσου!- κι ο λαός το ίδιο ηλίθιος, πάντα περήφανος κι εξαρτημένος μπούλης. Πότε χριστιανός, πότε ναζί, πότε επιχειρηματίας, πότε μαφιόζος, πότε πρωθυπουργός, αρκεί να δηλώνεις πατριώτης, σωτήρας και απελευθερωτής, ξέρεις εσύ, οι χορδές του λαού π’ αγγίζονται τόσο εύκολα, χωρίς καν χέρια ή δάχτυλα, χορδές που οι ιδέες τίς κάνουν να παίζουν συμφωνίες. 

Ώσπου η μέρα πέρασε και ήρθε η νύχτα. Έτσι είναι η νύχτα. Έρχεται απότομα καταπίνοντας τα ποιήματα, αυτήν τη φτειαχτή λεπτότητα, τη σιωπή. Παίζει τη μουσική της, ουρλιάζει η νύχτα, μελωδίες του πεινασμένου χώματος. Στον αμαζόνα είσαι, και τη νύχτα να τη σέβεσαι, δεν πρέπει να κοιμάσαι. Τσιτωμένα σχοινιά, σαν να πέφτεις στη σκοτεινή θάλασσα από πολύ ψηλά, οι τένοντές σου σε τραβούσαν έξω από το όνειρο. Ξύπνησες απότομα. Κραυγές, κοψιές που σφύριζαν στον αέρα και κούρντιζαν τα νεύρα -τι παιζόταν; Συνήθως οι κραυγές σε νανούριζαν γλυκά τα βράδια κι ακόμα πιο γλυκά τα μεσημέρια, κραυγές γυναικών, κραυγές παιδιών, πάντα οι κραυγές των ιθαγενών, συνήχηση των σφαγιασμένων. Μα τι ‘ναι τούτο το φάλτσο απόψε; τίνος η φαλτσέτα κόβει απόψε; Αυτές οι κραυγές είναι λευκές, σημάδι πως κάτι πάει στραβά, πως μάλλον παίζεται ο κώλος σου, δηλαδή το κεφάλι σου, κι ας φαντάζει αδύνατο στο αδίστακτο μυαλό σου. Δεν γίνεται τα σκυλιά σου μια νύχτα να σου επιτεθούν και να σε κατασπαράξουν. Μουρμούριζες, για να μην πεθάνεις απ’ τον τρόμο. Θα χρειαζόταν να σφάξεις μερικούς ερυθρόδερμους ώστε να καταλαγιάσει η οργή σου, όμως εκείνη τη νύχτα η οργή δεν ήταν με το μέρος σου. Σκυλιά, μουρμούριζες, ένας άρρωστος λευκός στην ξεκάθαρη πια νύχτα. Χεσμένος, έτσι έμπαινες στο καλογυαλισμένο σερβίτσιο του δάσους. Όλα όσα άξιζες. Θρασύδειλε. Λίγο πριν, είδες απ’ το παράθυρο και είδες ακέφαλα κουφάρια στο κομμένο ασήμι της σελήνης λίγο πριν ταραχτείς ξαφνιάστηκες -σαν να σου λεν πως θεός δεν υπάρχει. Σκύλος να τρώει τον αφέντη; Μπήκες τρέχοντας στη ζούγκλα ελπίζοντας πως θεός υπάρχει. Θεός δεν υπάρχει, μόνο αμαζόνας υπαρχει, κι αμέτρητες εκπλήξεις -οι μικροκαμωμένοι αγρότες που δεν υπήρξαν σκυλιά κανενός, ποτέ. Οι «κεφαλοκυνηγοί χιβάρος». Οι μόνοι ελεύθεροι να ζουν όπως αυτοί θέλουν, έξω από τον πολιτισμό, την πρόοδο, γιατί ποτέ τους δεν έμαθαν να κοροϊδεύουν τη ζωή -να τι παθαίνει κανείς αν δεν μορφοποιείται από τη δική σου κοινωνία, αν δεν έχει παιδεία… Αμυνόμενοι στη βία με βία, ξεδόντιασαν τους κατακτητικούς στρατούς δύο ανθρωποφάγων αυτοκρατοριών. Τσάντσα λοιπόν οι θρυλικοί ίνκας, τσάντσα κι οι διεστραμμένοι χριστιανοί.




Εικόνα 3.

ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Έκαναν και έργα τέχνης. Μη μου πεις πως σοκάρεσαι. Δεν μπορείς να λες πως σοκάρεσαι -εσύ που έσφαζες για πλάκα γυναικόπαιδα. Ούτε οι απογονοί σου μπορούν να υποκρίνονται ένα ευαίσθητο στομάχι -εκείνοι φτάσαν σε σημείο να ψήνουν ανθρώπους σε φούρνους. Όσα φρικτά δημιουργήσατε κι όσα δημιουργείτε, πηγάζουν από μια διεστραμμένη ανάγκη που απολαμβάνει τη γνώση ότι ο πόνος των άλλων είναι ανείπωτος, ο πόνος εκείνων που πάντα βρίσκονται αμυνόμενοι -κι ακόμα καλύτερα ανήμποροι- οι σάρκες τους που πάντα λιγοστεύουν. Οι χιβάρος εμπόδισαν τα όνειρά σας αφήνοντας ακόρεστες τις επιθυμίες σας. Γι’ αυτό ό,τι λέτε γι’ αυτούς δεν έχει καμία σημασία -ποτέ ένα άδειο στομάχι δεν υπήρξε ικανό να κάνει ψύχραιμες εκτιμήσεις, πόσω μάλλον μια νηστική, ανικανοποίητη ψυχή. Οι χιβάρος είναι αυτό που εσείς δεν είστε. Και αληθινοί, και ελεύθεροι, και γενναίοι, και περήφανοι, και φυσικοί. Κι αν δουλεύαν με υλικό τους το ανθρώπινο κεφάλι πάλι έργα τέχνης λέγονται -οι απόγονοί σου το λένε χωρίς να το λένε, στα μουσεία τους τα φυλάνε, τσάντσα σε βιτρίνες, χρήμα κονομάνε. Και σίγουρα δεν είναι περισσότερο βίαια από τα πορτρέτα του φράνσις μπέικον ή τα χαρακτικά του γκόγια. Αυτό που τρομάζει είναι η προέλευση του έργου τέχνης. Δεν είναι η μέριμνα αλλά μια φρικτή απειλή. 

Κι αν δεν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, ούτε χριστός, τυχερέ, να βασανίζεσαι αιώνες στα καζάνια του μεφιστοφελή -που δεν υπάρχει γι’ αυτό έπραττες όσα έπραττες, αφού ήξερες, μα τά ‘λεγες για να τ’ ακούνε οι άλλοι, να ελέγχεις, να εξυψώνεσαι, να φορτώνεις τις κασέλες με χρυσό κι αν δεν υπάρχει τίποτα, δεν μπορώ να παραβλέψω το χιούμορ της ύπαρξης τώρα που σε κοιτώ. Η αξία της ζωής σου όσο η αξία μίας μολυσμένης κουράδας σε υδραγωγείο, ή -λιγότερο ποιητικά- μιας ανεξέλεγκτης επιδημίας -λευκοί με μαύρα σπλάχνα, χαλασμένα- και τώρα νεκρός ν’ αξίζεις ποιος ξέρει, ίσως περισσότερο από χρυσάφι, περισσότερο ίσως κι από έναν γκόγια. Βλέπεις; Πως να δεις! Δώσε μου το χέρι σου. Πιάνεις; Νά το κεφάλι σου. Αυθεντικό κομμάτι. Σπάνιο. 




Εικόνα 4.

αιώνια επιστροφή II

Κανείς δεν τόλμησε να ενοχλήσει τους χιβάρος για αιώνες, μέχρι που φτάσαμε στις μοντέρνες εποχές μας, μερικές δεκαετίες τώρα, μοντέρνες μόνο και μόνο επειδή ξεριζώνουν τα πάντα από τις ρίζες -ακόμα κι αν αναπνέουν οι ρίζες κι αν ανεβάζουν χυμούς- μόνο επειδή δουλεύουν καλά το δρεπάνι, επειδή εξελίσσουν το δρεπάνι, επειδή το δρεπάνι πρέπει να εξελίσσεται ένα μοντέρνο δρεπάνι δεν πρέπει να κόβει μόνο αλλά και να ξεριζώνει. Πανίσχυρες εταιρείες φαρμάκων, σπόρων, καλλυντικών, μισθοφόροι βιοπειρατές που κλέβουν φύση πατεντάροντάς την προς δικό τους όφελος και σε βάρος φυσικά των ιθαγενών- οι πιο επιτυχημένες και γι’ αυτό σεβαστές στις κοινωνίες τους εταιρείες, πέρα από τη βιοπειρατεία, δεν έβγαλαν ποτέ από το μυαλό τους το χρυσάφι που οι λατρεμένοι τους πρόγονοι δεν κατάφεραν ν’ αρπάξουν τότε- άγια ευκαιρία- κάτω από την καθοδήγηση του σταυρού. Υλοτομία, εξόρυξη χρυσού, μετάλλων και πετρελαίου. Εταιρείες με τη σέσουλα. Εταιρείες και στρατός. Τα τέρατα που καταβροχθίζουν ανθρώπους και λαούς για να ικανοποιήσουν την κοιλιά τους έχουν βάλει στο μάτι τους την καρδιά της γης, να φάνε τον αμαζόνα και στη θέση του να χύσουνε τσιμέντο, να φτειάξουνε τον τάρταρο και στα βάθη του να θάψουν τους γιους της γης για πάντα. Οι πεφωτισμένοι από το σύγχρονο πνεύμα δίες έρχονται για να κυριαρχήσουν. Κανείς δεν θα τους σταματήσει. Κανείς δεν νοιάζεται. Οι λαοί γονατίζουνε στους δίες. Μέχρι και κάποιοι χιβάρος έχουν βγει από τη ζούγκλα, ζούνε μια ανάσα από τα μεταλλεία, υπάλληλοι των εταιρειών, πουλάν τη γη τους για μια τηλεόραση, ένα αμάξi -καθρεφτάκια της προόδου. Πουλάν και την αλήθεια τους που είναι ζωή πραγματική, για μια καλύτερη δήθεν ζωή, που καταλήγει να σβήνει γρήγορα γι’ αυτούς και τα παιδιά τους, μέσα στη φρίκη ενός γιγάντιου ποταμού στου οποίου τις φλέβες τρέχει πια δηλητήριο, του νέσσου το αίμα. 

Χωρίς γη δεν είμαι σούαρ, λένε οι σούαρ χιβάρος. Εκείνοι που ακόμα ζουν μέσα στη ζούγκλα, οι τελευταίοι φύλακες της γήινης καρδιάς, οι τελευταίοι ελεύθεροι άνθρωποι, έχουν αποφασίσει για τη ζωή τους: θα πεθάνουν πολεμώντας για τον αμαζόνα. Έλα που ο πόλεμος εκεί δεν γίνεται πια με το σπαθί και τη σφαίρα. Οι εταιρείες έχουν αποφασίσει ήδη για τη ζωή των χιβάρος κάτι πιο ταιριαστό στον πολιτισμό, κάτι πιο διεστραμμένο, γιατί εμφανίζεται με χέρια καθαρά, κάτι που στερεί στους χιβάρος το σώμα, να πολεμήσουν σώμα με σώμα και να πεθάνουν γενναία ως ελεύθεροι, να πεθάνουν ως οι μόνοι ελεύθεροι. Βρόμικα μυαλά, οι εταιρείες αποφάσισαν και τα κράτη συναίνεσαν: οι χιβάρος θα πεθάνουν εγκλωβισμένοι σ’ έναν μολυσμένο αμαζόνα. 






Εικόνα 5.

ξυπόλυτες σκέψεις σε φυλλόχωμα (κολλάζ)

•Οι σύγχρονοι ηγέτες αντιμετωπίζουν τους λαούς τους όπως οι λατρεμένοι πρόγονοί τους τούς ιθαγενείς. Σου δίνουν και ένα κομμάτι δημοκρατίας όπως κάποτε τα καθρεφτάκια -αυτό που σου λείπει- πάρε να παίζεις και δώσε μας ό,τι είναι κάθε φορά πολύτιμο, τον χρυσό σου, τη συνείδησή σου, τον ιδρώτα σου, την ελευθερία σου. Πάρε μια ιδέα και δώσε σάρκα. Η ανάπτυξη θέλει σάρκες αμέτρητες για να τραβήξει μπρος. Και θέλει και την πίστη στο γενικό καλό, το καλό των παιδιών, για το μέλλον πάντα, αφού στο παρόν είσαι μια σάρκα που λιγοστεύει, που ποιος το αντέχει για τον εαυτό του, μια αδιάκοπη θυσία του ισαάκ που δεν αναστέλλεται, ένα κεφάλι που παίζεται για ένα καπρίτσιο, για μια φωνή ασώματη που δίνει εντολές, μια φωνή σαδιστική, για μια ιδέα. 

•Οι απόγονοι των ναζί, οι απόγονοι εκείνων που ήταν απόγονοι του λευκού κατακτητή, επέστρεψαν, όχι για να φάνε την ευρώπη -αγαπημένο τους έδεσμα. Όχι για τη ρωσία που κείνον τον χειμώνα τσάκισε τους πατεράδες τους (τους βιολογικούς είτε πνευματικούς τους πατέρες). Δεν είναι η διαστροφή που βρίσκει διέξοδο στις σάρκες που εξουσιάζει. Δεν είναι η χλιδάτη ζωή ενός μαφιόζου που δοξάζεται. Ο στόχος τους είναι οι χιβάρος. Όλο το μίσος του μοντέρνου φασίστα είναι γιατί κάπου υπάρχουν ακόμα οι ελεύθεροι χιβάρος.

•Αν εκλείψουν οι μέλισσες θα τελειώσει ο κόσμος -θα τελειώσει αν εκλείψουν κι οι χιβάρος. Οι μέλισσες και οι χιβάρος -οι δυο τους, που απ’ τη σκοπιά της φύσης είναι το ίδιο. 


γ. γεωργίου



_____
σύνδεσμοι


• η εγκληματική εταιρεία που έχει μετατρέψει μέρος του αμαζόνα σε χωματερή τοξικών αποβλήτων
http://chevrontoxico.com/news-and-multimedia/2012/0208-the-true-story-of-chevrons-ecuador-disaster   

• με τον domingo ankuash, ηγέτη των σούαρ χιβάρος 
http://www.youtube.com/watch?v=e3Ss0YHsQFo

• χωρίς γη δεν είμαστε σούαρ
http://www.youtube.com/watch?v=8Hkdh7BUrjE 

• σ’ αρέσει η περιπέτεια; θέλεις να τιμήσεις τους χριστιανούς προγόνους σου; επιθυμείς να πας στη γη των χιβάρος και πάνω στις σάρκες τους να στήσεις δικό σου μεταλλείο χρυσού και να χεστείς στο τάλιρο; 
http://www.adventure-trader.com/Your-Gold-Mine-in-El-Dorado.html

• όταν πεθαίνει ο αμαζόνας -φωτογραφίες 
http://amazonwatch.org/news/2009/0225-ecuador-oil-spill-pollutes-river-in-the-amazon

• 7 απειλές 
http://www.rainforestcruises.com/jungle-blog/threats-facing-the-amazon-rainforest.html



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 21, 2014

oιδίποδας (έργο σε δύο πράξεις) + 13 σχέδια του δ. δανιηλίδη



οιδίποδας. έργο σε δύο πράξεις. + 13 σχέδια του δ. δανιηλίδη. το βιβλίο εδώ.



Μερικές σκέψεις για το έργο ή με αφορμή το έργο. 

•Πάτησα πάνω σ’ έναν οιδίποδα που είχα ξεκινήσει να γράφω δεκαπέντε χρόνια πριν (χειμώνας ήταν και τότε, μεταξύ χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς θυμάμαι) και λίγες μέρες μετά τον παράτησα ανολοκλήρωτο -τρεις σκηνές μισογραμμένες. Ήταν κι εκείνος ένας οιδίποδας χωρίς οιδίποδα, ένας οιδίποδας που έχει μόνο λάιο και ιοκάστη (τους γονείς του), που άρχιζε και τελείωνε με τον ίδιο τρόπο, μα η ιδέα, όλη η πλοκή, απόκτησε τώρα μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν ξέρω αν με βοήθησε ή με δυσκόλεψε το ότι υπήρχε κάτι, σαν εύρημα, που μ’ έκανε να δουλέψω πάνω του και να επινοήσω/ολοκληρώσω όλα τα ανύπαρκτα/χαμένα του κομμάτια. Με βοήθησε ίσως, γιατί μου έδωσε τα πρόσωπα, τον τόπο, μία τάση των ηρώων, μία ένδειξη ζωής. Με δυσκόλεψε ίσως, γιατί αυτά που έπρεπε να αποτινάξω και αλλοιώσω ήταν μια ζόρικη διαδικασία, καθώς δεν μπορούσα να μπω στο πνεύμα της εποχής εκείνης, το πνεύμα των είκοσί μου χρόνων -δεν μ' ενδιέφερε και τόσο, άσε που ούτε τι είχα τότε κατά νου μπόρεσα να καταλάβω. 31/12/13 ξεκίνησα να περνάω το κείμενο στον υπολογιστή -χειμώνας, η μέρα μικρή, η νύχτα μεγάλη, κι ο ελεύθερος χρόνος άφθονος. Το ύφος του πρώτου οιδίποδα ιδεαλιστικό -τολμώ να πω, εμετικό σε σημεία, για τα τωρινά μου γούστα, οπωσδήποτε φλύαρο. Με την αλλαγή του καινούργιου χρόνου είχα ήδη αρχίσει να κακοποιώ το πνεύμα των είκοσί μου χρόνων. Μέσα σε μια εβδομάδα θα του άλλαζα τα φώτα. Σκηνές τεμαχίστηκαν, πετάχτηκαν ολόκληρες παράγραφοι, άλλαξε η γλώσσα, τροποποιήθηκαν οι χαρακτήρες, γεννήθηκαν νέοι, στήθηκε από το μηδέν ολόκληρη η δεύτερη πράξη -μόνο ίχνη του αρχικού κειμένου έχουν απομείνει στην πρώτη πράξη.

•Η νύχτα είναι σημαντική, κυριαρχεί στο έργο. Αρκετές σκηνές βυθίζονται στη νύχτα, άλλες πάλι τείνουν στη νύχτα -δύο μόνο βγαίνουν απ’ τη νύχτα- και όλες γράφτηκαν τη νύχτα. 



•Πρώτη φορά ένιωσα πίεση χρόνου -για λίγο ένιωσα τη φρίκη του επαγγελματία- να τελειώσω το κείμενο πριν μπει η χρονιά για τα καλά: ο Φλεβάρης είναι για μένα η αρχή του χρόνου -η προετοιμασία για το ξύπνημα του βουνού. Οι δουλειές είναι πάρα πολλές -το φαγητό σχεδόν όλης της χρονιάς εξαρτάται από αυτούς τους πρώτους μήνες. Το βουνό καλεί, και η λογοτεχνία τότε δεν σημαίνει τίποτα απολύτως. Όμως κυλούσε πολύ καλά το έργο και δεν ήθελα να το αφήσω -ό,τι παράτησα κάποτε και προσπάθησα να το συνεχίσω αργότερα, με τυράννησε πολύ, καθώς δεν μπορούσα να πιάσω ξανά αυτήν την πρώτη ζωή του κειμένου, τον ρυθμό που είναι ρυθμός μιας συγκεκριμένης πάντα εποχής. Σαν να ‘ταν στοίχημα, έπρεπε ο οιδίποδας να ολοκληρωθεί στην ώρα του. Έφτασα να κοιμάμαι μία νύχτα κάθε δύο μέρες, και την άλλη να γράφω μέχρι τα ξημερώματα.

•Πρώτη φορά γέλασα τόσο γράφοντας ένα έργο (πχ τη «θεομαχία», αλλά και άλλες σκηνές). Κι επειδή πάντα γράφω ταυτοχρόνως σ’ όλα τα κεφάλαια/σκηνές διαγράφοντας κύκλους και πυκνώνοντας σιγά-σιγά τη ζωή του κειμένου σαν να ‘ναι ζωγραφικό σχέδιο, κάθε νύχτα μπορούσα να γελάω. Ίσως γι’ αυτό να μπόρεσα να το ολοκληρώσω τόσο σύντομα, να αντέξω τον εξοντωτικό ρυθμό. Αυτό που με κάνει να αποφεύγω το γράψιμο, είναι οι πόνοι της γέννας, και η γνώση πως αυτό που βγαίνει δεν είναι ένα «αγγελούδι» όπως όλα τα μωρά, που θα μεγαλώσει και θα λάμψει (τι κλισέ). Είναι πάντα ένας εαυτός, κι επειδή ξερνιέται ως τέτοιος, λιγοστεύει. Κάθε έργο είναι ένα λιγόστεμα. 

•Πρώτη φορά που δεν μπορείτε να κατεβάσετε ένα βιβλίο που έχω ανεβάσει -μπορείτε φυσικά να το διαβάσετε, να το αντιγράψετε κτλ. Γιατί; Γιατί είναι τόσο φρέσκο -να το δουλέψω άλλο αδύνατον, δεν έχω τώρα το μυαλό ούτε να το απολαύσω διαβάζοντάς το- κι αισθάνομαι περίεργα που δεν του έδωσα τον χρόνο του -νομίζω πως κάθε έργο θέλει τον χρόνο του, προτού βγει στην πιάτσα. Θα ήθελα να το διάβαζα αρκετές φορές, με διαφορετικές διαθέσεις, προσπαθώντας να το κοιτάξω από όσες περισσότερες πλευρές, όπως συνηθίζω. Όπως δεν θα το τύπωνα τόσο βιαστικά -όσο τελειωμένο και να το θεωρούσα, όσο βέβαιος κι αν ήμουν ότι δεν θ’ άλλαζα αργότερα ούτε ένα κόμμα- κάπως έτσι κλείδωσα και την αντίστοιχη επιλογή. Το κλείδωμα θα είναι προσωρινό -δεν γνωρίζω για πόσο. Θέλω κάποια στιγμή να το ξαναδώ, από απόσταση, και τότε, αν δεν υπάρξει κάποια διόρθωση, θα το ξεκλειδώσω -ο καθένας να το κατεβάσει, τυπώσει, μοιράσει κτλ. 
Θέλω να το πω αυτό: υπάρχει κάτι που έχω ξεκαθαρίσει με τον άλλο -τον εαυτό (μου): ό,τι βιβλίο γράφω θα δημοσιεύεται στο μπλογκ, και θα δίνεται στους αναγνώστες. Όπως βρίσκω χυδαίο και απαράδεκτο να μην έχει ο καθένας εξασφαλισμένο ένα πιάτο φαγητό, νερό και στέγη, ασχέτως τι είναι και τι κάνει, επειδή πάντα κάποιοι τα εμπορεύονται όλα αυτά και πλουτίζουν από τη ζήτηση, τη στέρηση και τη δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων, έτσι βρίσκω χυδαία και απαράδεκτη τη μη πρόσβαση, οποιουδήποτε το επιθυμεί και έχει ανάγκη, σε έργα λογοτεχνικά (αναφέρομαι μόνο σ’ αυτά, εδώ, για να μην ξεφύγω τελείως -άσε που βιάζομαι να τελειώσω το σημείωμα), γιατί ακριβώς νοούνται ως έργα τέχνης, και η σκέψη, η ανάσα, η διάθεση, ακόμα και η πορδή του καλλιτέχνη κοστίζει. Όπως το νερό (θα έπρεπε να) ανήκει ως φυσικό αγαθό σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και δεν είναι κτήμα κανενός αλλά δικαίωμα όλων, έτσι και η τέρψη, η σκέψη που πυροδοτεί τον οργανισμό, τα αισθήματα που επαναθεμελιώνουν τα σώματα. Ακούω συγγραφείς να εκφράζουν τη λύπη τους για τους φτωχούς, να γράφουν κείμενα συμπάθειας, τζάμπα λόγια και τίποτα παραπέρα, τη στιγμή που τους αποκλείουν από τη γνώση, τη σκέψη, γιατί η γνώση και η σκέψη έχει αξία και κοστολογείται, κι αν είσαι φτωχός και επιθυμείς την πρόσβαση χωρίς να μπορείς να καταβάλεις το αντίτιμο, θα χαρακτηριστείς τζαμπατζής. Αν είμαι φτωχός καλλιτέχνη μου, και θέλω να διαβάσω πράματα, να δω, να γευτώ, τι κάνω; Είμαι καταδικασμένος στην άγνοια; Ναι. Την ξέρω την απάντηση: η κοινωνία φταίει, το σύστημα. Μπορείτε τουλάχιστον να δείτε πόσο συντηρητικοί είστε, πόσο μοχθηροί μπορείτε να γίνετε, πόσο κοινωνία; Oχι. Τη δουλειά σας κάνετε κι εσείς. Το τι μηνύσεις γίνονται, τι κυνήγι, στο όνομα των πνευματικών δικαιωμάτων, δεν λέγεται. Και πολλά παράλογα πράγματα που αφορούν και στους ίδιους τους συγγραφείς: δεν μπορώ να δημοσιεύσω ούτε μία πρόταση από την αιώνια ύλη -βιβλίο που μάτωσα για να το γράψω- χωρίς την άδεια του εκδότη. Αισχρό; Φυσιολογικό (για την κοινωνία). Κατά τα άλλα η τέχνη σώζει, και οι καλλιτέχνες σε ρόλο παπά να εξυψώνονται, να κονομάνε. Νομίζουμε οι συγγραφείς πως οι δήθεν αλήθειες μας έχουν κάποια αξία. Μας το έμαθε καλά η κοινωνία -ήδη από το σχολείο. Αν κάτι αξίζει είναι η απόλαυση, η ζωή που θερμαίνει τα σώματα. Η αλήθεια του καθενός, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ποτέ αλήθεια γενική. Γιατί να σε πληρώσω για ν’ ακούσω την αλήθεια σου; Και γιατί πουλάς την αλήθεια σου τελικά; Αν ήταν η πληγή σου θα πήγαινες από μόνος σου να τη δείξεις, να ζητήσεις γνώμη, βοήθεια, να τη μοιραστείς. Αλλά δεν είναι πληγή σου. Είναι μια ακόμα φτειαχτή αλήθεια που σε κάνει να ξεχωρίζεις από την πλέμπα, και σε κάνει τόσο αλαζόνα που για να τη μοιραστείς με όποιον ενδιαφέρεται, ζητάς να πληρωθείς. Ένα είδος πόρνης ασώματης που ούτε καν με χαρά μπορείς να γεμίσεις τα σκέλια των ανθρώπων. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου η αλήθεια σου -το εμπόρευμά σου. Οι φίλοι δίνουν δωρεάν, από καρδιάς, γιατί έτσι ζεσταίνονται. Αν είσαι έμπορος τι να σε κάνω; Δεν σ’ έχω ανάγκη. Πορεύομαι και μόνος μου, χωρίς την πραμάτεια σου. Έχω μετανιώσει για το ότι επέτρεψα σε έναν εκδότη να βγάλει βιβλίο μου και να κατέχει τα δικαιώματά του κι έτσι να ελέγχει, να περιορίζει την πρόσβαση. Ήμουν αφελής, γιατί δεν είχα ιδέα, γιατί δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ, μα κυρίως επειδή είχα όνειρα. Όνειρο να γίνω συγγραφέας; Μα είμαι συγγραφέας, όποια στιγμή το επιθυμώ, όποτε γουστάρω. Άρα ο συγγραφέας, ως όνειρο είναι κάτι άλλο από τον συγγραφέα που γράφει, δεν έχει να κάνει καν με τη γραφή, αλλά με την κοινωνία -τις αξίες της, την παραμύθα της. Οπότε μπορεί να πάει να γαμηθεί. 

•13 σχέδια του φίλου μου του μήτσου. Βαστάμε από το πρώτο σπουδαστικό έτος. Κάθε φοιτητής στη σχολή, στο εργαστήριο που δούλευε, είχε τον προσωπικό του χώρο -χώρος αποθήκευσης των υλικών (τελάρα, σίδερα, αντικείμενα κτλ) που χρησιμοποιούσε στα έργα του, και χώρος για τη δημιουργία των έργων του. Με τον μήτσο πάντα μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο παρόλο που ο καθένας έκανε τα δικά του. Ακούγαμε και ακούμε -αγαπάμε- την ίδια μουσική -rock ’n roll ρε, που θα έλεγε ο ίδιος. Κατεβήκαμε και μια χρονιά στις φοιτητικές εκλογές για πλάκα, dada, ως «άσπρος ελέφαντας» και τις κερδίσαμε, ακόμα πιο dada, κι έγινε χαμός στην καλών τεχνών (για εκείνες τις εποχές έχω υλικό προς δημοσίευση -να δω πότε θα ξεσκονίσω τα κείμενα και θα τ’ ανεβάσω). Εξαιρετική η δουλειά του, και χαίρομαι που για άλλη μια φορά μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. 



•Αυτά. Καλή απόλαυση φίλοι μου.


γ. γεωργίου



Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2013

το βοοουυνό







το κείμενο εδώ




Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

δύο αντιποιήματα από το κρεοπωλείο, και κάποια λόγια που έπεσαν ελλείψει βροχής


κάποια λόγια που έπεσαν ελλείψει βροχής

Δεν βρίσκω ούτε αναγκαίο ούτε χρήσιμο να πρέπει να μιλάω -να γράφω. Οι λέξεις, οι ωραίες και υψηλές προτάσεις, η ποίηση, ταΐζει τον εαυτό και τους άλλους με ψευδαισθήσεις. Είτε προσπαθείς να πείσεις για το πνεύμα σου, να το προβάλλεις, είτε προσπαθείς να διδάξεις -και τα δύο τα βρίσκω γελοία. Προτιμώ να καλλιεργώ τη γη, να φυτεύω ένα δέντρο κι ένα άλλο δέντρο, αποβάλλοντας κάθε ίχνος της ανθρωπινότητας. Τώρα που γράφω είναι μάλλον επειδή τώρα μπορώ -δεν έχει σημασία για μένα. Μπορεί να είναι που περιμένω τη βροχή, αυτή η προσμονή, και οι λέξεις κατεβαίνουν -κι άντε να βγω σώος από δω μέσα.
Οι λέξεις δεν αξίζουν παρά μόνο ίσως όταν δυναμιτίζουν τα κοινωνικά νοήματα και κλισέ, τους παραδεδομένους σωρούς -όλες τις επικαθίσεις της σκέψης- κάτω από τους οποίους αναπτύσσονται τα ζιζάνια και πεθαίνουν με αυτήν την αύξηση της θερμοκρασίας που μια συγκεκριμένη συστρωμάτωση και αναλογία των λέξεων επιφέρει. Για να δημιουργήσεις χώμα υψηλής ποιότητας -δασόχωμα- τοποθετείς, πολύ περιληπτικά μιλώντας, σε επίπεδα άχυρο και σκατό (όπως βοοειδούς, κότας, γουρουνιού, αλόγου, πάπιας, κατσίκας) σε μια αναλογία C/N (άνθρακα/αζώτου) 25 προς 1 -πχ στο άχυρο ο λόγος C/N είναι από 50 έως 150 προς 1 αναλόγως του φυτού απ' όπου προέρχεται, ενώ στο σκατό της κότας ο λόγος είναι 10 προς 1. Ο ελάχιστος όγκος που αυτά θα καταλαμβάνουν πρέπει να είναι 1m³. Καταβρέχεις (υπάρχει εμπειρικός τρόπος προσδιορισμού της σωστής ποσότητας νερού) και μετά από 4 μέρες ανακατώνεις το μείγμα -το μέσα έξω- και συνεχίζεις την ίδια διαδικασία ανακατώματος ανά 2 μέρες. Πλήθος μικροοργανισμών αναπτύσσεται, βακτηρίδια, μύκητες, ασπόνδυλα μικροσκοπικά ζώα και έντομα, διασπώντας και τρώγοντας τα συστατικά αλλά και το ένα το άλλο. Το μείγμα “βράζει” και όλα αποσυντίθενται, κομποστοποιούνται. Κάπως έτσι κάνεις σε λιγότερο από έναν μήνα ό,τι κάνει η φύση σε λίγα χρόνια. Το κομπόστ -έτσι ονομάζεται η τεχνική- αναπτύσσει θερμοκρασίες πάνω από 55ºC και τα ζιζάνια πεθαίνουν, καθώς και οι παθογόνοι οργανισμοί. Μένει στο τέλος ένα υπέροχο σκούρο χώμα γεμάτο από ζωή, έτοιμο να θρέψει όποιο φυτό φυτέψεις μέσα του. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι (κι αν δεν αντιλαμβάνομαι έτσι θα ήθελα να αντιλαμβάνομαι) την γλώσσα -όχι την γλώσσα ενός λαού, αλλά την γλώσσα ενός δημιουργού, κι επειδή η λέξη δημιουργός είναι γελοία και αυτή, πιο σωστό θα ήταν να μιλάω για την γλώσσα του ζωντανού οργανισμού. Είναι μια εξίσου αλχημιστική διαδικασία κατά την οποία φτειάχνεις το χώμα όπου η σκέψη μπορεί να βλαστήσει και αναπτυχθεί ελεύθερα -χωρίς τη φροντίδα κάποιου ειδήμονα, όπως τα άγρια φυτά που αναπτύσσονται σε φυσικά τοπία και δεν χρειάζονται πότισμα, βοτάνισμα, λίπανση, φάρμακα. Γόνιμο χώμα. Υγειές. Στην πραγματικότητα δεν σ’ ενδιαφέρει καν αν βλαστήσει κάτι. Εκείνο που μετράει είναι το χώμα, να φτειάχνεις χώμα.
Όταν ο βενιζέλος με τη χυδαιότητα που χαρακτηρίζει την σκέψη του αρχίζει να ξεστομίζει λέξεις οι λέξεις θα προτιμούσαν να είχαν κάνει χαρακίρι. Κι εγώ θα προτιμούσα να μην είχα το κοινωνικό μυαλό να επεξεργάζομαι όλη αυτήν την τερατωδία. Η αντιστροφή του λόγου -που ακόμα αυτός κρατάει βαθιά τις ρίζες του στον χριστιανικό Λόγο- δεν σημαίνει πως ενώ κάποτε ο λόγος αντλούσε δύναμη από μια θεία καταγωγή ξέπεσε στα χέρια του διαόλου. Σημαίνει πως οι ίδιοι οι θεοί αποδείχτηκαν καθάρματα, προδότες, πως διάολος δεν υπάρχει. Στην σκέψη μου σημαίνει πως ενώ ο θεός κατασκευασμένος καθώς είναι από τον άνθρωπο έδειχνε πάντα τον περιορισμό μας, πάντα εκείνο που θα θέλαμε αλλά δεν αντέχουμε να είμαστε (μια φαντασίωση που ωστόσο στον πλάτωνα μέσω του Έρωτα ως δύναμης μαγνητικής που είλκυε τον εαυτό προς τις σφαίρες του αγαθού φάνταζε αρκετά καλή λύση για τον νου, και όπως και νά 'χε διατηρούσε μια τάση προς κάτι καλύτερο), άρχισε να εκπίπτει σιγά σιγά μέχρι να έρθει στα μέτρα μας. Μέχρι να περιοριστεί ο ίδιος και ο λόγος του, να σαρκωθεί ως άνθρωπος -όχι σύμφωνα με τον μύθο του χριστού αλλά σύμφωνα με τα πρότυπα των επιτυχημένων, κυρίαρχων, πνευματικών ανθρωποειδών. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν υπάρχει ένα άλλο πνεύμα καθαρό ή αληθινό ή ό,τι άλλο, δεν μ’ ενδιαφέρουν ούτε αυτοί οι προσδιορισμοί. Χιλιάδες χρόνια ασχολούμαστε με το πνεύμα και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι καταπιέζουν, σφάζονται, καταδυναστεύουν. Και δεν αναρωτιόμαστε μήπως κάτι πηγαίνει λάθος, μήπως όλα όσα λέμε έξω από εμάς, έξω από τον οργανισμό, είναι μπούρδες. Αν υπήρχε κάτι σ’ αυτό το πνεύμα θα έπρεπε να είχε ριζώσει στην ύλη. Θα έπρεπε να υπήρχαν λύσεις. Το μόνο που υπάρχει χιλιάδες χρόνια είναι ερωτήσεις, οι ίδιες ερωτήσεις, και ψέματα. Και ηλίθια ευκολοπιστία των λαών: οι σωτήρες που ξοδεύουν εκατομμύρια για να εκλεγούν, θα σε σώσουν ή θα προσπαθήσουν να βγάλουν κέρδος από την επένδυσή τους; Η κενότητα του λόγου όπως διαχέεται προς τα κάτω σαν σκόνη που κατακάθεται. Το ανόητο του πολιτικού -και όχι μόνο- λόγου που απλώνεται στη δύση σαν γάγγραινα. Ο βιτγκενστάιν που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ, προϊόν κάποιας υπέροχης φαντασίας. Το εκδηλωμένο πνεύμα είναι εκτός ισορροπίας, πρησμένο από τα σκατά που γεννούσε και ανακύκλωνε, σε σχήμα γουρουνιού, ιδρωμένο και απαίσιο, ντυμένο με πανάκριβο κοστούμι. Κάποιοι, αυτοί που θα έπρεπε να εκτελεστούν από τον λαό αν ο λαός δεν ήταν τόσο ηλίθιος, ζούνε εξωτερικά και εσωτερικά κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του πνεύματος τούτου. Και ο λαός προγραμματισμένος από τις μεγάλες παραδόσεις των κοινωνιών, από τα εργαστήρια του πνεύματος, σχολεία, πανεπιστήμια, μμε, αδυνατεί να μην πιστεύει σε τίποτα. Είναι εθισμένος στην σκλαβιά των λέξεων, εθισμένος στην σκλαβιά του πνεύματος που γεννάει σκλαβιά σωματική. Στο δεκανίκι. Στην ανάγκη των κατασκευασμένων προτύπων. Κλεισμένος σε σύνορα, δέσμιος της καταγωγής. Η ευθύνη της αυτοοργάνωσης τον τρομάζει. Οι αισθήσεις του σε κώμα: πως θα μπορούσε κάποιος να μου δείξει ένα πεθαμένο (φτωχό σε ζωή) χώμα και να με πείσει με λόγια και πνεύμα ότι είναι εξαιρετικής ποιότητας; πως συμβαίνει πχ να βλέπει ο άνθρωπος όχι με τα μάτια αλλά με τον κατασκευασμένο από την κοινωνία νου; Και τι γίνεται με τη λογική που μας έχουν πρήξει τ’ αρχίδια όλοι οι σύγχρονοι απατεώνες; Ο τρομερός γκόγια στο χαρακτικό του έλεγε πως όταν η λογική κοιμάται τα τέρατα ξυπνούν -“ο ύπνος της λογικής παράγει τέρατα”. Αυτά για εποχές φυσικά λιγότερο σχετιζόμενες με την τεχνική. Εποχές που δημιούργησαν ωστόσο πρότυπα ισχυρά τα οποία σιγά σιγά -και αρκετά γρήγορα είναι η αλήθεια- άρχιζαν να φθείρονται και να ερημώνουν για να μείνουν μόνο οι λέξεις τους, απόλυτες σαν τοτέμ, σαν θεοί, χωρίς κανένα περιεχόμενο που να περιέχει το φάσμα των αισθήσεων και της αλλαγής. Η λογική ως επιστήμη αφού ακινητοποίησε το σώμα έμαθε όχι μόνο να συμβιώνει με τα τέρατα αλλά και να τα παράγει η ίδια -να τα δημιουργεί- ώστε να ικανοποιεί τα σκοτεινά ένστικτα ενός καταπιεσμένου και ανικανοποίητου οργανισμού. Η έκφραση “τέρας λογικής” θα πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετικά, κυριολεκτώντας. Το τέλος του λόγου που είχε δει και αναλύσει ο αντόρνο είναι στην πραγματικότητα -και όχι απλώς στην κριτική του θεώρηση-, η σύνθεση ενός λόγου που περιέχει τη θέση και αντίθεσή του, είναι ένας σχιζοφρενικός λόγος. Δεν υπάρχει πρόοδος. Πίσω από κάθε λόγο τελικά, μέσα στην ψυχή που μιλούσε και ταίριαζε τις λέξεις, κρυβόταν ένας μεσαίωνας. Ζούμε την αυτοπραγμάτωση του πνεύματος που είναι η αυτοπραγμάτωση ενός μεσαίωνα.
Τα προβλήματά μας δεν έχουν τη ρίζα τους στους άλλους, στους πολιτικούς, στο δντ κτλ, όσο καθάρματα κι αν είναι, όσο κι αν τελικά καθορίζουν τις τύχες μας, αλλά σ' έναν μεγάλο βαθμό μέσα μας. Το πνεύμα που μας πουλάνε χιλιάδες χρόνια τώρα και καταπίνουμε με ηδονική λατρεία, οι άδειες λύσεις που μας δίνουν απλόχερα κι εμείς γινόμαστε ακόλουθοι μένοντας στο παρελθόν της δήθεν δωρεάς κι όχι στο παρόν των ματιών μας, η πίστη σε ανοησίες που ποτέ δεν γίνανε αντικείμενα ώστε να αξιολογηθούν καταλλήλως, τα πρότυπα που για χάρη της εικόνας τους -μια λάμψη ψεύτικη σαν το άγιο φως που δίνει ο θεός στους ορθόδοξους χριστιανούς το πάσχα- σπαταλάς όλη τη ζωή σου μάταια, όλες οι πεποιθήσεις, η ψυχή που ονειρεύεται τον ίδιο κόσμο με τους καταπιεστές της, να καταναλώνει, να βολεύεται, να πετυχαίνει, να εκσυγχρονίζεται, να λάμπει όπως οι πρωτεύουσες τη νύχτα. Ίσως καμιά φορά να βάζει λίγη τζαζ να παίζει πίσω από τα πλάνα, όμως πέρ’ από την ψευδαίσθηση της αλλαγής το σενάριο και η σκηνοθεσία παραμένουν ίδια -σκατά λοιπόν και δήθεν τέχνη. Τι θα ήταν αυτοί οι λίγοι παράφρονες, τι θα ήταν η διαστροφή τους, ποια η επιτυχία τους και οι πανηγυρισμοί τους αν εμείς δεν είχαμε ανάγκη από μπαμπάδες; Αν είχαμε ωριμάσει. Αν είχαμε γερές ρίζες στο χώμα. Αν δεν είμασταν εθισμένοι στην παραμύθα. Με τα “αν” δεν γίνεται δουλειά, το ξέρω, ούτε με τις θεωρίες, ούτε με τις αναλύσεις. Επαναλαμβανόμαστε και ζούμε τις ίδιες ξανά και ξανά καταστάσεις προσκολλημένοι στις ίδιες εμπειρίες που προσφέρει μια μνήμη γνώση, μια εξάρτηση βαρίδι, γέννημα κάθε φορά της κοινωνικής κατασκευής, που ωστόσο μας κάνει αναγνωρίσιμους στους εαυτούς μας ως εικόνες/αξίες ενός κοινωνικού κάθε φορά προτύπου και προβάλλεται στο μέλλον με ψεύτικο κάθε φορά πρόσωπο.
Παγκόσμια μέρα ποίησης, παγκόσμια μέρα της γυναίκας, παγκόσμια μέρα του πατέρα, παγκόσμια μέρα του μαλάκα γείτονα, παγκόσμια μέρα κατά των πάντων. Πάσχα, μάσα, νηστεία, υποκρισία. Παρέλαση. Καρναβάλια. Εκλογές. Μπακαλιάρος σκορδαλιά. Της παναγίας, του βαλεντίνου, της μάνας σου, του αγίου πεταμένου. Γκάλοπ. Χριστούγεννα. Βουδούγεννα. Τα σούπερ μάρκετ σχεδιάζουν τις παραγγελίες τους με βάση τις υπνωτισμένες ζωές του προγραμματισμένου πλήθους. Και δεν πέφτουν καθόλου έξω. Και πλουτίζουν. Και το πλήθος παραμένει ηλίθιο, προκαθορισμένο και ήπιο. Απ’ όλον τον ανθρώπινο πολιτισμό η μόνη συνήθεια που μ’ αγγίζει είναι ο χορός της βροχής.



δύο αντιποιήματα από το κρεοπωλείο
(Υπάγονται σε ένα βιβλίο που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, το “κατά της ποίησης ή γρονθοκοπώντας τη θεά του νου”, γραμμένο κατά το μεγαλύτερό του μέρος μέσα στο 2010. Τα συγκεκριμένα δύο ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, τα “πνεύμα 2” (υπάρχει και “πνεύμα 1”) και “πίστη 1”. Μαζί με μερικά ακόμα αποτελούν μια μικρή οικογένεια, έχουν κάποια κοινά στοιχεία και διαφοροποιούνται από τα υπόλοιπα αντιποιήματα. Μου αρέσει να τα αποκαλώ “από το κρεοπωλείο”)

Σημείωση από το κρεοπωλείο: Το μοσχάρι προτού σφαχτεί αναισθητοποιείται. Συνήθως με πιστόλι που φέρει έμβολο περιορισμένης εξόδου το οποίο διατρυπά το κρανίο του ζώου προκαλώντας μη αναστρέψιμο εγκεφαλικό. Έπειτα κρέμεται ανάποδα με τσιγκέλια και με μαχαίρι του κόβουν με μια κίνηση την κοινή καρωτίδα αρτηρία, την τραχεία αρτηρία και την σφαγίτιδα φλέβα, μέχρι να αδειάσει από αίμα και στραγγίσει (εκτός γλώσσας, στην πραγματικότητα, η ποσότητα του αίματος που χύνεται και χάνεται φτάνει το 50% της συνολικής του ζώου. Ένα μεγάλο μέρος κατακρατείται στα όργανα και το υπόλοιπο -περίπου 20%- εγκλωβίζεται στους μυς). Πεθαίνει κατά την αφαίμαξη, κλινικά νεκρό, ζωντανό. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι η ζητούμενη ποιότητα του κρέατος, η τρυφερότητά του -συνεπώς η αυξημένη τιμή που θα λάβει κατά την πώλησή του- αλλά και η καλύτερη διατήρησή του (που πάλι σχετίζεται με το κέρδος) καθώς το αίμα φέρει πλήθος μικροβίων που φυσικά επιταχύνουν τη σήψη. Επιμένουν να αναφέρουν τους λόγους της όλης διαδικασίας ως ανθρωπιστικούς. Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της αναισθητοποίησης και της αφαίμαξης δεν πρέπει να ξεπερνάει τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα.
____
Πνεύμα 2

15 δευτερόλεπτα θα περάσουν
Από την αναισθητοποίηση στην αφαίμαξη του ζώου
Από το μη αναστρέψιμο εγκεφαλικό
Στο κόψιμο της σφαγιτιδικής αύλακας
Το νεκρό μοσχάρι
Η μυρωδιά του σφαγείου βαριά
Οι γάντζοι το μαχαίρι
Τα χέρια σου έπειτα θα πλύνεις
Ένα ποτάμι αίμα
Δίχως τύψεις
Ανέκφραστος θα συνεχίσεις με το επόμενο ζώο
Μια θάλασσα κρέας
Τη δουλειά σου κάνεις
Θα το σφάξεις ζωντανό
Θα τηρήσεις όλους τους τύπους
Όχι γιατί είσαι γιαπωνέζος
Ποτέ δε θα σ’ αγγίξει της τελετουργίας η κενότητα
Εσύ θέλεις αποτελέσματα
Κρέας τρυφερό που θα πιάσει καλά λεφτά
Το μοσχάρι πήρε θέση
Κι εσύ με το πιστόλι θα του τσακίσεις τον εγκέφαλο
Έτσι πρέπει
Μόνο όταν μπήγεις το λεπίδι θα του παίρνεις την ανάσα της καρδιάς
Γλιστρά σαν βούτυρο
Ζωή που φεύγει
Θα τελειώσει η βάρδια και θα πλυθείς και πάλι
Βούρτσα για τα νύχια
Απολυμαντικό
Κρύο και ζεστό νερό
Βγάζεις τη στολή
Και ντύνεσαι ό,τι θέλεις
Η μέρα απλώνεται
Θα την αδράξεις
Για καφέ ή για μεζέ και ξίδι
Ξοδεύοντας χαμόγελα ξοδεύοντας ζωή
Με τσέπες γεμάτες από ιδέες
Πίστη πολιτισμός υπακοή
Αρκεί να πληρώνεις το κοινωνικό πνεύμα
Ψυγείο η ψυχή σου που καταναλώνει τόσο ρεύμα
Μόνο και μόνο για να σε γνωρίζεις
Αν δεν ξεδιπλώσεις εαυτούς πως θα αποκτήσεις έναν
Να ξέρεις τι σου γίνεται
Που πατάς
Ποιος θα μπορέσει να σε κατατάξει
Βράδυ
Μπαίνεις στο σπίτι και νιώθεις μόνος
Αλλά πρέπει να κοιμηθείς και γλυτώνεις
Ξυπνάς στις 4 και μισή
Αύριο πάλι αναισθητοποίηση κι αφαίμαξη πάλι
Μοσχάρια ατελείωτα σαν σκέψεις μιας ζωής
Μπορεί να κρατούν κι αιώνες
Που τα 15 δευτερόλεπτα τις βάζουν σε μια τάξη
Μεγάλωσες κι εσύ φυσιολογικά
Στο θρανίο με τον πράσινο πίνακα και τον κιτς χριστό
Με πρωινή προσευχή και μια φορά τον μήνα εκκλησία
Με ηλίθιους δασκάλους που σεβόσουνα
Γεμάτος όνειρα και ιδανικά
Τυλιγμένος από φύλλα ευαισθησίας
Μπουκωμένος με ιδέες και πιπεριές
Ντομάτα και φέτες από μπέικον
Τσιγαριστός στη γάστρα και στον φούρνο
Λίγδα που δε σ’ αφήνει ν’ αφυδατωθείς
Τσιτωμένος σαν κώλος πλαστικός να στέκεις
Σαν πορνοστάρ
Με τσιμπουκόχειλο κι εγκέφαλο από σιλικόνη
Ν’ αναζητάς μια εύκολη ζωή
Κι είναι παράδοξο που είσαι δυστυχής
Ω ψυχή τρυφερή
Καθαρισμένη με λέιζερ
Φαλακρή
Ανικανοποίητη
Ο δονητής σού λείπει
Μέρα νύχτα ν’ ανακατεύει τα σωθικά σου
Κι εσύ να χαίρεσαι
Μοσχάρι
Η δική σου η φυλή είναι ελάχιστα διαφορετική
Από ένα λιμουζίν
Ένα μοσχάρι σαρολέ ή μπλε του βελγίου
Από την αναισθητοποίηση στον τάφο πόσο να διαρκεί
Σαν θεωρία
Το συντηρητικό που σε κρατεί
Βλέπεις στην περίπτωσή σου κανείς δε θα φάει τις σάρκες σου
Είναι το πνεύμα που αποκτά καλή τιμή
Γιατί αυτό θα διαιωνίσει εσένα
Σου είπαν
Τον πολιτισμό σου
Τον δολοφόνο που θα κόψει την ανάσα της καρδιάς σου
Δεν σου είπαν
Σκλάβε
Ο ρεαλισμός σου είναι στρεβλός
Η φαντασία ξεπέρασε την πραγματικότητα
Κι αυτό είναι φρικτό
Μοσχάρι ανθρώπου
Τριαντάχρονο ή πενηντάχρονο ή μοσχάρι αιώνα
Δεν έχει σημασία η εμπειρία
Η ποιότητα εδώ παραμένει ίδια
Αφού για σένα η ζωή δεν είναι
Τίποτα
Έν’ απαραίτητο διάστημα
Εκτροφή
Μια κατασκευασμένη αναγκαιότητα που μεσολαβεί
Από την αναισθητοποίηση στον θάνατο


Σημείωση από το κρεοπωλείο: Ο μεγάλος ψοΐτης με τον λαγόνιο είναι οι μύες που αποτελούν το φιλέτο στα βοοειδή. Είναι εκλεκτό κομμάτι, το περιβόητο bon fillet, ιδιαίτερα τρυφερό καθώς αυτό δεν εργάζεται όταν το σώμα κινείται, και κοστίζει σήμερα γύρω στα τριάντα ευρώ το κιλό.
____
Πίστη 1

Σε πόθησε
Μια ζωή στο κρεοπωλείο από τα χαράματα
Παραλαβή και προετοιμασία
Για να μπεις εσύ και να ‘ναι όλα έτοιμα
Η σπάλα το κότσι ο ποντικός
Σνίτσελ μεγάλα και περιποιημένα
Μπριζόλες υποδειγματικά δουλεμένες με το χέρι
Ξανθιά και έλουσες με το λευκό σου δέρμα τον μέσα του πάγκο
Λεπτά δάχτυλα με ακριβείς κινήσεις
Σαν γάλλος βραβευμένος κρεοπώλης
Έργα τέχνης που σαν θα φας θ’ ανυψωθείς
Του χαμογέλασες και ζήτησες κάτι
Ό,τι νομίζει
Σ’ εμπιστεύομαι του είπες
Κι έστριψες πάνω στα τακούνια σου
Ποτέ σου δεν ήσουν σίγουρη
Κι αυτό σε έκανε πολύτιμη
Να σου δάγκωνε τον αυχένα απαλά
Να σε χούφτωνε με την παλάμη
Σάρκα γυμνή
Με ανάσες κομμένες
Στις φλόγες να παραδοθείς
Στη γλώσσα του να σε γευτεί
Και στα σπλάχνα του ν’ αποσυντεθείς
Ποτέ του δεν έμαθε πως ήταν η δουλειά σου
Να τους δίνεσαι σαν κορίτσι ερωτευμένο
1200 ευρώ τη βραδιά
Κρέας για πούλημα
Θα σε υπολόγιζε αμέσως
Τα 52 σου άτριχα κιλά
Με τα βαμμένα μπλε νύχια
Μια απλή διαίρεση χωρίς συναισθηματισμούς
Σαν καλός επαγγελματίας
23 ευρώ το κιλό
Αξίζεις
Σίγουρα αξίζεις θα σκεφτόταν
Αν μάθαινε για σένα
Αν δεν ήθελε να γαμήσει
Αν ήταν εξωγήινος
Τώρα όμως δουλεύουν οι αισθήσεις
Τώρα που σε ποθεί σαν να ‘σουν μια ιδέα
Ανεκτίμητη
Κι ας είσαι στην πραγματικότητα
Πιο φτηνή από μπον φιλέ


γ. γεωργίου