Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2010

Haiku



Στη renga, haiku, δεν υπάρχει σκέψη αλλά αίσθηση, παιχνίδι, δημιουργεί εικόνες, συλλαμβάνει μοναδικές στιγμές στη διάρκεια της μέρας, της νύχτας, των εποχών, δεν δημιουργεί σκέψεις. γινόμαστε ιμπρεσιονιστές. Δεν ονοματίζουμε απλώς, ψάχνουμε να εφεύρουμε μια μοναδική σχέση μεταξύ των πραγμάτων, μια παρομοίωση, μία αντίθεση, κάτι που περνά και χάνεται, που μεταμορφώνεται από στάντζα σε στάντζα, από στίχο σε στίχο, σε κατι άλλο.
Τα γιαπωνέζικα είναι τελείως διαφορετικά. Οι συλλαβές που φτειάχνουν λέξεις είναι σαν κάρτες όπου αν πάρεις τη μία και την ενώσεις με την πρώτη της επόμενης λέξης έχεις μία άλλη εικόνα. Η γιαπωνέζικη γλώσσα βλέπει, δεν σημαίνει. Γι’ αυτό και η ποίησή τους είναι τέχνη. Η δυτική ποίηση δεν βλέπει. Θέλει να μιλήσει εγκλωβισμένη στα νοητικά σχήματα για κάτι που δεν υπάρχει, ανεικονικό. Τα χαικού είναι η μόνη σύνδεση της ποίησης με τον φυσικό κόσμο, τη ζωή. Δεν έχουν βάθος και ύψος. Δεν ενδιαφέρονται για βάθη και ύψη, δεν ενδιαφέρονται για τα ερωτήματα του νου, δεν θέτουν ερωτήματα. Κοιτούν αυτό που υπάρχει. Χωρίς νόημα, γιατί δεν υπάρχει νόημα στη φύση. Τα ποιήματα αυτά βρίσκονται στην επιφάνεια. Τελευταία τείνω να αντιμετωπίζω το βάθος ως πλαστό, ως προϊόν κατασκευής. Το ένστικτό μου μού δείχνει την επιφάνεια. Γαλήνη και απάθεια. Προς μια πληρότητα ζωική, αδιάκοπη εντός του κενού που κάποτε υπήρξε ο εαυτός, το εγώ.
Δεν είμαι ειδικός στα χαϊκού, ούτε πρόκειται να γίνω. Δεν έχω ούτε τίποτα δικό μου να πω εδώ. Κάποια που θυμάμαι -οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους χτίζεις τα ποιήματά σου. Οι συλλαβές των τριών στίχων του χαϊκού: 5-7-5. Η λέξη που δηλώνει εποχή και πρέπει να υπάρχει στον πρώτο στίχο. Δεν τελειώνει με ρήμα το ποίημα, τελειώνει πάντα με ουσιαστικό. Όσο το δυνατόν λιγότερα ρήματα, έως καθόλου. Ελαχιστοποίηση έως εκμηδένιση των επιθέτων. Χρησιμοποίηση λέξεων/εικόνων και τεχνικών που γεννούν αντίθεση, σύγκριση, σχέση, παράδοξο. Το ποίημα διαβάζεται σε μια ανάσα. Είναι πάντα στο παρόν. Οι λέξεις είναι απλές, καθημερινές. Πρέπει να είναι κανείς αυστηρός με αυτούς τους κανόνες. Όσο πιο αυστηρός τόσο πιο ενδιαφέρον έχει το χαϊκού του.




****
Φθινόπωρο. Ο φακός γεμίζει από άγρια αίσθηση. Το δάσος. Κορμοί, αναρριχώμενα φυτά, φύλλα, τεντωμένες αισθήσεις. Φυσάει. Το σφύριγμα του ανέμου μέσα από τα πλήκτρα του δάσους σκεπάζει όλους τους άλλους ήχους. Λες και σιωπή. Μανιασμένη. Υπάρχει κάποιος που ακολουθεί μια κίνηση με το τόξο του, κάποιος που είναι εχθρός εκείνης της κίνησης. Σημαδεύει. Κοιτάει κέντρο. Στην καρδιά του δάσους. Το τόξο είναι τεντωμένο, έτοιμο να ρίξει. Παγώνει σε αυτό το σημείο. Ο λυσσασμένος άνεμος τον κάνει αναποφάσιστο. Φωτογραφία που περιλαμβάνει όλους τους ήχους, όλη τη δυσκολία, όλη την εσωτερική κίνηση του ζωντανού δάσους. Ο άνθρωπος, ο εχθρός, ξένος, στάσιμος. Ο μόνος που δεν ανήκει εκεί. Ο μόνος ακίνητος.

Κέντρο του δάσους
Εχθρικό τόξο κοιτά
Τρελός άνεμος
****
Φθινόπωρο. Ο φακός χαμηλά, λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Είναι ευρυγώνιος. Μπορεί να πάρει κομμάτι του ουρανού. Τα σύννεφα πυκνά, γεμάτα, βροντάνε. Λίγο πάνω από το χώμα λουλούδια. Τα ροδοπέταλα πέφτουν στο έδαφος, η ροή της πλάσης τα θέλει να πεθαίνουν. Τα τελευταία φωτεινά χρώματα. Το χώμα σκεπάζεται από αυτά, σκοτεινιάζει κάτω από το πέπλο τους το οποίο τα προστατεύει από τον τρομερό ήχο της βροντής, σαν μικρά παιδιά που φοβούνται και μπαίνουν κάτω από τα σκεπάσματα. (Σκιάζω= 1.δημιουργώ σκιά 2.φοβερίζω).
Ροδοπέταλα
Σύννεφα μπουμπουνίζουν
Σκιάζουν το χώμα
****
Άνοιξη. Ο φακός εστιάζει στα φύλλα των φυτών. Το φόντο ανεστίαστο. Η βροχή έχει σταματήσει. Πρησμένες σταγόνες παίζουν στα φύλλα, ξαπλώνουν, γλιστράνε, κρέμονται. Τα σαλιγκάρια έχουν βγει από το πουθενά. Σκαρφαλώνουν στα φύλλα. Σαν άλλοι σίσυφοι που ανεβαίνοντας ολοένα φτάνουν κάτω, στη γη, στο χώμα. Τοπίο του Escher -αυτή η αίσθηση σαν αίσθηση σωματική κι όχι σαν εμπειρία του νου, είναι αίσθηση του σαλιγκαριού κι όχι του παρατηρητή-ανθρώπου. Ζουμ στην έκπληξη του σαλιγκαριού.
Τα φύλλα υγρά
Ορειβάτες σάλιαγκες
Πέφτουν στο χώμα
****
Χειμώνας. Δεν το ξέρουμε αυτό, αλλά έτσι μας αρέσει να το σχεδιάζουμε -πηγαίνει ασορτί με τα αισθήματά μας. Ίσως να δείχνεται από τα νεκρά λουλούδια. Μιαν άλλη εποχή. Ίσως απλώς σε κάποιο χωριό. Σοκάκια πέτρινα, υγρασία. Ο θάνατος σκεπάζει τα χαμόσπιτα. Ακούγονται πέταλα αλόγων, ρόδες, ένα στεφάνι ξεραμένο, σιδερένιος ο σταυρός ξεπροβάλλει. Κάπου κει μέσα πρέπει να θάβονται και οι λυγμοί των ανθρώπων. Το φέρετρο. Ο φακός κινείται προς το ξύλο, μπαίνει μέσα, μαύρο. Σιωπή. Ένας κόσμος παγωμένος.
Χλιμιντρίσματα
Μέσα στην κάσα σιωπή
Νεκρό λουλούδι
****
Άνοιξη. Νυχτερινό τοπίο. Η λίμνη, ο ουρανός. Ο φακός βλέπει το νούφαρο που επιπλέει μοναχικό στην επιφάνεια της σκοτεινής λίμνης από απόσταση. Μπαίνει μισός στο νερό. Πάει κοντά. Βυθίζεται ακόμα λίγο και κοιτάει προς τα πάνω. Η σελήνη. Ο ουρανός και η λίμνη χάνουν τα όριά τους σ’ αυτή τη νύχτα. Ποιος καθρεφτίζει τι; Η λίμνη τη λευκή σελήνη ή ο ουρανός το λευκό νούφαρο; Ο πόθος του που κοιτά προς τα πάνω τους ενώνει. Η σελήνη που κυβερνά το ζωικό και φυτικό βασίλειο έρχεται σαν διαφάνεια να κολλήσει πάνω στη διαφάνεια του κόσμου του μοναχικού λουλουδιού, να γίνουν ένα. Μια μόλις γραμμή που διαγράφεται. Μια λευκή κηλίδα που τρεμοπαίζει. Κανείς δεν ξέρει που πατάει ο φακός. Το πάνω και το κάτω είναι ένα. Η επιθυμία της νύχτας καταπίνει την γλώσσα του διαχωρισμένου νου.
Νούφαρο πόθων
Στον καθρέφτη ουρανό
Λευκή σελήνη
****
γ. γεωργίου



_______
Σημείωση: οι φωτογραφίες ανήκουν στον Frantisek Staud

Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2010

Ερευνώντας το λίγο μου (ανείπωτες λέξεις σε συνέχεια) - Χρήστος Μαθιουδάκης



πως μυρίζει η ψυχή σου, ξέρεις; με ρωτά..
πως μυρίζει η ψυχή μου;
προσπαθώ.. σπρώχνω να βγάλω της φωνής μου το "ΑΑΑ"
μα ούτε αυτό προφταίνει..
σκατίλα, της λέω.., σκέψη πρώτη.
αλλα ίσως ποτέ μάλλον... δεν φτάνω εκεί..
…δεύτερη σκέψη.
ώρες-ώρες, μου λές.. μαστίχα γλυκιά..
είναι όμορφα τότε.. σήμερα έγραψα..
εμένα μου λές.. τον περισσότερο καιρό..
..μυρίζει τριαντάφυλλο.., μα..
μερικές φορές σκατίλα.., άσχημα τότε..
πρέπει να σε συγχωρέσω..
και να μυρίζει συνέχεια τριαντάφυλλο..
πως μυρίζει η ψυχή μου;
πρώτη φορά με ρωτάνε έτσι.. ασύγχρονα κι άτοπα..
και πρώτη φορά.. η σκέψη μου δεν μπορεί να σηκώσει..

09/11.08(14:45)
****
εθισμός στις αισθήσεις..
τα ψυχότροπα ναρκωτικά..
είναι κατα βάσιν "μοναχικά"..
(όχι από την άποψη του "μη γίγνεσθαι"..
κι όχι από την άποψη του "μη δείχνεστε")
σου πετάει τη ζωή πάνω στο τραπέζι..
να τρέμει..
κι αυτός αρχίζει να κόβει το μπέικον..
η ζωντάνια της ευχαρίστησης των σκέψεών μου..
κι όρεξη νιώθω να'χουν τα σωθικά μου..
να πεταχτούνε έξω..
στριγκλιές και διάφανες ημέρες..
χωρίς νύχτα.. χωρίς μέρα..
μια συνέχεια..
υποταγή της σάρκας στα ηλεκτρόδια του μυαλού..
και το μυαλό σε άλλα ηλεκτρόδια..
κι αυτά σε άλλα.. και τ'άλλα σ'άλλα..
μέχρι που φτάνεις.. στο ΕΓΩ.. .

αυτό χοροπηδάει.. εσυ ακολουθείς.. χαρούμενος..
ίσα-ίσα γυαλίζει το χρυσό σου δόντι..
αυτό αργοπεθαίνει.., χάνεις τα μαλλιά σου εσύ..
κι άντε πάλι απ' την αρχή..
κι αφού πέθανες.., τι κατάλαβες;
(λίγη στάχτη στα σκουπίδια, ίσως να βάραινε τους συγγενείς..)
Θυμάμαι.. πέθαινες απο νέος..
σκοτωνόσουν συνέχεια.. βάραγες φλέβες.. υποτροπές..
όλα επάνω στη συνέχεια βαλμένα..
αυτά τα παιδιά δε θα μάθουν ποτέ..
σαρκαστικοί έρωτες λέει.. η γλώσσα μπερδεύεται..
ήπιαμε 6 μπύρες σήμερα..
σωματικός έλεγχος..
ανοιχτόχρωμα ντυμένος..μπλέ στυλό..
μήπως ήρθε η ώρα να πεθάνω..
έχω κάνει και μπάνιο.

11/11.010(13:30)



όλο.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω
Δίνω      δίνω      δίνω      δίνω      δίνω      δίνω
Δίνω            δίνω            δίνω
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Ώσπου..  “το δίνω”..  ώσπου το δίνω   ώσπου το δίνω
ώσπου το δίνω..  ώσπου το δίνω  ώσπου το δίνω
και η τιμωρία και η τιμωρία και η τιμωρία
και η τιμωρία      και η τιμωρία      και η τιμωρία
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..

12/02.04(11:42)

****

ο ήχος στο τηλέφωνο.. με σήκωσε.. κι ήσουν εσύ..
μετά από τέτοιο καρδοχτύπι.. θα σε έβλεπα ξανά..
σφυγμοί καρδιάς δεκάξι..
και να.., που παίρνω απόφαση να βγώ από το πάπλωμα..
να συρθώ στ’αμάξι με κορδόνια λυτά κι ένα πρόχειρο σακάκι..
δεν ξέρω αν κάνω το σωστό, μα πρέπει να σε δώ…
δεν θέλω..
μα να!.. που εμφανίζομαι ξανά.. και σε κρατώ στα χέρια μου..
κορμί λευκό.. να σε ματώσω.. με πονάς..
και νάτο πάλι το τηλέφωνο.. ξανά.. χτυπά..
"γειά σου βρε σύ.. τι γίνεσαι;" …
-"είναι ο θάνατος" της λέω ψιθυριστά.. "μόνο σταμάτα.."
-"κάτσε ήσυχη εκεί στην γωνία.." ..."θα τα πούμε μετά.."
"δεν ξέρω αν με θυμάσαι.."
-"πώς.. πώς.."
"αυτή είναι η τελευταία φορά που μιλάμε.."
"την επόμενη.." μου λες.., "θα γνωριστούμε"
και το κλείνεις.

γυρίζω πίσω στα δικά μας... σε κοιτάζω..
και μου λές..
"ηχώ στα λόγια που άκουσες θα είναι η φωνή μου.."
"μόνο πρόσεχε.." … "γιατί μ’αγάπησες πολύ.."
"μέσα σε ένα βράδυ.."

06/02.08(00:18)



είσαι μια λεπτή σκιά μέσα στο σκότος μου..
σαν να θυμάμαι απο μικρός να λογαριάζω..
το ξάφνιασμα της μνήμης μου..
σαν σε θυμήθηκα νοστάλγησα..
να κατεβαίνεις δρόμους με πλακάκια..
να πονάς.. να γελάς και να καπνίζεις νυσταγμένα..
καθώς ακούμπαγες το χέρι στο τραπέζι..
η παλάμη σου στο μέτωπο κι έκλεινες τα μάτια σου..
τα αμύγδαλα αυτά.., τα άγουρα..
τα ακριβά σατέν.. τα φαγωμένα νύχια..
κάπου ηρέμησα.. σαν ισορρόπησα..
στα δυό αυτά ανάμεσα.. και βρέθηκα..
να περιμένω ενα ταξί.. για να σε πάρει.

1/06.08(02:48)
****
φτάνω στο δωμάτιο, είναι σκοτεινό..
βλέπει θάλασσα..
αρχίζω να πίνω.. σιγα σιγά ένα θάνατο..
χιλιάδες μορφές μέσα στα μάτια μου..
χαρακτήρες αλλιώτικοι.. τσουγγρίζουν ποτήρια..
γελάνε.. χωμένοι εκεί στη γωνία..
γελάνε.. χλευάζουν.. κατσούφηδες..
συνεχίζω τον θάνατο..
αυτός αρέσκεται στο τραγούδι, κι ακολουθεί..
ξαπλώνω κάτω.. κοιτάζω πάνω..
κι ανάβω λίγο θάνατο ακόμα..
"μα δε βαρέθηκες; δεν πνίγηκες ακόμα;"
διάολε, μπήκα όλος μέσα σου..
γιατί δε σκορπίζεσαι..; μου λες;
Σκορπίσου!
και σηκώνεσαι και φεύγεις..
ο μπλέ ηλεκτρίκ καπνός,
καβάλησε της σχισμής την ηλιαχτίδα..
το ταβάνι ειν' άσπρο.

25/11.010(15:42)



σκέφτομαι.. (πάλι)…
ενα φοβερό κορίτσι.. που; που;
δεν υπάρχει μέλλον.. συνήθιζα να σκέφτομαι..
άνοιξε μέσα σου.. ενα κορίτσι..
ενας εφήμερος έρωτας.. ενα τίποτα..
μια ξεχασιά.. μια σιχασιά συναισθηματική..
και τι να κάνω; και τι να κάνω..
...αν δεν θελω να σε έχω.. (;)
υγρά.. νεα αίματα.. νέα... σάρκες ψυχρές..
νέες σάρκες..
άγνωστες.. ώρες άδειες.. άσκοπες..
ώρες διαλυμένες.. κενές... σιχαμένες..
υγρά.. εμετικά.. σπέρμα.. ψέμα..
ψέμα.. σιχασιά.. σιχασιά..
να κλαις στο έδαφος.. να κλαις στο έδαφος..
να κλαίς στην υποσχόμενη νέα γή!
να κλαίς! να κλαίς!
στη νέα γή..
27/10.010(21:14)
****
"αυτός εκεί μοιάζει παράξενος..
συνέχεια κάτι γράφει..
είναι παράλυτος;”
συγγνώμη που έπεσα
να σε κοιτάξω στα μάτια..
μα εξήγησέ μου..
έμεινες μόνη σου ποτέ για μέρες;
Βδομάδες;
πέρασες καλοκαίρι σ' ένα άδειο σπίτι;
άφησες την λαλιά σου να κοπεί;
βούλωσες τ' αφτιά σου με κερί;
μα πώς περιμένεις να νιώσεις;
απο το λίγο που μιλάς κι αναπνέεις το πρωί με το τσιγάρο σου;
Ζήστε μονάχοι σας.. αφήστε τα όλα..
επιστρέψτε στο τίποτα..
Μη σας νοιάζει.. μη φοβάστε.

3/12.010(17:56)

Χρήστος Μαθιουδάκης
____________
Σημείωση nobeliefin: οι φωτογραφίες ανήκουν στον χρήστο μαθιουδάκη

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

από την Κόλαση -ένα βιβλίο ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟ. του Arthur Rimbaud


εγώ είναι ένας άλλος



Όταν πρόκειται να θυμηθώ πράγματα και γεγονότα από τη ζωή μου ξέρω ότι δεν μπορώ να εμπιστεύομαι έναν τέτοιο νου που δουλεύει -όπως κάθε νους- ως συνήθως για πάρτη του, επιθυμώντας στολίδια και πετράδια και στόματα ανοιγμένα ακόμα κι όταν παρουσιάζει μια εξαιρετικά προσεγμένη επικάλυψη από πνεύμα. Έτσι ξεκίνησε από μια τέτοια καχυποψία για να γίνει κατάσταση ενός διαλυμένου νου που αδυνατεί να συνδέσει την τεμαχισμένη πραγματικότητα με άλματα στημένα. Θυμάμαι ασφαλώς πότε πρωτοδιάβασα ρεμπώ, θυμάμαι επίσης να διαβάζω ξανά και ξανά τα βιβλία του για κάποια χρόνια. Νομίζω δε ότι πολλά εκεί μέσα στο παρελθόν είναι σάρκες βουτηγμένες σε βρώσιμα οξέα, σάρκες που ωριμάζουν και εκλεπτύνονται, ωστόσο αγγίζουν μια φαντασία αδιέξοδη, ίσως λυτρωτική. Δεν έχω τρόπο να ξεχωρίσω το όνειρο από την πραγματικότητα όσον αφορά μια εποχή η οποία χαρακτηρίζεται από τη σκοτεινιά της, μέσα από δυο μάτια που κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν πραγματικά αλλά αναδημιουργούσαν ένα πελώριο φίλτρο που σαν πέπλο αγκάλιαζε το κάθε τι, μια προστασία του αδύναμου, προστασία παιδική. Προσπαθώ να γράψω δυο τρία πράγματα από τότε και γνωρίζω πόσο επιφυλακτικός πρέπει να είμαι, να πατάω με τις μύτες, σαν κλέφτης με κάλτσα στο κεφάλι και φακό, ακούγοντας τον παραμικρό θόρυβο, την πιο ελάχιστη μεταβολή από μια κατάσταση σιωπηλής μέθης. Το “μια εποχή στην κόλαση” ήταν από τα πρώτα βιβλία ποίησης που διάβασα, και γενικά ένα από τα λίγα βιβλία ποίησης που κάθισα να διαβάσω. Από μικρός είχα μια εμμονή με τα ομηρικά έπη και τις διάφορες μυθολογίες, να σκηνοθετώ και να παίζω, να εμφανίζομαι σαν ήρωας μπροστά στους ύπουλους θεούς και να λυγίζω κάτω από το κοντάρι τους, να γουστάρω τον αίαντα και την κομμένη στα δύο στιγμή μιας ύβρης, να είμαι με τον έκτορα στη μονομαχία του με τον μαμόθρεφτο αχιλλέα. Με τον άμοιρο γερο-πρίαμο, με τον πολύφημο. Ήμουν δεκαεννιά χρονών, η εποχή στην κόλαση με άφησε άναυδο. Σαν κλοτσιά χτύπησε όλα τα μέσα μου, σαν βόμβα που ρευστοποιεί το σώμα, το αλλάζει για πάντα. Το ιδιοφυές κωλόπαιδο που σταμάτησε να γράφει στα είκοσί του χρόνια, που έφυγε στην αφρική τυχοδιώκτης, που γύρισε πίσω κι είχε ένα πόδι λιγότερο, που πέθανε κάτω από παραλήρημα και πυρετό, που ό,τι έγραψε ήταν μια σάρκα φωτιάς, μία δύναμη ανατριχιαστική ενός σπάνιου τέρατος, παραμορφωμένου, λαμπερού. Με στοίχειωσε το έργο και η ζωή του.

***
Πρωινό μέθης

Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δεν σκοντάφτω καθόλου! Στρέβλη μαγική! Ουρρά [hourra] για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά! Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει απ’ αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σ’ όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι γι’ αυτά τα μαρτύρια! Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας: αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη! Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως απ’ αυτή την αιωνιότητα, -αυτό τελείωσε μ’ ένα σκόρπισμα αρωμάτων.
Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να ‘στε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Αυτό άρχιζε με μια ολάκερη χωρατιά, να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θά ‘ταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των δολοφόνων.

(σε μτφ. αλέξη ασλάνογλου, από εκδ. ηριδανός)
***



Κάποια νύχτα φορτισμένος τον έβαλα και πάλι να γράφει, από την κόλαση, εκατόν έντεκα χρόνια μετά τον νοέμβριο του 1891, τότε που άρρωστος, με τη φροντίδα της ισαβέλλας της αδερφής του, με το πόδι κομμένο, με έναν παπά που προσπάθησε ν’ αδράξει τη στιγμή αδυναμίας του ετοιμοθάνατου και να τον κάνει να “εξομολογηθεί”, ασπάζοντας τον χριστιανισμό που τόσο απεχθανόταν, πέθαινε, πεθαίνοντας μέσα στην παραίσθηση. Γράφει ξανά εκατόν έντεκα χρόνια μετά, γράφω μέσα από τα μάτια του, που ωστόσο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα δικά μου ως εκείνου που σχίζεται, επηρεάζομαι σε βαθμό που να υποφέρω. Αντιγράφοντάς το τούτο το βιβλίο στον υπολογιστή και κάνοντάς το pdf, συνεπώς διαβάζοντάς το ξανά έπειτα από χρόνια όπου ξεχασμένο αυτό μ’ έκρυψε κι εμένα από τη μνήμη μου, με σόκαρε. Δεν το θυμόμουν καν -το ξέθαψα και μ’ εκδικήθηκε. Μία στιγμή, μία φάση, μια απειροελάχιστη διακύμανση του εγώ, των παραισθήσεων, του μύθου, της έντασης του νά ‘σαι νέος. Δεν είχα εικόνα του εαυτού μου τότε, όχι καθαρή. Με έκανε να με δω τότε, να δω τις αδυναμίες και εκείνο το άτιμο, αδυσώπητο και κυρίαρχο εγώ που με απειλούσε πάντα, πάντα τη ζωή μιας επιφάνειας. Ένα μέσα επικίνδυνο όσο και το έξω, ψεύτικο όσο και ο κόσμος όλος. Ωστόσο ελκυστικό. Υπερχείλιση δύναμης. Ωστόσο ικανοποιητικό το ότι τουλάχιστον μπορώ να δω εκείνη τη συνέχεια ενός σώματος που προσπαθεί να εκφραστεί ξερνώντας τα τοτέμ, και όπου κάθε έκφρασή του είναι μια αύξηση της φυσικότητάς του -γέρνει προς δικό του όφελος. Χωρίς όφελος άλλο κανένα, εξωτερικό ή εσωτερικό.
Ομολογώ πως με τρομάζει η έκθεση κι ας μην είμαι εγώ αυτός που γράφω, κι ας είναι κάποιος άλλος, κάποιος που έζησε μια στιγμή πριν χαθεί μαζί με το μάταιο της όλης κίνησης, της όλης προβολής. Αν εύχομαι κάτι είναι να ζήσει τούτο το βιβλιαράκι τη ζωή του έξω από μένα, χωρίς εμένα. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Παραδίδω εκείνη τη στιγμή έντασης σε ένα φάγωμα οργιαστικό. Ας μείνει στο τέλος η οσμή εκείνου του αλαζονικού και αυθάδη ποιητή από τις αρδέννες. Άχυρο και ξυλοπάπουτσα και μαλλί βρόμικο. Με το τουφέκι στα χαρακώματα του παρισιού. Πίνοντας αψέντι και κατουρώντας τους ποιητές. Χαρτογραφώντας στην αφρική περιοχές που άλλος ευρωπαίος δεν είχε ποτέ του πατήσει. Γελώντας παιδί.
Ένα κόσμος δρόμος, γεμάτος από πινακίδες και όρια ταχύτητας, πρησμένος από τον κώδικα οδικής, από μπάτσους και πομπές εξουσιαστών, εκκλησάκια, επικίνδυνη στροφή, κατολισθήσεις -προσοχή αγελάδες! Απαιτείται μια ανάσα μόνο για να γεμίσουν τα πνευμόνια με δάση και αναρχία. Μια στάλα ζωής αρκεί η φλόγα να μην σβήσει, μια τζούρα οξυγόνου και όλος ο κόσμος μπορεί να πάρει φωτιά.

γ. γεωργίου

------------
σημείωση: οι φωτογραφίες ανήκουν στον david wojnarowicz, από τη σειρά " Rimbaud in New York 1978-1979"

****



το βιβλίο:
"από την Κόλαση -ένα βιβλίο ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟ. του Arthur Rimbaud"
το οποίο μπορείτε να διαβάσετε, τυπώσετε, αντιγράψετε

Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010

Απόστολος Κυρίτσης - Ένα παράθυρο με θέα



So gentle and so swift

they break your heart.


Λέν, τα ωραία κορίτσια είναι για να μας θυμίζουν πως ο παράδεισος υπάρχει. Και πως κρατούν καλά τα μυστικά τους. Με το χέρι στη σκανδάλη οπλίζουν αδίστακτα και μας χαμογελούν τρυφερά.

Η ομορφιά ακτινοβολεί κίνδυνο, σταυρώνει τα πόδια της, καπνίζει, αποφαίνεται. Τα γυμνά της πόδια πληγώνουν. Η ομορφιά διστάζει, εκπλήσσεται κι αιφνιδιάζει, φλυαρεί, χρυσάφια που κυλούν στο πρόσωπό της και σωπαίνει, κοιτάζει το σκοτάδι ήσυχα, ξαπλώνει πάνω στις πευκοβελόνες, γέρνει, σκαρφαλώνει στη μοτοσυκλέτα, ρίχνοντας ένα χείμαρρο μαλλιών πάνω από ένα ποτήρι τζίν υπολογίζει, περπατάει και το φώς μετατοπίζεται. Η ομορφιά γεμίζει πολυτέλεια τους θλιβερούς στενούς δρόμους, τα τσαλακωμένα σεντόνια, το ημίφως στο κατάστρωμα του πλοίου. Η ομορφιά βρίσκεται πάντα εκεί, ανυπόφορη, απροσδιόριστη και προφανής μέχρι παραφροσύνης.

Αόριστες συνάφειες κάθε τόσο κάνουν τα γυμνά της πέλματα να παραπέμπουν στα μάτια της, κι εκείνα στην πτυχή της μασχάλης, ένα κορμί που πίσω του μαντεύει κανείς τον άμβυκα μιάς παράδοξης αλχημείας, συντήξεις που οδηγούν σε απροσδόκητα κράματα. Ενα ελάφι, ένα λεπίδι και μερικές ρώγες σταφυλιού. Ενα γιασεμί κι ένα κομμάτι σκοτεινό μετάξι. Ενας αίλουρος, ένα χάδι και λίγη ψίχα από ζεστό ψωμί. Αγριότητα που τρέπεται σε τριαντάφυλλο και αποικίζει ερημιές.

Και να που η ομορφιά εγκαταλείπεται πια υπνωτισμένη, παραδομένη ενδίδει στους βραχίονες μια βούλησης που όμως θέλει τι; Να την κάνει μήπως να παραδεχτεί την υλική της υπόσταση, να σβήσει το πρόσωπό της, να την εξαντλήσει, να την πιεί, να ανακτήσει εν τέλει το ισοδύναμό της σε ηδονή; ‘Πήρα την ομορφιά στα γόνατα, τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα’. Αναρωτιέμαι αν μπόρεσε ποτέ κανείς να ξεπεράσει αυτόν τον στίχο του Rimbaud.

Παίζοντας με την άβυσσο της Θείας Αυταρέσκειας είναι που πέφτουμε στις δικές μας αβύσσους. Κι αν στην ομορφιά υπάρχει κάτι που καμιά φωτογραφία ποτέ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει και καμιά συνείδηση να κατοπτρίσει, τότε η ομορφιά δεν είναι εν τέλει παρά μία διαφάνεια, ένα παράθυρο που βλέπει στην άλλη όχθη του καιρού. Αυτή η συνομωσία των αναλογιών, των λεπτομερειών και των κινήσεων που κάνουν μια γυναίκα όμορφη, καταφέρνει τελικά να αποσιωπήσει την καταγωγή της φθοράς, την βαρύτητα και τις παραπομπές της, την κάνει διαφανή για να γίνουν ορατά πίσω της τα νεύματα του ανέφικτου. Ισως ένα χαμόγελο να είναι τελικά η μόνη απάντηση σ’ αυτό που το λοξό της βλέμμα υπαινίσσεται: Αν πρόκειται να ταξιδέψετε στην κόλαση, κλείστε τουλάχιστον μια θέση δίπλα σ’ ένα παράθυρο με θέα.


Απόστολος Κυρίτσης

______________

σημείωσεις:

-η φωτογραφία ανήκει στον Aaron Siskind

-το "So gentle and so swift they break your heart" είναι από μεταφρασμένο στα αγγλικά κείμενο του Albert Camus.

-για περισσότερες δημοσιεύσεις ποιημάτων του Α. Κυρίτση, εδώ.