Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2010

Ερευνώντας το λίγο μου (ανείπωτες λέξεις σε συνέχεια) - Χρήστος Μαθιουδάκης



πως μυρίζει η ψυχή σου, ξέρεις; με ρωτά..
πως μυρίζει η ψυχή μου;
προσπαθώ.. σπρώχνω να βγάλω της φωνής μου το "ΑΑΑ"
μα ούτε αυτό προφταίνει..
σκατίλα, της λέω.., σκέψη πρώτη.
αλλα ίσως ποτέ μάλλον... δεν φτάνω εκεί..
…δεύτερη σκέψη.
ώρες-ώρες, μου λές.. μαστίχα γλυκιά..
είναι όμορφα τότε.. σήμερα έγραψα..
εμένα μου λές.. τον περισσότερο καιρό..
..μυρίζει τριαντάφυλλο.., μα..
μερικές φορές σκατίλα.., άσχημα τότε..
πρέπει να σε συγχωρέσω..
και να μυρίζει συνέχεια τριαντάφυλλο..
πως μυρίζει η ψυχή μου;
πρώτη φορά με ρωτάνε έτσι.. ασύγχρονα κι άτοπα..
και πρώτη φορά.. η σκέψη μου δεν μπορεί να σηκώσει..

09/11.08(14:45)
****
εθισμός στις αισθήσεις..
τα ψυχότροπα ναρκωτικά..
είναι κατα βάσιν "μοναχικά"..
(όχι από την άποψη του "μη γίγνεσθαι"..
κι όχι από την άποψη του "μη δείχνεστε")
σου πετάει τη ζωή πάνω στο τραπέζι..
να τρέμει..
κι αυτός αρχίζει να κόβει το μπέικον..
η ζωντάνια της ευχαρίστησης των σκέψεών μου..
κι όρεξη νιώθω να'χουν τα σωθικά μου..
να πεταχτούνε έξω..
στριγκλιές και διάφανες ημέρες..
χωρίς νύχτα.. χωρίς μέρα..
μια συνέχεια..
υποταγή της σάρκας στα ηλεκτρόδια του μυαλού..
και το μυαλό σε άλλα ηλεκτρόδια..
κι αυτά σε άλλα.. και τ'άλλα σ'άλλα..
μέχρι που φτάνεις.. στο ΕΓΩ.. .

αυτό χοροπηδάει.. εσυ ακολουθείς.. χαρούμενος..
ίσα-ίσα γυαλίζει το χρυσό σου δόντι..
αυτό αργοπεθαίνει.., χάνεις τα μαλλιά σου εσύ..
κι άντε πάλι απ' την αρχή..
κι αφού πέθανες.., τι κατάλαβες;
(λίγη στάχτη στα σκουπίδια, ίσως να βάραινε τους συγγενείς..)
Θυμάμαι.. πέθαινες απο νέος..
σκοτωνόσουν συνέχεια.. βάραγες φλέβες.. υποτροπές..
όλα επάνω στη συνέχεια βαλμένα..
αυτά τα παιδιά δε θα μάθουν ποτέ..
σαρκαστικοί έρωτες λέει.. η γλώσσα μπερδεύεται..
ήπιαμε 6 μπύρες σήμερα..
σωματικός έλεγχος..
ανοιχτόχρωμα ντυμένος..μπλέ στυλό..
μήπως ήρθε η ώρα να πεθάνω..
έχω κάνει και μπάνιο.

11/11.010(13:30)



όλο.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω.. δίνω
Δίνω      δίνω      δίνω      δίνω      δίνω      δίνω
Δίνω            δίνω            δίνω
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Σα    να    γράφω    τιμωρία
Ώσπου..  “το δίνω”..  ώσπου το δίνω   ώσπου το δίνω
ώσπου το δίνω..  ώσπου το δίνω  ώσπου το δίνω
και η τιμωρία και η τιμωρία και η τιμωρία
και η τιμωρία      και η τιμωρία      και η τιμωρία
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..
Γίνεται ολόκληρη η ζωή.. η ζωή.. η ζωή..

12/02.04(11:42)

****

ο ήχος στο τηλέφωνο.. με σήκωσε.. κι ήσουν εσύ..
μετά από τέτοιο καρδοχτύπι.. θα σε έβλεπα ξανά..
σφυγμοί καρδιάς δεκάξι..
και να.., που παίρνω απόφαση να βγώ από το πάπλωμα..
να συρθώ στ’αμάξι με κορδόνια λυτά κι ένα πρόχειρο σακάκι..
δεν ξέρω αν κάνω το σωστό, μα πρέπει να σε δώ…
δεν θέλω..
μα να!.. που εμφανίζομαι ξανά.. και σε κρατώ στα χέρια μου..
κορμί λευκό.. να σε ματώσω.. με πονάς..
και νάτο πάλι το τηλέφωνο.. ξανά.. χτυπά..
"γειά σου βρε σύ.. τι γίνεσαι;" …
-"είναι ο θάνατος" της λέω ψιθυριστά.. "μόνο σταμάτα.."
-"κάτσε ήσυχη εκεί στην γωνία.." ..."θα τα πούμε μετά.."
"δεν ξέρω αν με θυμάσαι.."
-"πώς.. πώς.."
"αυτή είναι η τελευταία φορά που μιλάμε.."
"την επόμενη.." μου λες.., "θα γνωριστούμε"
και το κλείνεις.

γυρίζω πίσω στα δικά μας... σε κοιτάζω..
και μου λές..
"ηχώ στα λόγια που άκουσες θα είναι η φωνή μου.."
"μόνο πρόσεχε.." … "γιατί μ’αγάπησες πολύ.."
"μέσα σε ένα βράδυ.."

06/02.08(00:18)



είσαι μια λεπτή σκιά μέσα στο σκότος μου..
σαν να θυμάμαι απο μικρός να λογαριάζω..
το ξάφνιασμα της μνήμης μου..
σαν σε θυμήθηκα νοστάλγησα..
να κατεβαίνεις δρόμους με πλακάκια..
να πονάς.. να γελάς και να καπνίζεις νυσταγμένα..
καθώς ακούμπαγες το χέρι στο τραπέζι..
η παλάμη σου στο μέτωπο κι έκλεινες τα μάτια σου..
τα αμύγδαλα αυτά.., τα άγουρα..
τα ακριβά σατέν.. τα φαγωμένα νύχια..
κάπου ηρέμησα.. σαν ισορρόπησα..
στα δυό αυτά ανάμεσα.. και βρέθηκα..
να περιμένω ενα ταξί.. για να σε πάρει.

1/06.08(02:48)
****
φτάνω στο δωμάτιο, είναι σκοτεινό..
βλέπει θάλασσα..
αρχίζω να πίνω.. σιγα σιγά ένα θάνατο..
χιλιάδες μορφές μέσα στα μάτια μου..
χαρακτήρες αλλιώτικοι.. τσουγγρίζουν ποτήρια..
γελάνε.. χωμένοι εκεί στη γωνία..
γελάνε.. χλευάζουν.. κατσούφηδες..
συνεχίζω τον θάνατο..
αυτός αρέσκεται στο τραγούδι, κι ακολουθεί..
ξαπλώνω κάτω.. κοιτάζω πάνω..
κι ανάβω λίγο θάνατο ακόμα..
"μα δε βαρέθηκες; δεν πνίγηκες ακόμα;"
διάολε, μπήκα όλος μέσα σου..
γιατί δε σκορπίζεσαι..; μου λες;
Σκορπίσου!
και σηκώνεσαι και φεύγεις..
ο μπλέ ηλεκτρίκ καπνός,
καβάλησε της σχισμής την ηλιαχτίδα..
το ταβάνι ειν' άσπρο.

25/11.010(15:42)



σκέφτομαι.. (πάλι)…
ενα φοβερό κορίτσι.. που; που;
δεν υπάρχει μέλλον.. συνήθιζα να σκέφτομαι..
άνοιξε μέσα σου.. ενα κορίτσι..
ενας εφήμερος έρωτας.. ενα τίποτα..
μια ξεχασιά.. μια σιχασιά συναισθηματική..
και τι να κάνω; και τι να κάνω..
...αν δεν θελω να σε έχω.. (;)
υγρά.. νεα αίματα.. νέα... σάρκες ψυχρές..
νέες σάρκες..
άγνωστες.. ώρες άδειες.. άσκοπες..
ώρες διαλυμένες.. κενές... σιχαμένες..
υγρά.. εμετικά.. σπέρμα.. ψέμα..
ψέμα.. σιχασιά.. σιχασιά..
να κλαις στο έδαφος.. να κλαις στο έδαφος..
να κλαίς στην υποσχόμενη νέα γή!
να κλαίς! να κλαίς!
στη νέα γή..
27/10.010(21:14)
****
"αυτός εκεί μοιάζει παράξενος..
συνέχεια κάτι γράφει..
είναι παράλυτος;”
συγγνώμη που έπεσα
να σε κοιτάξω στα μάτια..
μα εξήγησέ μου..
έμεινες μόνη σου ποτέ για μέρες;
Βδομάδες;
πέρασες καλοκαίρι σ' ένα άδειο σπίτι;
άφησες την λαλιά σου να κοπεί;
βούλωσες τ' αφτιά σου με κερί;
μα πώς περιμένεις να νιώσεις;
απο το λίγο που μιλάς κι αναπνέεις το πρωί με το τσιγάρο σου;
Ζήστε μονάχοι σας.. αφήστε τα όλα..
επιστρέψτε στο τίποτα..
Μη σας νοιάζει.. μη φοβάστε.

3/12.010(17:56)

Χρήστος Μαθιουδάκης
____________
Σημείωση nobeliefin: οι φωτογραφίες ανήκουν στον χρήστο μαθιουδάκη

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

από την Κόλαση -ένα βιβλίο ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟ. του Arthur Rimbaud


εγώ είναι ένας άλλος



Όταν πρόκειται να θυμηθώ πράγματα και γεγονότα από τη ζωή μου ξέρω ότι δεν μπορώ να εμπιστεύομαι έναν τέτοιο νου που δουλεύει -όπως κάθε νους- ως συνήθως για πάρτη του, επιθυμώντας στολίδια και πετράδια και στόματα ανοιγμένα ακόμα κι όταν παρουσιάζει μια εξαιρετικά προσεγμένη επικάλυψη από πνεύμα. Έτσι ξεκίνησε από μια τέτοια καχυποψία για να γίνει κατάσταση ενός διαλυμένου νου που αδυνατεί να συνδέσει την τεμαχισμένη πραγματικότητα με άλματα στημένα. Θυμάμαι ασφαλώς πότε πρωτοδιάβασα ρεμπώ, θυμάμαι επίσης να διαβάζω ξανά και ξανά τα βιβλία του για κάποια χρόνια. Νομίζω δε ότι πολλά εκεί μέσα στο παρελθόν είναι σάρκες βουτηγμένες σε βρώσιμα οξέα, σάρκες που ωριμάζουν και εκλεπτύνονται, ωστόσο αγγίζουν μια φαντασία αδιέξοδη, ίσως λυτρωτική. Δεν έχω τρόπο να ξεχωρίσω το όνειρο από την πραγματικότητα όσον αφορά μια εποχή η οποία χαρακτηρίζεται από τη σκοτεινιά της, μέσα από δυο μάτια που κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν πραγματικά αλλά αναδημιουργούσαν ένα πελώριο φίλτρο που σαν πέπλο αγκάλιαζε το κάθε τι, μια προστασία του αδύναμου, προστασία παιδική. Προσπαθώ να γράψω δυο τρία πράγματα από τότε και γνωρίζω πόσο επιφυλακτικός πρέπει να είμαι, να πατάω με τις μύτες, σαν κλέφτης με κάλτσα στο κεφάλι και φακό, ακούγοντας τον παραμικρό θόρυβο, την πιο ελάχιστη μεταβολή από μια κατάσταση σιωπηλής μέθης. Το “μια εποχή στην κόλαση” ήταν από τα πρώτα βιβλία ποίησης που διάβασα, και γενικά ένα από τα λίγα βιβλία ποίησης που κάθισα να διαβάσω. Από μικρός είχα μια εμμονή με τα ομηρικά έπη και τις διάφορες μυθολογίες, να σκηνοθετώ και να παίζω, να εμφανίζομαι σαν ήρωας μπροστά στους ύπουλους θεούς και να λυγίζω κάτω από το κοντάρι τους, να γουστάρω τον αίαντα και την κομμένη στα δύο στιγμή μιας ύβρης, να είμαι με τον έκτορα στη μονομαχία του με τον μαμόθρεφτο αχιλλέα. Με τον άμοιρο γερο-πρίαμο, με τον πολύφημο. Ήμουν δεκαεννιά χρονών, η εποχή στην κόλαση με άφησε άναυδο. Σαν κλοτσιά χτύπησε όλα τα μέσα μου, σαν βόμβα που ρευστοποιεί το σώμα, το αλλάζει για πάντα. Το ιδιοφυές κωλόπαιδο που σταμάτησε να γράφει στα είκοσί του χρόνια, που έφυγε στην αφρική τυχοδιώκτης, που γύρισε πίσω κι είχε ένα πόδι λιγότερο, που πέθανε κάτω από παραλήρημα και πυρετό, που ό,τι έγραψε ήταν μια σάρκα φωτιάς, μία δύναμη ανατριχιαστική ενός σπάνιου τέρατος, παραμορφωμένου, λαμπερού. Με στοίχειωσε το έργο και η ζωή του.

***
Πρωινό μέθης

Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δεν σκοντάφτω καθόλου! Στρέβλη μαγική! Ουρρά [hourra] για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά! Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει απ’ αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σ’ όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι γι’ αυτά τα μαρτύρια! Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας: αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη! Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως απ’ αυτή την αιωνιότητα, -αυτό τελείωσε μ’ ένα σκόρπισμα αρωμάτων.
Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να ‘στε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Αυτό άρχιζε με μια ολάκερη χωρατιά, να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θά ‘ταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των δολοφόνων.

(σε μτφ. αλέξη ασλάνογλου, από εκδ. ηριδανός)
***



Κάποια νύχτα φορτισμένος τον έβαλα και πάλι να γράφει, από την κόλαση, εκατόν έντεκα χρόνια μετά τον νοέμβριο του 1891, τότε που άρρωστος, με τη φροντίδα της ισαβέλλας της αδερφής του, με το πόδι κομμένο, με έναν παπά που προσπάθησε ν’ αδράξει τη στιγμή αδυναμίας του ετοιμοθάνατου και να τον κάνει να “εξομολογηθεί”, ασπάζοντας τον χριστιανισμό που τόσο απεχθανόταν, πέθαινε, πεθαίνοντας μέσα στην παραίσθηση. Γράφει ξανά εκατόν έντεκα χρόνια μετά, γράφω μέσα από τα μάτια του, που ωστόσο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα δικά μου ως εκείνου που σχίζεται, επηρεάζομαι σε βαθμό που να υποφέρω. Αντιγράφοντάς το τούτο το βιβλίο στον υπολογιστή και κάνοντάς το pdf, συνεπώς διαβάζοντάς το ξανά έπειτα από χρόνια όπου ξεχασμένο αυτό μ’ έκρυψε κι εμένα από τη μνήμη μου, με σόκαρε. Δεν το θυμόμουν καν -το ξέθαψα και μ’ εκδικήθηκε. Μία στιγμή, μία φάση, μια απειροελάχιστη διακύμανση του εγώ, των παραισθήσεων, του μύθου, της έντασης του νά ‘σαι νέος. Δεν είχα εικόνα του εαυτού μου τότε, όχι καθαρή. Με έκανε να με δω τότε, να δω τις αδυναμίες και εκείνο το άτιμο, αδυσώπητο και κυρίαρχο εγώ που με απειλούσε πάντα, πάντα τη ζωή μιας επιφάνειας. Ένα μέσα επικίνδυνο όσο και το έξω, ψεύτικο όσο και ο κόσμος όλος. Ωστόσο ελκυστικό. Υπερχείλιση δύναμης. Ωστόσο ικανοποιητικό το ότι τουλάχιστον μπορώ να δω εκείνη τη συνέχεια ενός σώματος που προσπαθεί να εκφραστεί ξερνώντας τα τοτέμ, και όπου κάθε έκφρασή του είναι μια αύξηση της φυσικότητάς του -γέρνει προς δικό του όφελος. Χωρίς όφελος άλλο κανένα, εξωτερικό ή εσωτερικό.
Ομολογώ πως με τρομάζει η έκθεση κι ας μην είμαι εγώ αυτός που γράφω, κι ας είναι κάποιος άλλος, κάποιος που έζησε μια στιγμή πριν χαθεί μαζί με το μάταιο της όλης κίνησης, της όλης προβολής. Αν εύχομαι κάτι είναι να ζήσει τούτο το βιβλιαράκι τη ζωή του έξω από μένα, χωρίς εμένα. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Παραδίδω εκείνη τη στιγμή έντασης σε ένα φάγωμα οργιαστικό. Ας μείνει στο τέλος η οσμή εκείνου του αλαζονικού και αυθάδη ποιητή από τις αρδέννες. Άχυρο και ξυλοπάπουτσα και μαλλί βρόμικο. Με το τουφέκι στα χαρακώματα του παρισιού. Πίνοντας αψέντι και κατουρώντας τους ποιητές. Χαρτογραφώντας στην αφρική περιοχές που άλλος ευρωπαίος δεν είχε ποτέ του πατήσει. Γελώντας παιδί.
Ένα κόσμος δρόμος, γεμάτος από πινακίδες και όρια ταχύτητας, πρησμένος από τον κώδικα οδικής, από μπάτσους και πομπές εξουσιαστών, εκκλησάκια, επικίνδυνη στροφή, κατολισθήσεις -προσοχή αγελάδες! Απαιτείται μια ανάσα μόνο για να γεμίσουν τα πνευμόνια με δάση και αναρχία. Μια στάλα ζωής αρκεί η φλόγα να μην σβήσει, μια τζούρα οξυγόνου και όλος ο κόσμος μπορεί να πάρει φωτιά.

γ. γεωργίου

------------
σημείωση: οι φωτογραφίες ανήκουν στον david wojnarowicz, από τη σειρά " Rimbaud in New York 1978-1979"

****



το βιβλίο:
"από την Κόλαση -ένα βιβλίο ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟ. του Arthur Rimbaud"
το οποίο μπορείτε να διαβάσετε, τυπώσετε, αντιγράψετε

Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010

Απόστολος Κυρίτσης - Ένα παράθυρο με θέα



So gentle and so swift

they break your heart.


Λέν, τα ωραία κορίτσια είναι για να μας θυμίζουν πως ο παράδεισος υπάρχει. Και πως κρατούν καλά τα μυστικά τους. Με το χέρι στη σκανδάλη οπλίζουν αδίστακτα και μας χαμογελούν τρυφερά.

Η ομορφιά ακτινοβολεί κίνδυνο, σταυρώνει τα πόδια της, καπνίζει, αποφαίνεται. Τα γυμνά της πόδια πληγώνουν. Η ομορφιά διστάζει, εκπλήσσεται κι αιφνιδιάζει, φλυαρεί, χρυσάφια που κυλούν στο πρόσωπό της και σωπαίνει, κοιτάζει το σκοτάδι ήσυχα, ξαπλώνει πάνω στις πευκοβελόνες, γέρνει, σκαρφαλώνει στη μοτοσυκλέτα, ρίχνοντας ένα χείμαρρο μαλλιών πάνω από ένα ποτήρι τζίν υπολογίζει, περπατάει και το φώς μετατοπίζεται. Η ομορφιά γεμίζει πολυτέλεια τους θλιβερούς στενούς δρόμους, τα τσαλακωμένα σεντόνια, το ημίφως στο κατάστρωμα του πλοίου. Η ομορφιά βρίσκεται πάντα εκεί, ανυπόφορη, απροσδιόριστη και προφανής μέχρι παραφροσύνης.

Αόριστες συνάφειες κάθε τόσο κάνουν τα γυμνά της πέλματα να παραπέμπουν στα μάτια της, κι εκείνα στην πτυχή της μασχάλης, ένα κορμί που πίσω του μαντεύει κανείς τον άμβυκα μιάς παράδοξης αλχημείας, συντήξεις που οδηγούν σε απροσδόκητα κράματα. Ενα ελάφι, ένα λεπίδι και μερικές ρώγες σταφυλιού. Ενα γιασεμί κι ένα κομμάτι σκοτεινό μετάξι. Ενας αίλουρος, ένα χάδι και λίγη ψίχα από ζεστό ψωμί. Αγριότητα που τρέπεται σε τριαντάφυλλο και αποικίζει ερημιές.

Και να που η ομορφιά εγκαταλείπεται πια υπνωτισμένη, παραδομένη ενδίδει στους βραχίονες μια βούλησης που όμως θέλει τι; Να την κάνει μήπως να παραδεχτεί την υλική της υπόσταση, να σβήσει το πρόσωπό της, να την εξαντλήσει, να την πιεί, να ανακτήσει εν τέλει το ισοδύναμό της σε ηδονή; ‘Πήρα την ομορφιά στα γόνατα, τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα’. Αναρωτιέμαι αν μπόρεσε ποτέ κανείς να ξεπεράσει αυτόν τον στίχο του Rimbaud.

Παίζοντας με την άβυσσο της Θείας Αυταρέσκειας είναι που πέφτουμε στις δικές μας αβύσσους. Κι αν στην ομορφιά υπάρχει κάτι που καμιά φωτογραφία ποτέ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει και καμιά συνείδηση να κατοπτρίσει, τότε η ομορφιά δεν είναι εν τέλει παρά μία διαφάνεια, ένα παράθυρο που βλέπει στην άλλη όχθη του καιρού. Αυτή η συνομωσία των αναλογιών, των λεπτομερειών και των κινήσεων που κάνουν μια γυναίκα όμορφη, καταφέρνει τελικά να αποσιωπήσει την καταγωγή της φθοράς, την βαρύτητα και τις παραπομπές της, την κάνει διαφανή για να γίνουν ορατά πίσω της τα νεύματα του ανέφικτου. Ισως ένα χαμόγελο να είναι τελικά η μόνη απάντηση σ’ αυτό που το λοξό της βλέμμα υπαινίσσεται: Αν πρόκειται να ταξιδέψετε στην κόλαση, κλείστε τουλάχιστον μια θέση δίπλα σ’ ένα παράθυρο με θέα.


Απόστολος Κυρίτσης

______________

σημείωσεις:

-η φωτογραφία ανήκει στον Aaron Siskind

-το "So gentle and so swift they break your heart" είναι από μεταφρασμένο στα αγγλικά κείμενο του Albert Camus.

-για περισσότερες δημοσιεύσεις ποιημάτων του Α. Κυρίτση, εδώ.


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 09, 2010

Ανθρωπισμός


Ο πιο μεγάλος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι η ανθρώπινη φύση

Kevin Mitnick



Όταν συνέλαβαν τον μεγαλύτερο χάκερ που εμφανίστηκε ποτέ, τον Kevin Mitnick -ο οποίος είχε υποκλέψει τηλεπικοινωνίες, υπολογιστές ασφαλείας, το πεντάγωνο- ζήτησαν να μάθουν πώς έκανε ό,τι έκανε. Ο Μitnick ενώπιον γερουσιαστών και πρακτόρων τούς είπε απλά πως εκείνο που ο ίδιος “σπάει” δεν είναι το σύστημα αλλά ο άνθρωπος πίσω από το σύστημα. Το χάκινγκ γίνεται στον άνθρωπο κι όχι στο σύστημα -μέσω του ευάλωτου, “ξεκλείδωτου” ανθρώπου μπαίνεις στο σύστημα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο Mitnick μας βεβαιώνει πως ο άνθρωπος είναι καλοπροαίρετος σε ποσοστό 99%, ευκολόπιστος, δεν έχεις παρά να του χαμογελάσεις, να πεις δυο κουβέντες που θα τον αγγίξουν, και να σ’ εμπιστευτεί. Ο Μitnick ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να τηλεφωνήσει ακόμα και σ’ έναν οποιοδήποτε γερουσιαστή και να πάρει τις πληροφορίες που θέλει -κάτι που άλλωστε έκανε, υπονόησε ότι έκανε. Απαραίτητη προϋπόθεση να κατέχει ο “κοινωνικός μηχανικός” τη γλώσσα του συστήματος που θέλει να σπάσει -αν θέλει πχ να κάνει τραπεζική απάτη πρέπει να γνωρίζει τη γλώσσα των τραπεζιτών. Υποστήριξε μάλιστα πως δεν έσπασε κανένα κωδικό ασφαλείας με τον τρόπο που φαντάζεται πχ κάποιος σινεφίλ να κάνει ένας χάκερ, να εισβάλλει δηλαδή μέσω του υπολογιστή, αλλά πως είχε ήδη τον κωδικό με τον οποίο έμπαινε στο σύστημα, και τον κωδικό αυτόν τον έπαιρνε απλά, τις περισσότερες φορές τηλεφωνικά από κάποιο πρόσωπο που τον κατείχε και τον οποίο ο Mitnick προσέγγιζε με τις τεχνικές της εξαπάτησης που ένας κοινωνικός μηχανικός θέτει σε ενέργεια. Χρησιμοποιούσε κάθε επαφή σαν ένα σκαλί που τον οδηγούσε πιο πάνω, στην κορυφή του σκοπού του. Με τη μία πληροφορία ξεκλείδωνε την επόμενη. Κανείς δεν κατάλαβε τι τους έλεγε. Όταν κάποτε αντιλήφθηκαν το κέντρο της σκεψης του και πείστηκαν για όλα όσα τους είχε πει τον έκαναν σύμβουλο ασφαλείας του εφμπιάι, λίγο μετά τις διαδηλώσεις αναρχικών και αριστερών ανά τον κόσμο για απελευθέρωση του μεγάλου επαναστάτη της σύγχρονης εποχής, εκείνου που τα έβαλε με όλο το κυρίαρχο σύστημα επιφέροντάς του ισχυρό πλήγμα. Μην ξεχνάμε ότι ο Μitnick είχε ανακυρηχτεί σε νούμερο ένα τρομοκράτη εκείνη την περίοδο στην αμερική -χαρακτηριστικό είναι εκείνο που λέγονταν γι’ αυτόν: ότι μπορούσε να εκτοξεύσει πυρηνικά απλώς με ένα τηλεφώνημα. (Υπάρχει βιβλίο του στα ελληνικά, εξαιρετικού ενδιαφέροντος, το προτείνω).

Για να εργαστεί κανείς σε ένα σύστημα με επιτυχία πρέπει να κατανοεί τη γλώσσα του συστήματος. Στη δική μας δημοκρατία (που παρόλο πάντα μια ολιγαρχία κινεί τα νήματα, όλοι συμμετέχουν, αποδίδουν, και αυτό το όλοι είναι πράγματι δημοκρατικό -να γιατί δεν υπάρχει και καμιά λύση, όλοι είναι συνυπεύθυνοι, όλοι παράγουν σε ένα σύστημα άλφα, είτε τους αρέσει είτε όχι, όλοι είναι σύστημα) τα δικαιώματα, η ειρήνη, η δικαιοσύνη, ο ανθρωπισμός εν γένει δημιουργεί τον κώδικα εκείνο, ένα δίχτυ σημασιών που αποτελεί την κυρίαρχη γλώσσα που είναι και η γλώσσα με την οποία κανείς μπορεί να κατασκευάσει προγράμματα, να τα τρέξει, και να κάνει θαυμάσια τη δουλειά του. Η γλώσσα που πια δεν έχει κανένα άλλο νόημα ύπαρξης από εκείνο ενός κατασκευαστή. Είναι το κυρίαρχο εργαλείο στο οποίο σαν να ‘ταν παλιό τοτέμ έχουν γονατίσει μέχρι και οι πιο ικανοί. Διανοούμενοι, ποιητές, πολιτικοί. Η γλώσσα ψεύδεται όσο είναι κυρίαρχη πάνω μας. Γιατί το νόημα που φέρει δεν αντιστοιχεί σε ένα σώμα, είναι ξεκομμένο από την πραγματικότητα του ζωντανού οργανισμού, από τη σημαντική του. Αυτό που είναι και αυτό που φαίνεται είναι δύο διαφορετικά, μη τεμνόμενα, πράγματα. Σαν μια βιτρίνα με κρέατα που αρκεί να φαίνονται όμορφα, λαχταριστά, κι ας είναι από κάτω μαύρα, ληγμένα. Αυτό που θα φας δεν είναι αυτό που βλέπεις. Ο νους ελκύεται ενώ ο οργανισμός θα δηλητηριαστεί. Ωστόσο εσύ θα ακολουθείς τον νου σου και με τον νου σου θα προσπαθείς να βρεις τι φταίει που την πατάς σαν ηλίθιος. Ποτέ σου δεν σκέφτηκες ότι αυτό που σε κάνει ηλίθιο είναι η πίστη στον νου σου κι η διαρκής άρνηση να ανοιχτείς στο σώμα σου. Δεν έχεις πια γεύση; όσφρηση; Δεν αισθάνεσαι τίποτα πέρα από εκείνο που ο νους σου σε βεβαιώνει; ένας νους φτειαγμένος με τέτοιον τρόπο ώστε να παίζεις το παιχνίδι εκείνων που σε δημιουργούνε, των κοινωνιών, των εθίμων, των πρέπει ή δεν πρέπει, των δασκάλων, των ποιητών, των ανθρωπιστών. Να επιβάλλεται στα ένστικτα αυτός ο νους με μια μόνο ετικέτα που νεκρώνει τις αισθήσεις, μια βεβαίωση για τους ευκολόπιστους, η αναγραφή της ημερομηνίας λήξης, της προέλευσης, οι αριθμοί και οι λέξεις ως εγγυητές κάθε ποιότητας, κάθε αξίας, κάθε πνευματικής ανύψωσης, θαρρείς και απευθύνονται σε τυποποιημένο άνθρωπο.

Αυτά ως ένα είδος εισαγωγής. Η εκκίνηση για όσα σκέφτηκα με αφορμή κάποια σχόλια που διάβασα και φανέρωναν τυφλή πίστη στην οργάνωση “γιατροί χωρίς σύνορα”. Από όσα έγραψα μέχρι εδώ, κρατάω κυρίως αυτό: άνθρωποι = καλοπροαίρετοι, ευκολόπιστοι στο 99% των περιπτώσεων. Κι έτσι προχωράω: όλος αυτός ο κόσμος που υποφέρει -αυτά τα λίγα δισεκατομμύρια που μας κάνουν εμάς να απολαμβάνουμε όσα απολαμβάνουμε, αυτοί οι πεινασμένοι- δεν θέλει φάρμακα και αντιβιοτικά μα πρώτον νερό, φαγητό, αποχετευτικό σύστημα. Αν δίνεις σε έναν πεινασμένο φάρμακα τον καταστρέφεις -του καις τα σωθικά και τον εγκέφαλο- άμεσα. Τα καρτέλ των φιλανθρωπικών οργανώσεων κάνουν καλά τη δουλειά των φαρμακοβιομηχανιών. Ψάξτε δηλώσεις του ιδρυτή των γιατρών χωρίς σύνορα, του γάλλου ανθρωπιστή (που φαίνεται να πήγαινε όπως κι οι παπάδες, πάντα με τους κυρίαρχους) Bernard Kouchner (ποιος είναι ο κύριος: τι λέει η wikipedia και τι μπορεί κανείς να καταλάβει πίσω από το μπλαμπλά -να και οι καταγγελίες), το πως υποστήριξε τον πόλεμο του Μπους κατά της διεθνούς τρομοκρατίας (αφγανιστάν, ιράκ, ιράν κτλ), διοικητής ο ίδιος του προτεκτοράτου στο βομβαρδισμένο κόσσοβο, υπουργός εξωτερικών του Σαρκοζί. Διαβάστε υποθέσεις καταγγελιών που αφορούν όλες αυτές τις οργανώσεις που παίζουν ένα παιχνίδι βρομερό, δίνοντας το καλύτερο άλλοθι σε όλες τις εγκληματικές πολυεθνικές εταιρείες που κατασκευάζουν δυστυχία, ανεβάζουν τα κέρδη, και τα ανθρώπινα ζόμπι όταν δεν χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα παραμένουν το μέσο για κάθε χλιδή κι επιτυχία όλων όσων εμπλέκονται με το θέμα άνθρωπος (φιλανθρωπικές οργανώσεις, θρησκευτικές, πολιτικές, οργανώσεις δικαιωμάτων…). Το κόνσεπτ είναι ένα: ποτέ δεν βοηθάς κάποιον που, ακριβώς επειδή υποφέρει, σου δίνει μια ζωή στη χλιδή. Κάνεις πως τον βοηθάς. Κάνεις πως ενδιαφέρεσαι. Τον κρατάς σε άθλιες συνθήκες, κονομάς εκατομμύρια, και γίνεσαι και σωτήρας του. Αισχρή πραγματικότητα, και η προπαγάνδα απίστευτη. Απίστευτο ξέπλυμα χρήματος και αισθημάτων. Πίσω απ’ όλα αυτά θα νόμιζε κανείς με τον νου του πως στέκεται ένα κακοσχηματισμένο, ελεεινό ανθρωπάκι, συνήθως κουτό και κενό, που εύκολα γίνεται βασιλιάς, αφού οι υπόλοιποι, ο λαός, είναι όπως πάντα τρομαχτικά ηλίθιοι και με την ανάγκη ενός τσομπάνη. Στην πραγματικότητα το ανθρωπάκι είναι ένα καλοσχηματισμένο ανθρωπάκι, με καλούς τρόπους και “σωστή” χρήση της γλώσσας, λαμπερό με άσπρο χαμόγελο κι εντελώς κλισέ ευφυία, που εύκολα γίνεται βασιλιάς, αφού οι υπόλοιποι, ο λαός, είναι όπως πάντα τρομαχτικά ηλίθιοι και με την ανάγκη ενός τσομπάνη. Κατασκευασμένη η ανάγκη, να νομίζεις πως εξαρτάσαι από τα αφεντικά όταν στην πραγματικότητα αυτά είναι που εξαρτώνται από σένα. Θα το καταλάβεις ποτέ; θα απογαλακτιστείς ποτέ από γονείς και δασκάλους και αφεντικά; Ακόμα, θα απογαλακτιστείς άραγε και από τον λαό; Μια μάζα που άγεται και φέρεται με το πάτημα ενός κουμπιού. Θα απογαλακτιστείς από την ψυχή σου, από τη διαταραχή του καλού και του κακού; θα απογαλακτιστείς από τη γλώσσα που βυζαίνεις αιώνες τώρα; Όχι, φυσικά όχι. Με το δάχτυλο στο στόμα, γεμάτος από πνεύμα, ευσυγκίνητος, εξαρτημένος, θα συνεχίσεις με πίστη το ανόητο παιχνίδι του κόσμου, είτε ως άθλιος κατασκευαστής του είτε ως καλοπροαίρετος αποδέκτης του. Η διαφορά μεταξύ των δύο, θα έλεγες, ότι είναι ηθικής τάξης, κι ας ξέρεις ότι τα αποτελέσματα είναι τα ίδια, ότι δεν υπάρχει εκεί καμία διαφοροποίηση -αυτή τη γεννάει ο νους σου για να σου δώσει άφεση ή έστω να σε κάνει θύμα μιας κατάστασης την οποία δεν ξέρεις να κάνεις τίποτα άλλο από το να τη διαιωνίζεις. Όποιος είναι καλοπροαίρετος δεν πιάνεται απλώς κότσος, συμβάλλει στο ανθρωπιστικό έγκλημα των παραφρόνων.

Κάποτε σκεφτόμουν να ακολουθήσω κάποια αποστολή στους γιατρούς του κόσμου, να συμμετάσχω εθελοντικά. Ήμουν ρομαντικός. Περισσότερο ήταν μία πίεση για φυγή, γιατί δεν άντεχα το σκοτάδι στο οποίο βρισκόμουν, μια θολούρα γύρω από τον εαυτό, γνώσεις βαρίδια και αναζήτηση ενός φαντάσματος. Όσο είναι κανείς μέσα στην κοινωνία (που ούτως ή άλλως είναι) χρησιμοποιεί και χρησιμοποιείται, στροβιλιζόμενος σε αυτές τις κοινωνικές δυναμικές ανάμεσα στην κυριαρχία και την ένδεια, τον πλούτο και την υποταγή. Η καλή προαίρεση είναι κάτι αστείο σε έναν σάπιο κόσμο. Άλλο είναι οι μεγάλες ιδέες που κινούν τους ρομαντικούς και άλλο η πραγματικότητα που κινεί τον κόσμο οντολογικά. Τελευταία η κατάθλιψη που με πλημμύριζε κατά φεγγάρια δεν μεταμορφώνεται σε κάποια στιγμή χαράς, το δηλητήριο της ύπαρξης πνίγει τα σωθικά μου. Οι φωνητικές χορδές μου βαστούν μόνο για να σκούξουν ένα όχι, μιαν ολοκληρωτική άρνηση, που μιας και δεν μπορεί να ενσαρκωθεί ολοκληρωτικά πονάν τα δόντια της σαν μικρό λιοντάρι. Δεν έχω καμία πίστη στον άνθρωπο, καμία πίστη για τον άνθρωπο. Με θλιμμένο πρόσωπο βλέπω το αμετάκλητο της αποτυχίας μας για ζωή και αποσύρομαι. Θα μπορούσα να αυτοκτονήσω. Όχι. Η μόνη μου αντίρρηση είναι πως κι η αυτοκτονία είναι μια ιδέα, ένα σχήμα, και ως τέτοιο μπορεί να είναι ελκυστικό από τον εκλεπτυσμένο νου, όμως δεν παίζεται με το σώμα -τα νεύρα που γρατσουνάν τον φλοιό του εγκεφάλου σου με τα τεταμένα τους νύχια ξέρουν. Τίποτα πάνω από τη ζωή. Και να νικηθείς από μια ιδέα είναι αστείο τρισάθλιο. Γιατί δεχτήκαμε αναντίρρητα το “κοινωνικό ον” ως προσδιορισμό εκείνου του όντος που πράγματι είμαστε; Είναι ένας προσδιορισμός που δε μιλάει καθόλου για τη φύση μας, παρά μόνο για το είδος της φύσης που κατασκευάζεται στα εργαστήρια. H κοινωνική μηχανική (social engineering) κάνει σκόνη το “περί ψυχής” του Αριστοτέλη. Αυτή γνωρίζει την κατασκευασμένη ψυχή, τα αντανακλαστικά της, τις διαθέσεις της, τις μεταπτώσεις της στη σφαίρα του τίποτα, τις δυναμικές που αναπτύσσει κατά το παιχνίδι των σχέσεων, σαν να ‘ταν μηχανή, γνωρίζει και μπορεί να επέμβει πάνω της, να την αποδιοργανώσει, να την μπλοκάρει, να τη χακεύσει -δηλαδή να την ελέγξει. Το αστείο είναι πως αυτή η εντελώς μετρήσιμη ψυχή, προσκολλημένη στο παλαιό όνομά της που ο νους βάφτισε -αυτός ο απατεώνας- συνεχίζει να αυνανίζεται σε μια περί ψυχής θολή κι άυλη θεώρηση, να βουλιάζει στην έκπαγλη φαντασιακότητα ενός κόσμου έξω από τον κόσμο (σαν πρωτόγονος περίπου που κοιτάει καρτ ποστάλ και ψάχνει να καταλάβει τι κρύβεται πίσω της με μια θεώρηση μαγική) κι έπειτα να συνεχίζει τον βαρύ ύπνο της μέσα στα κατουρημένα της σεντόνια. Μόνο η κοινωνική αυτοκτονία μπορεί να δώσει και πάλι στο ον τις ανοιχτές δυναμικές του, αφαιρώντας από το σώμα την ψυχή του, καταστρέφοντας το πρόγραμμα, σπάζοντας τον έλεγχο. Έτσι θέλω, εκεί βαδίζω, προς μιαν αυτοκτονία συνολική που δεν περιλαμβάνει το σώμα, μιαν αυτοκτονία κοινωνική, πνευματική, ανθρωπιστική, συνεχίζοντας να ζω με τους λίγους που με κρατάν ενεργοποιημένο, αγρίμι με τα ρουθούνια του σε ένταση -μακριά από την ανθρωπιά των καλεσμένων σε φιλανθρωπική δεξίωση (στην υγειά σου κέβιν κάρτερ). Περιμένοντας το τέλος. Χωρίς κρασί, χωρίς φλας, χωρίς χαλί, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς να σπάσω ένα χαμόγελο.


γ. γεωργίου

___________