Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Κυριακή, Αυγούστου 29, 2010

Σοκολατένιος Ιησούς



"Rattle big black bones

in the danger zone

there's a rumblin' groan

down below

there's a big dark town

it's a place I've found

there's a world going on

Underground

they're alive, they're awake

while the rest of the world is asleep

..."

(Underground)



Είναι ωραία να είσαι είκοσι χρονών, γιατί έχεις την ψευδαίσθηση πως ανακαλύπτεις τον κόσμο, πως όλα ρίχνονται μπροστά σου μόνο για σένα, χωρίς ευθύνες, κι αν νομίζεις πως είσαι γεμάτος ζωή η φλυαρία σου σε προδίδει. Χτίζεις λίγο λίγο πέτρα πέτρα τα τριάντα σου χρόνια, τα πενήντα, τον θάνατό σου. Αυτό που σε γεμίζει είναι αυτό που σε καταστρέφει. Δεν ξέρω αν διάβασες κάφκα ποτέ. Ούτε έχει καμιά σημασία. Η ζωή που ήθελες να κάνεις με το σώμα δεν έβρισκε τον τρόπο της, ήσουν παγιδευμένος μέσα του κι ένιωθες ξένος. Κι άργησες να καταλάβεις πως ήσουν πράγματι ξένος. Κι ακόμα περισσότερο πως δεν ήσουν τίποτα, και ό,τι ήταν ξένο ήταν απλώς ξένο. Εσύ ήσουν το σώμα. Αλλά δεν είσαι πια. Γίνεσαι. Είσαι σχεδόν αόρατος, ρευστός, γεμάτος από σάρκα που ιριδίζει, που μεταλλάσσεται, που γίνεται θυμός και γίνεται σεξουαλική πράξη, φόνος και τσέλο και κίτρινο δάσος, μπλαβιάζεις, γίνεσαι βοή, ένα φως σκοτεινό κι ένα φως αρπαχτικό, δροσιά, αέρας, πολτός, ανάστημα, έρεβος. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Ακολουθείς έναν κρυφό ρυθμό. Μόνο η μουσική που άκουγες παραμένει η ίδια. Η παραλία που σου άρεσε να κολυμπάς και να καίγεσαι μαζί με τον ήλιο που βουτάει από ψηλά το μεσημέρι. Το μπαράκι που σε τραβούσε τα βράδια με μελαγχολία γιατί δεν γινόταν να μεγαλώσεις με κανενός άλλου τη μεζούρα. Σφηνάκια. Απλωμένη νύχτα με μυρωδικά της σάρκας. Ερωτευμένος ήμουν τότε, θυμάμαι. Γυρνούσα το πρωί κενός, με μια λεπτή, σχεδόν διάφανη δυστυχία, πύρινος και ζαλισμένος, έβαζα το small change, πατούσα play και βυθιζόμουνα στο πάτωμα σε ένα κάλεσμα των blues. The piano has been drinking (not me). Repeat. Repeat για πάντα.



Τον ήξερα τον tom. Έκανε παρέα με τον bukowski, φορές διάβαζε corso δυνατά, άλλες έπιανε τον ginsberg, on the road, έφευγε κι έσβηναν οι πάνθηρες στη νύχτα. Το δάσος έπινε τεκίλα. Πολλοί χώθηκαν σε τριγωνικές σκηνές και συνομίλησαν μαζί του, με πυρσούς ή με λευκά δόντια, κανείς τους όμως δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει. Τι να πιει. Ποτάμια ανέβαιναν σαν κουρτίνες στον γυμνό ουρανό που γινόταν συμπαγής. Και όταν τα πτηνά μπήγονταν στην κοιλιά της γης, μέσα σε κείνο το τέντωμα της πραγματικότητας μπορούσες να χαστουκίσεις το φεγγάρι, και όλο το τοπίο ανακατωνόταν, νιφάδες απλώνονταν προς κάθε κατεύθυνση, σε ένα παιχνίδι για μεγάλους που παρέμειναν παιδιά. Μου συστήθηκε: tom. Τον κέρασα ένα φτηνό ποτό και κάτσαμε σιωπηλοί με πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο, σαν φίλοι. Προσπάθησα, μα ήτανε αδύνατο με τέτοιο πουκάμισο βρόμικο. Πού να θυμηθώ τι είδους βραχνιασμένη νύχτα ήταν που πρωτοκάναμε παρέα μέσα σε μια ξύλινη γούβα στην ερημιά χωρίς νερό, με φέτες από πορτοκάλι και ελάχιστο φως. Θαρρείς και πάντα μου, κάπου πίσω από κάποιο λερωμένο τοίχο ή μοναχική γωνιά, σε σπασμένα αισθήματα κι ανάγλυφα νεύματα, σε bars με πιάνα ασήκωτα, σε δρόμους ελλειπτικούς, χιονισμένα όνειρα και θέατρα μικροσκοπικά σαν σ’ εφιάλτη, σ’ εστιατόρια μπερδεμένα με αγιάζι στο πουθενά, σαξόφωνα που τρικλίζουν σε νύχτες υγρές με παπούτσια κόκκινα, μπάντες μελαγχολικές και μπίρες ζεστές, πάντα κομμάτια μουσικής σαν σκισμένες σελίδες ή σαν εστίαση από τόσο κοντά που γεμίζεις πεποιθήσεις, ψευδαισθήσεις, δάχτυλο θέλει στο λαρύγγι, να ξεράσεις, για ν’ ακούσεις τη μουσική χωρίς προφυλάξεις, με χαλασμένο συκώτι και ραγισμένη καρδιά, κάτω από μπλε γράμματα ερωτικά, παρέα με αδέσποτα σκυλιά, πουτάνες με όνειρα νεκρά στα χέρια -θαρρείς και πάντα μου αυτά, τόσο οικεία σαν, πάντα ήχοι που βουτάν κι αναμειγνύονται με τη ζωή μας παν, και ξοδεύονται σε μια πράσινη νύχτα, blues, and I said baby, i'm so far away from home, and I miss my baby so, I can't make it by myself… η πόρτα ανοίγει και η πορτορικάνα με το ελάχιστο μακιγιάζ απομακρύνεται άρυθμα με κωλοδάχτυλο, αληθινό χαμόγελο, και τακούνι σπασμένο …i love you so.

Clap hands, clap hands

Clap hands, clap hands



Δεν θυμάμαι αν ήμουν ερωτευμένος, αν ήμουν αλκοολικός, αν άκουγα jazz, αν μου άρεσε η τρομπέτα και το μπάντσο. Ίσως να άκουσα την φωνή του σε κάποιο μπαρ κι έπειτα μέθυσα μιας και όλα συστράφηκαν μέσα μου, οι εξωγήινοι με τα ποτά τους, οι γκόμενες με τα ερεθισμένα σώματα και τις μπερδεμένες εκφράσεις τους, τα φρικτά χαμόγελα του barman, ο θάνατος της καθημερινότητας που πλησιάζει σαν απειλή κι αμέσως αποσύρεται αφήνοντάς σε δεμένο εκεί, σε ένα πάτωμα κρύο, χωρίς νερό, δίχως φαϊ, ένα ακόμα ποτό παρακαλώ, δεν θα κλάψω, θα με σύρουν έξω στα σκουπίδια του ονείρου, και όταν ξυπνήσω θα έχω ξαναγεννηθεί. Ίσως πάλι να με γέννησε αυτή η βοή, μέσα από τους κρότους μιας μουσικής αναταραχής που σπέρνεται με βία από τα χέρια παθιασμένων πλασμάτων με περίεργα καπέλα και νύχια μυτερά. Μπορεί να ήταν και το κόκκινο μέσα στο πράσινο φανάρι που με έκανε να σταματήσω, και μέσα από κόρνες και βρισιές να αφουγκραστώ εκείνο το εξπρεσιονιστικό τέμπο που ρουφάει σαν δίνη γωνιασμένα σώματα ντίξι χορευτών μπροστά από έναν χαρτονένιο ήλιο με φοινικόδεντρο, σε ένα γεμάτο στάχτες δωμάτιο στη Νέα Ορλεάνη, τα κάγκελα σκουριασμένα. Παράσιτα στην τιβί, απλώνονται, σκεπάζουν εκτάσεις, η αύρα της γης. Άντε ρε μαλάκαααα… παράσιτα πίσω από την πλάτη μου, ανοιχτές πόρτες αυτοκινήτων, φάτσες σφιγμένες, αλλοιωμένες, ηλίθιες, χέρια που κουνιούνται με θυμό αναδεύοντας έναν πηχτό αέρα. Buzz off θα είπα αδιάφορα και περπάτησα αργά τη λεωφόρο μέχρι το ακορντεόν της επόμενης μέρας -οι κόρνες και οι βρισιές ακόμα θα βαστούν γύρω από το παρατημένο μου αυτοκίνητο. Ίσως ν’ ακινητοποίησε τον κόσμο όλο. Ίσως μερικοί να ψάχνουν να βρουν ένα πτώμα μου. Ίσως πάλι να βαρέθηκαν να ζουν όπως ζούσαν. Zoom out σε ένα καμμένο από το φως τοπίο. Θα έφτασα ως την έρημο κι όταν άκουσα τον κροταλία σαμάνο έστριψα κάτω. Βαθιά σε μια παραίσθηση δίχως τύψη, σε μια αίσθηση χωρίς δύση, λίμνες των μέσα τόπων μωβ, φυσάει και ξεντύνονται, ένα απαλό ροζ γυναικείο στήθος αντανακλά στον ήλιο το σκοτάδι του. I'm as blue as I can possibly be.. Is there any way out of this dream?



Παύση

Μόνο μουσική

Βοή

Μια ανάσα καπνισμένη



Το rock 'n roll ειναι η μόνη αληθινή επανάσταση της ιστορίας

Ο Tοm Waits μου ταιριάζει όπως και οι κολομβιανές μπότες μου

Πιο βαθιά από τη μουσική ζει μια ποίηση άτεγκτη

Προτιμώ τη νύχτα αρκεί να έχω τα τσιγάρα μου

Δεν αναζητώ τίποτα. Είμαι ικανοποιημένος με έναν σοκολατένιο ιησού


γ. γεωργίου





Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

η Ανάσα της Ιστορικότητας


Ζορίστηκα αρκετές φορές πριν αποφασίσω να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο. Ο λόγος είναι όπως πάντα το ξεβράκωμα. Ένα κείμενο πολύ προσωπικό και η έκθεση πάντα ωμή. Ακόμα κι αν μπροστά βγαίνουν οι λέξεις στον χορό. Σε μία απεχθή πραγματικότητα το να μιλάει κανείς για τον εαυτό του είναι άλλης τάξης ανέκδοτο. Είναι όμως ό,τι έχει -και ό,τι θα του απομείνει στο τέλος παρ’ όλες τις ψευδαισθήσεις του.
Έγραψα το βιβλιαράκι αυτό πριν από εννιά χρόνια, ήμουν κάπου στα εικοσιτρία. Η γλώσσα διαφέρει στα σημεία, όχι όμως συνολικά στην έντασή της. Το διάβαζα καθώς το αντέγραφα και ξέρω, θα ήθελα να αλλάξω πράγματα, λέξεις, θα μπορούσα να δουλέψω το υλικό μέσα στη σκέψη του παρόντος, στο τώρα μου. Δεν άλλαξα τίποτα τελικά. Μόνο αφαίρεσα κάποιες μικρές εισαγωγικές παραγράφους, επειδή ήταν εισαγωγικές όχι στο βιβλίο αλλά στη σκέψη μου που με βασάνιζε τότε, μια κυρίαρχη σκέψη που συστρεφόταν στο μυστήριο του κόσμου ή Κόσμου όπως το έγραφα, και είναι φανερό ότι δε θα βοηθούσαν σε τίποτα απολύτως -εκτός, υποθέτω, αν είχα δημοσιεύσει το σύνολο της μέχρι τώρα συγγραφικής δουλειάς μου. Λοιπόν, πέρα από αυτές τις εισαγωγικές υπερβολές δεν άλλαξα τίποτα, ούτε λέξη, ούτε γράμμα κεφαλαίο. Το κάθε κείμενο που έχω γράψει είναι ένας προσωπικός οδοδείκτης και τίποτα άλλο. Δε μ’ ενδιαφέρει η παγίωση στο τώρα. Το κείμενο είναι του τότε. Δείχνει τα εικοσιτρία μου χρόνια, δείχνει ακόμα έναν ρομαντισμό, ένα είδος ιδεαλισμού, δείχνει ακόμα την ελπίδα ή μάλλον την πίστη στο μέσα. Είναι ένα κείμενο του μέσα. Του δικού μου μέσα. Θα ‘ταν ανόητο να αλλοιώσω εκείνο το μέσα, μόνο και μόνο για να ακουστεί το τώρα. Κανένας καλλωπισμός δε θα μ’ έκανε να νιώσω καλύτερα. Το κείμενο το αγαπώ όπως κανείς σκέφτεται έναν παλιό του έρωτα, μια παλιά του ιδιαίτερη αίσθηση, έναν ιδιότυπο πόνο που μετασχηματίζεται μαζί με το σώμα μέσα στα χρόνια. Δεν τίθεται θέμα καλύτερου ή χειρότερου. Είναι μια πορεία που καταλήγει στον θάνατο. Και όπως αυτός είναι πραγματικός έτσι και κάθε άλλη πραγματικότητα που καταλαμβάνει λίγο λίγο τις εκτάσεις του δεν μπορεί να επιδέχεται εγκεφαλικές, κατασκευασμένες παρεμβάσεις -θέλει (η εκάστοτε αυτή πραγματικότητα) να ζήσει τούτη την πορεία προς τον θάνατο, ή αλλιώς ο θάνατος να ιδωθεί με το σώμα της. Το μόνο που αξίζει είναι τα σωθικά, οι αναστεναγμοί τους, τα ανοίγματά τους, οι ανακατατάξεις τους, είναι εντέλει ο βαθμός ζωής τους, οι άπειροι θάνατοί τους και οι άπειρες μεταστοιχειώσεις τους. Δεν έχει σημασία αν μπορούσα να το κάνω καλύτερο το κείμενο -το λέω σε μένα που μου πέρασε από το μυαλό- δεν έχω να δώσω λόγο ούτε στον εαυτό μου με τον οποίο ασχολούμαι αυτή τη στιγμή, στον οποίο θα ήταν γελοίο να πω ψέματα, θα ήταν ανεπίτρεπτο να του βάλω μάσκα. Οι λέξεις έπονται, η γλώσσα έπεται, γιατί πρώτα ξεδιπλώνεται η ωμότητα, ή αλλιώς, πιο “χριστιανικά”, η ειλικρίνεια -κάπου στη μέση: η φυσικότητα. Από δω ξεπηδούν και οι λέξεις, η γλώσσα: ακολουθούν τον ρυθμό του σώματος που γίνεται. Ποτέ δε θα προηγούνται αυτές, διαφορετικά θα κατασκεύαζαν πραγματικότητες, διαφορετικά θα ήταν δοσμένη γλώσσα, λέξεις επίπλαστες, γεννήματα του ματαιόδοξου και παράφρονα νου που ξέρει να παίζει το παιχνίδι του κόσμου αυτού, ξέρει να εξαπατά, ξέρει να γεννάει αθανασίες.
Ας γίνει ό,τι γίνεται αρκεί αυτό: μακριά από την αθανασία. Η αθανασία είναι ίδιον της εξουσίας.

_______
-εδώ μπορείτε να διαβάσετε/τυπώσετε το βιβλιαράκι "η Ανάσα της Ιστορικότητας"

γ. γεωργίου

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2010

Χωρίς Τίτλο


Υπάρχουν φορές που οι λέξεις είναι σιχαμένες, όπως υπάρχουν φορές που μπορεί κανείς να είναι βέβαιος γι' αυτό που αισθάνεται. Όχι με λέξεις. Όχι με τη γνώση ή την εμπειρία. Τότε που μπορεί να είναι σώμα, πέρ' από τους κυματισμούς της σκέψης, την ταραχή, βράχια που χτυπιούνται με τη θάλασσα, τα τζάμια θολωμένα. Κουνήσου στην καρέκλα σου και μη σε νοιάζει. Ο κόσμος κάθε φορά θα τρώει την ουρά του με πιο μοντέρνο στιλ. Ανάσα στο χιόνι της μνήμης. Ακόμα κι αν. Η νύχτα θα λάμψει τα δόντια της και θα τινάξει κατά πάνω του τη μαύρη μπέρτα της προτού πυροβολήσει με το κρυμμένο πιστόλι του άλλου χεριού. Λίγο πριν να μείνει τίποτα. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Προσπαθεί να γράψει το βιβλίο που θα εκφράσει έναν εαυτό γυμνό. Εάν γινόταν. Το κρύο να ημερέψει. Δεν ξέρει γραφή, δεν ξέρει ανάγνωση. Επιθυμεί τις σελίδες της ζωής να ιστορήσει με μυς και κόκαλα, μήπως και βρει τον τίτλο της. Θέλει να ξεράσει τον έρωτά του, τα σωθικά του πλέουν, δυο τρεις συσπάσεις, το τζάμι, το τζάκι, το ποτήρι ποτό, αναγούλα η αγάπη. Μυρίζει τη θέλησή του που σιγά σιγά πεθαίνει, σαν δάσος σκεπάζεται από αδυσώπητα χέρια που σκοπεύουν ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Θα σου τα κάνω δώρο κι εσύ θα μου καθίσεις, έλα όμως που δεν το ξέρεις, δεν ξέρεις τίποτα, αυτή η λάμψη. Αιώνιο παραμύθι. Κάτι σαλεύει για λίγο μέσα, μια ουρίτσα σκέψης ανταποκρίνεται στον θάνατο που συνεχώς επιστρέφει. Τα ξύλα θα τελειώσουν νωρίς. Να θέλεις να γίνεις κάτι, κάποιος, νά που σαλεύεις, πως ζεις νομίζεις. Η φλόγα καίει, το καταλαβαίνεις από την καμινάδα. Όσο χτυπάει η καρδιά. Κανονικά δεν θα υπήρχε σ' αυτό το σπίτι τζάκι, ούτε το κάδρο με τον φρικτό πίνακα από πάνω. Οι σκιές μεγαλώνουν, η θέληση πασχίζει να πάρει γκριμάτσα, τεντώνεται και ξαφνικά λιγοστεύει, γεμίζει τον χώρο καπνό. Καπνίζει αλλά δεν είναι το τσιγάρο. Όχι ακόμα. Θα κάνει μια παύση μα δεν μπορεί να την αποφασίσει. Ίσως να πεθάνει. Αδυνατεί να κολλήσει μεταξύ τους δύο λέξεις. Να σκεφτεί. Θα πεθάνει. Απαίσιες λέξεις σαν κορμιά καμένα. Όλοι λέγαν ψέματα πως για να διακρίνεις χρειάζεσαι παιδεία, ανθρωπιά κι ευαισθησία. Κανείς δε σου 'πε για την όσφρηση, ξέχασες να είσαι σάρκινος μαζί με την τελευταία δόση αυτοκινήτου, πτώχευσες σε μία μέρα, κι ακούς θρύλους ψίθυρους, για δυο θαυμαστά ρουθούνια, σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις. Μην ανατρέχεις στη βαβέλ, μπροστά σου κοίτα. Μεσα στη σάρκα του δάσους τίποτα δεν επιτρέπεται πάνω από το ένστικτο. Και σαν λάμψει, ο πάνθηρας θα σου 'χει πάρει τα μούτρα με ξυράφι. Μείνε στη νύχτα και σώπασε κάτω από τούτα τα φύλλα, χώμα το σώμα και στη βροχή πέτρα. Σφύριγμα του ανέμου ή μαρσάρισμα, μια ληστεία, πορεία, προεκλογική εκστρατεία, το τσιτάχ κόβει της αντιλόπης την τραχεία. Έτσι κι αυτός κάνει πολλά για χάρη της. Την αγαπάει, βλέπεις. Δεν αντιλαμβάνεται πως άλλο η ορμή της φύσης και άλλο η αδυναμία του νου. Ο φόβος του. Ο κυνηγός, ο μάγος, ο εραστής, ο ήρωας. Όλοι οι ρόλοι για να είσαι μέσα στον μεγάλο ρόλο, εκείνον του άντρα, να διατηρείσαι μέσα στη λάσπη με τα αδηφάγα στόματα, συναισθήματα, κουρτίνες πράσινες κι ένας θεός κόκκινος, ήλιος αιματοβαμμένος. Βλέπεις; Να διατηρείσαι και να λιγοστεύεις προς κάτι άλλο, συμπαγές, άκαμπτο, θαρρείς μηχανικό. Η φλόγα σβήνει, έσβησε στην πίεση της παγωνιάς. Είναι μόνος στο δωμάτιο όπως άλλωστε και στη ζωή του. Δίχως λέξεις. Ασχέτως του νου που χορογραφεί όλους τους κόσμους, αρκεί να κρύψει το αληθινό του πρόσωπο. Ένα σύριγμα ή ένα λεπίδι, τη θυμάται, τα μαύρα της μαλλιά, το κρύο μπερδεύει μια καρδιά πληγωμένη. Μουγγός, καταπίνεται εύκολα από το σπίτι. Τα δέντρα τεντώνουν δάχτυλα κι ο άνεμος ελίσσεται. Το χαλάζι σφυροκοπάει, απώλειες μιας άλλης ζωής πιο ποθητής, το νευρικό σύστημα σαν μεταλλόφωνο, θυμάται, κατασκευάζει αντιδρώντας έναν κόσμο, διαρκώς σχηματοποιείται, να την άγγιζε στα στήθη και να λειώναν βόρεια του κορμιού του αυτοί οι πάγοι. Όλοι οι φθόγγοι. Αν ξέρει κάτι είναι ότι δεν μπορεί να πεθάνει. Γιατί δεν μπορεί να ζήσει. Αδύνατον με τέτοιον νου, τέτοια δήθεν καρδιά που τον γεμίζει με όλα τα τεχνάσματα, αρκεί να μην αγαπήσει για να αγαπήσει, αρκεί να μην πεθάνει για να πεθάνει. Όχι απόψε. Ούτε αύριο. Μήτε σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Σηκώνεται και ανάβει το καλοριφέρ με ένα κουμπί.


γ. γεωργίου


σημείωση: το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κοντέινερ της ελευθεροτυπίας (τεύχος 9, 5/7/2010).

σημείωση: για όσους θέλουν να διαβάσουν ολόκληρο το περιοδικό, εδώ


Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010

Αντίχριστος / Antichrist - Lars Von Trier



Antichrist. Το anti- μπορεί να δηλώνει αντίθεση και εναντίωση, αλλά και αντικατάσταση. In place of-. Ο Lars Von Trier εξερευνεί τη σκοτεινή, μαγική και ακατανόητη θηλυκή αρχή που πότε ταυτίζεται με τη Φύση και πότε με τη Γυναίκα λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση διαφορετικό βάθος. Από τη μία βλέπουμε τη θηλυκή θεά, τη μεγάλη μητέρα και από την άλλη την έκφρασή της στο ανθρώπινο βασίλειο -οι δυο τους συναντιούνται στο κοινό σημείο της κυοφορίας (και προαγωγής) ζωής και απομακρύνονται κατά τον τρόπο διαχείρισής της για να ξανασυναντηθούν στο τέλος μιας πορείας εξω-ιστορικής που κλείνει τον κύκλο της με την πράξη της θυσίας, της συμφιλίωσης της γυναικείας φύσης με τη θηλυκή αρχή, το ένστικτο και τη νύχτα, και τη νίκη της επί της αρσενικής αρχής, του ιστορικού Λόγου ως πνεύματος, νου, φωτός. Πότε η αντικατάσταση και πότε η εναντίωση στην αρσενική αρχή, πότε η ζωή και πότε η ψυχολογική ζωή, ο Trier θα μπορούσε να αντλεί από ένα τεράστιο υλικό, από τη μητριαρχική-πανθεϊστική παράδοση και τη σπινοζική ταύτιση του θεού με τη Φύση και την ανθρώπινη scientia intuitiva, μέχρι τις μελέτες του μεγάλου ψυχαναλυτή Carl Jung, την anima, το αντεστραμμένο rosarium philosophorum. Αφιερώνει την ταινία στον Andrei Tarkovsky και την ονειρική, ποιητική ματιά του, με την οποία έρχεται σε διάλογο για να βρει τη γλώσσα εκκίνησής του κι έπειτα μ’ αυτή να του αντιτεθεί επιβάλλοντας τον δικό του κόσμο, έναν αντι-χριστιανικό, αντεστραμμένο κόσμο. O κόσμος του Trier αντιτίθεται στον χριστιανικό-μεταφυσικό του Tarkovsky, αντιτίθεται στο πνεύμα, αντιτίθεται στον πολιτισμό, αντιτίθεται στον κόσμο. Ο κόσμος του είναι ο αντι-κόσμος όπως εμείς μάθαμε να τον βλέπουμε. Ο κόσμος του είναι ο πραγματικός.



Ξεκινάει η ταινία με τη σκηνή του σεξ μεταξύ των ετερόφυλων πρωταγωνιστών του. Το πέος εισδύει στον γυναικείο κόλπο. Το μωρό τους βγαίνει από το κρεβάτι του, φτάνει ως το παράθυρο από το οποίο βουτάει κάτω τη στιγμή που το ζευγάρι φτάνει στην κορύφωση της σεξουαλικής πράξης του. Η πραγματικότητά του συναντά κατά κάποιον τρόπο την ποίηση, μια ποίηση τόσο σκοτεινή όσο πιο βαθιά απλώνεται στην πραγματικότητα, πέρα από τις μεγάλες, κατασκευασμένες φαντασιώσεις. Συναντά την παλιά και λησμονημένη σύνδεση έρωτα-θάνατου ενάντια στη δική μας αντεστραμμένη πραγματικότητα του νου, εκείνη που δεν εμπεριέχει το τραγικό, που εξυψώνει τον έρωτα διανύοντας μια πορεία από τη σάρκα στο πνεύμα, στον ιδεατό κόσμο. Ο έρωτας που ως πράξη φυσική αναπαράγει και διαιωνίζει την ανθρώπινη φύση. Που από ανάγκη γίνεται απόλαυση και έξη και μυστήριο, και από μυστήριο Γνώση. Αυτή η κυρίαρχη ιδέα του πολιτισμού μας γκρεμίζεται στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. Δεν γεννάει πια. Το παιδί πεθαίνει -αυτοκτονεί- την ώρα της μεγαλύτερης διέγερσης των δύο αντιθέτων που σμίγουν. Η ένωση δεν είναι εκείνη η αλχημιστική ένωση των αντιθέτων που μεταστοιχειώνει την ύλη σε πνεύμα. Εδώ ο καρπός της ένωσης είναι ο θάνατος. Ο πόνος κυριαρχεί. Το θηλυκό και το αρσενικό στην αρχετυπική τους διάσταση/υπόσταση είναι δύο αντίθετα που δεν τέμνονται. Και δεν τέμνονται όχι σε έναν αρχέγονο τόπο, σε έναν προ-λογικό και μυθικό τόπο, αλλά μέσα στον ιστορικό χώρο τον εμποτισμένο από τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός που έχει βάση του τον κυρίαρχο και εξουσιαστικό λόγο καθιστά αδύνατη αυτή την ένωση. Η αντίθεση έγκειται στην αιώνια αντίθεση της καταπιεσμένης θηλυκής αρχής στον καταπιεστή λόγο. Οι πρωταγωνιστές δεν τέμνονται, και ούτε πρόκειται -ο ιστορικός χώρος βεβαιώνει κάθε στιγμή για το αδύνατο της συνύπαρξής τους. Έτσι αποφασίζεται μια κίνηση προς τα πίσω, προς το παρελθόν, μια κίνηση που αλλάζει χώρο για χάρη ενός μυθικού και προ-λογικού τόπου: το σπίτι στην εδέμ. Ο ψυχαναλυτής λόγος θα της προσφέρει τη βοήθειά του, και γι’ αυτό θα πρέπει να ξεκινήσουν από κει που όλα άρχισαν. Στο σπίτι στην εδέμ. Εκεί φαντάζεται η αρσενική αρχή πως θα βρει τη χαμένη τομή, έχει πίστη στις δυνάμεις της, μα κάνει το λάθος να θέλει να αγαπάει, να νομίζει ότι αγαπάει τη σύντροφό του, την αντίθεσή του, κάνει λάθος μιας και δεν τη γνωρίζει καθόλου, δεν ξέρει καθόλου από αγάπη, τι σημαίνει, αν υπάρχει έξω από την τυφλότητά του -αυτό που αγαπάει είναι η επιβολή και επιβεβαίωση της ανωτερότητάς του. Κυριαρχία. Δεν την επιθυμεί για αυτό που είναι αλλά γι’ αυτό στο οποίο εκείνη γίνεται να υποταχθεί -στον δικό του τρόπο. Καθώς και να τη δει να καταστρέφεται μέσα σ’ αυτόν. Η αγάπη: είναι έξω από τον πραγματικό κόσμο που στήνει ο Trier, τον κόσμο που περιλαμβάνει κάθε έκταση από την ιστορικότητα του φιλμικού παρόντος (αρχή της ταινίας) στην εξω-ιστορικότητα του φιλμικού μέλλοντος (εδέμ). Υπάρχει μόνο στα λόγια η αγάπη, είναι εφεύρεση μόνο του λόγου, εφεύρεση της κυριαρχίας. Τα σκοτεινά και άγρια ένστικτα της θηλυκής αρχής σε μια λανθάνουσα υπαρξιακή νύχτα της -μια νύχτα που είναι όλες οι νύχτες στην εδέμ- που ενώ συμπίπτει με την ωμότητα της φύσης και των κύκλων της παραμένει να αγνοεί ότι στην ουσία της είναι αυτή η ίδια. Αγνοεί -δεν είναι παρά λήθη του εαυτού της.



Στην Eden


Τη νύχτα

Εκείνος: Το ουρλιαχτό δεν ήταν αληθινό. Σταμάτα. Ηρέμησε

Εκείνη: Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ. Είσαι τόσο αλαζονικός. Όμως μπορεί αυτό να μην κρατήσει. To ‘χεις σκεφτεί αυτό;

παύση

Εκείνη: οι βελανιδιές είναι αιωνόβιες. Το μόνο που έχουν να κάνουν για να διαιωνισθούν είναι να παράγουν ένα δέντρο κάθε εκατό χρόνια. Mπορεί να σου ακούγεται κοινότοπο, αλλά ήταν σπουδαίο πράγμα για μένα να το συνειδητοποιήσω αυτό όταν ήμουν εδώ έξω με τον Νικ. Τα βελανίδια έπεφταν στη στέγη τότε, έπεφταν κι έπεφταν συνεχώς, και πέθαιναν, και πέθαιναν. Και κατάλαβα πως ό,τι ήταν όμορφο στην εδέμ ήταν μάλλον ανόητο. Τώρα μπορώ να ακούω εκείνο που δεν μπορούσα πριν: το κλάμα όλων των πραγμάτων που είναι προς θάνατο

Εκείνος: Όλο αυτό είναι πολύ συγκινητικό εάν είναι παιδικό βιβλίο. Τα βελανίδια δεν κλαίνε. Το ξέρεις καλά όπως κι εγώ. Αυτό είναι ο φόβος. Οι σκέψεις σου στρεβλώνουν την πραγματικότητα, όχι το αντίστροφο

Εκείνη: Η φύση είναι η εκκλησία του σατανά


Τη μέρα

Εκείνος: Τι κάνεις;

Εκείνη: Κοίτα. Είμαι και πάλι καλά. Θεραπεύτηκα. Βλέπω καθαρότερα. Είμαι καλά. …Δεν μπορείς απλώς να είσαι χαρούμενος για μένα, έτσι δεν είναι;


Τη νύχτα - το παιχνίδι ρόλων

Εκείνος: Ο ρόλος μου είναι όλες οι σκέψεις που σου προκαλούν φόβο. Ο δικός σου είναι η λογική σκέψη. Είμαι φύση. Όλα τα πράγματα που αποκαλείς φύση

Εκείνη: Εντάξει κύριε φύση -τι θέλεις;

Εκείνος: Να σε πληγώσω όσο περισσότερο μπορώ

Εκείνη: Πώς;

Εκείνος: Πώς νομίζεις;

Εκείνη: Τρομάζοντάς με…

Εκείνος: Σκοτώνοντάς σε

Εκείνη: Η φύση δεν μπορεί να με βλάψει. Είσαι μόνο η πρασινάδα έξω

Εκείνος: Όχι. Είμαι περισσότερα απ’ αυτό

Εκείνη: Δεν καταλαβαίνω

Εκείνος: Είμαι έξω, αλλά συνάμα και μέσα. Είμαι η φύση όλων των ανθρώπινων πλασμάτων

Εκείνη: Α, αυτό το είδος φύσης. Το είδος της φύσης που ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν διαβολικά πράγματα εναντίον των γυναικών

Εκείνος: Αυτό ακριβώς είμαι

Εκείνη: Αυτού του είδους η φύση μ' ενδιέφερε πολύ όταν ήμουν εδώ...



Ο Trier βάζει τη γυναίκα κάποτε κλεισμένη εκεί στην εδέμ να καταπίνεται σιγά σιγά από το έργο της, που βασιζόταν στη μελέτη των γυναικών του μεσαίωνα, όλων εκείνων των γυναικών που βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν ως μάγισσες, την ήττα του ενστίκτου, της αίσθησης, του σκοταδιού, από τον λόγο, τη θεωρία, το φως. Ωστόσο δεν μπόρεσε η ίδια να συνεχίσει. Βρέθηκε μπροστά στην άβυσσο της πραγματικότητας, και αυτή η πραγματικότητα δεν ομοιάζει στην αλήθεια του λόγου, δεν ψεύδεται και συνεπώς δεν αντέχεται. Το σκοτάδι που της διανοιγόταν ήταν οδυνηρό, και η αδυναμία της να υπερβεί την κατασκευασμένη της από τον λόγο φύση, τη μετέτρεψε σε πηγή δυστυχίας. Το παιδί της, ο καρπός της, θα παραμορφωθεί από την ίδια (του φοράει τα παπούτσια λάθος -το δεξί στο αριστερό πόδι), κι από δω ξεκινάει όλη η φρίκη στον δικό μας κόσμο, αυτο που βλέπουμε σαν λάθος, η διαιώνιση του κακού, ή αλλιώς του πόνου. Αυτή η ιστορία είναι γνωστή στον καθένα είτε βλέπει είτε όχι γύρω του. Ο Trier πηγαίνει στο πριν απ’ αυτό, στην πηγή της φρίκης, στα αίτια κάθε δυστυχίας, και συλλογίζεται με ιδιαίτερη τόλμη.



Ο αδάμ και η εύα, οι δύο αρχετυπικές εικόνες, κινούνται ανάποδα, αυτοεξορίζονται στην εδέμ, και εκεί, στην εδέμ, δεν υπάρχει τίποτα το θεϊκό. Το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού στο οποίο θα πηδηχτούν με όλη τους την ωμότητα, με όλη τους την σάρκα, είναι ένα δέντρο που τρέφεται με κρέας ανθρώπινο. Εκεί στην εδέμ λυσσομανούν τα άγρια ένστικτα. Δίκαιο δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η νύχτα, αυτή η θηλυκή δαγκάνα που θα κατασπαράξει τον αφελή λόγο ο οποίος προσπάθησε να παίξει μαζί με το παιχνίδι διατήρησης των σκήπτρων του, τον ρόλο του θεού -που φυσικά αντιστοιχεί σ’ αυτόν, στον ίδιο τον λόγο, που τον δημιούργησε ως τέτοιον (θεό) κάποτε για να πείθει καλύτερα. Ο ρυθμιστής θα απορυθμιστεί εύκολα με το πρώτο κύμα παρά-νοιας.



Ο εξω-ιστορικός τόπος δεν είναι άχρονος. Η εδέμ δεν είναι αιώνια. Ανήκει στη γυναίκα. Και εκεί η γυναίκα θα νικήσει. Από την αναζήτηση της αλήθειας της πίσω από τις κουρτίνες της λήθης, την αιματηρή σύγκρουση της υστερικής της φύσης με τον λόγο, τον ευνουχισμό της και τον ευνουχισμό του, τη στέρηση της γονιμότητας, την απώλεια της ισχύος του, που σημαίνει την πιο ριζική του γλώσσα, μέχρι την αδιανόητη εκμηδένιση της αρσενικής αρχής καθώς στο τέλος θα μεταμορφωθεί στο τέρας με το οποίο πάλευε. Όποιος παλεύει με τα τέρατα να προσέχει να μη γίνει τέρας, έλεγε ο Nietzsche που ακροβατούσε πάνω από την άβυσσο του ενστίκτου. Οι μυριάδες απρόσωπες ψυχές απελευθερώνονται. Ο Trier δεν θα μας πνίξει στο τέλος. Μας ανοίγει σε έναν άλλο κόσμο. Το μέλλον αυτό είναι αισιόδοξο. Είναι η πιο αισιόδοξη ταινία του πού ‘χω δει. Μας λέει το αυτονόητο -το αυτονόητο είναι και το πιο δύσκολο να δεχτούμε- ότι η φύση πάντα βγαίνει κερδισμένη, όχι γιατί έχει στόφα νικητή, μα επειδή δε γίνεται να χάσει. Ο θάνατος βρίσκεται έξω από τη ζωή όπως έλεγαν οι επικούρειοι -θα έλεγα αλλιώς: θάνατος είναι η ζωή δίχως φύση. Ο λόγος έχει χάσει από την πρώτη στιγμή, μα δίνει τη μάχη του επιστρατεύοντας κάθε τέχνασμα, όλο ακόμα το πνεύμα του. Μάταια και οδυνηρά.



False in legs, false in thighs, false in breasts, teeth, hair and eyes.

Τον φιλάει. Παίρνει το ψαλίδι, ερεθίζει την κλειτορίδα της με το χέρι του άντρα κι έπειτα ευνουχίζεται. Αυτός βλέπει τον ουρανό. Δεν υπάρχει τέτοιος αστερισμός: τα τρία ζώα και το corous. Του λέει: κανένα απ’ αυτά δεν έιναι ενεργό. Ουρλιάζει. Όχι. Χαλάζι. Βλέπει τα ζώα ένα ένα να στέκονται δίπλα της. Σπάει το δάπεδο και βρίσκει το εργαλείο με το οποίο μπορεί να απελευθερωθεί από τον τροχό της φύσης. Τον μαχαιρώνει. Αυτός μάχεται. Απελευθερώνεται. Την πνίγει. Αυτή δεν αντιδράει. Η φύση της τον καλεί. Αυτός, το αρχέτυπο του λόγου, τη σκοτώνει, και μαζί μ’ αυτήν όλες τις κατακτήσεις του πολιτισμού. Σκοτώνει τη μάσκα του, και αυτό που μένει είν' αυτό που έγινε: τέρας. Έπειτα την καίει όπως τις μάγισσες κάποτε. Μόνος του, κουτσαίνοντας στον παράδεισο. Έναν παράδεισο γεμάτο σώματα, σάρκες. Τρώει τους καρπούς. Ανθρωποφαγία. Εκατοντάδες γυναίκες τον προσπερνούν ανεβαίνοντας. Η φύση έχει νικήσει. Έχει υποτάξει την αρσενική αρχή. Της έχει αφαιρέσει όλο το πνεύμα.



Ίσως ο αντίχριστος είναι το πιο βαθύ και σημαντικό κινηματογραφικό έργο που έχω δει. Είμαι ακόμα ποτισμένος απ’ αυτό και πιθανόν το διογκώνω. Ωστόσο αυτό αισθάνομαι. Κι αυτό αρκεί. Η προσωπική αλήθεια, ακόμα κι αυτή, δεν είναι άχρονη - είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χρονικότητα, με το σώμα, με την αλλαγή.


γ. γεωργίου



Κάποιες από τις καρέ-καρέ σημειώσεις/αναλύσεις/σκέψεις μου βλέποντας την ταινία για δεύτερη φορά (παραθέτω ενδεικτικά καθώς η έκτασή τους θα ήταν πάρα πολύ μεγάλη):

*To εκπληκτικό με τον Trier είναι η μαεστρία, η άνεση με την οποία αντιστρέφει ένα ολόκληρο σύστημα ιδεών παγιωμένο, κατασκευάζοντας τη δική του ωρολογιακή βόμβα.

*Ο αντίχριστος κυβερνάει τον κόσμο μας. Κάθετι, ακόμα και το πολυτιμότερο, το πιο αναγκαίο, η ρίζα της ύπαρξης, ο έρωτας, επιφέρει οδύνη, πόνο, και για τον Trier δεν είναι μια απλή διαπίστωση αλλά η συνθήκη του κόσμου, το έγκλημά του. Ο αντίχριστος είναι όχι απλώς η πραγματικότητα την οποία ζούμε, αλλά και η βαθύτερη μεταφυσική μας -που είναι πάντα μια αντιφυσική.

*“Αυτό είναι σωματικό”, του λέει στην αρχή ακόμα, “είναι επικίνδυνο”. Αυτός το αρνείται, ο ψυχαναλυτής, “δεν είναι” λέει, “είναι μια φάση”. Του λέει ότι πριν δε νοιαζόταν παρά μόνο τώρα, μετά τον θάνατο του παιδιού τους. Κι αργότερα τον ρωτάει αν την αγαπάει. Την αγαπάει (“σ’ αγαπώ”) επειδή την έχει κερδίσει, εξαπατήσει. Επειδή της επιβάλλεται. Πριν δεν ενδιαφερόταν και η δικαιολογία του είναι πως την άφησε να γράψει τη “θέση” της. Αυτή η καλοσύνη του είναι παραπλανητική. Γιατί τη θέση της τη θεωρεί λανθασμένη και με βεβαιότητα επιβάλλει τη δική του λογική. Επιστήμη. Του λέει: “εγώ φταίω…” για το νεκρό παιδί. Αμέσως μετά του ορμάει καθοδηγούμενη από τα σεξουαλικά της ένστικτα. Της λέει ποτέ να μην πηδάει τον θεραπευτή της, την “ευνουχίζει”, την αποξενώνει από το σώμα της, τις ανάγκες του. Τοποθετεί την ιδέα πιο πάνω.

*Είναι μια κριτική της δυτικής σκέψης. Μια απομάγευση των τοτέμ της όπως η ίδια η ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, ο χριστιανισμός.

*“Εγώ φταίω” λέει αμέσως μετά τον θάνατο της ζωής, του παιδιού, του καρπού. “Γιατί που ήμουν εγώ;” της λέει ο θεραπευτής άντρας της. Έτσι αποδυναμώνει τη φύση με λογική. Δεν φταίει (η γυναίκα του) αλλά πρέπει να θεραπευτεί γιατί προφανώς είναι άρρωστη. Το κλειδί εδώ είναι πως η φύση δεν είναι άρρωστη. Η σκέψη μόνο τη βλέπει έτσι. Η φύση (μας) φταίει όταν δε γεννάει και δε διατηρεί τη ζωή. Από τη στιγμή που διαφθείρεται από τη σκέψη -που δεν είναι παρά κοινωνική κατασκευή- και απομακρύνεται από το σημείο σύγκρουσης, γίνεται παθητική, κουρελιάζεται, κι η κάθαρση δε θα υπάρξει ποτέ. Αυτό αποτελεί και την πηγή του κακού, τον αντίχριστο.

*Του λέει: “μ’ αγαπάς;”. “Ναι”, απαντάει. “Τότε βοήθησέ με”, του λέει. Βοήθησέ με του λέει μέσα από τα άγρια βάθη της. Εκείνος αντί να “πεθάνει” για χάρη της, τελείως μηχανικά, ορθολογιστικά της απαντά αμέσως: “αυτό ακριβώς κάνω”. Αυτός δεν κάνει ό,τι κάνει με δόλο αλλά με πραγματικό γι’ αυτόν ενδιαφέρον. Ο αντίχριστος δεν είναι κακός, έχει καλές προθέσεις απλώς πέρα του ότι είναι ισχυρός είναι αφελής. Η επιστήμη του είναι αστεία μπροστά στην τέχνη της δημιουργίας την οποία κατέχει η γυναίκα. Η ισχύς του από την άλλη δεν αποτελεί παρά το λάθος του κόσμου του ίδιου. Η σκέψη είναι διαχωρισμένη από τη ζωή. Αυτή είναι και η πηγή του κακού. Κατά την ένωσή τους εμφανίστηκε ο θάνατος. Αυτός πάντα του εμφανίζεται ως η αλλαγή -να ο συμβολισμός του. Η ζωή δε μπορεί εδώ σύμφωνα με τον Trier να δεχτεί το γεγονός του θανάτου, να συμφιλιωθεί. Γι’ αυτό κι έχει τύψεις η γυναίκα, δε δύναται να μεγαλώσει, να γίνει περισσότερη -μια αύξηση. Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση η ζωή φταίει, έχει δίκιο που το λέει, “εγώ φταίω”, καθώς αν κάποιος μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση και να δεχτεί το βάρος της ένωσης, αυτός είναι η ζωή. Η σκέψη είναι ανίκανη για τούτο. Όμως η ζωή ζητάει τη βοήθεια της σκέψης αλλά όχι στέκοντας απέναντί της -θέλει τη σκέψη που βλέπει από τα μάτια της. Η κατάληξη του δυτικού πολιτισμού είναι αναπόφευκτη, ο θάνατος ως το χείριστον, ο ευνουχισμός, η αντιφυσικότητα, ο ολοκληρωτικός θάνατος -όχι ως καρπός μιας ένωσης αλλά ως σάρκα των στοιχείων που προσπαθούν να έρθουν σε σχέση, που αναπόφευκτα βρίσκονται.

*Εκείνη γυμνή κάνοντας μπάνιο. Εκείνος ντυμένος. Της λέει: “απελευθέρωση, έκθεση, ανάδυση. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που πραγματικά δουλεύει. Όλα τ’ άλλα είναι λόγια.” Βέβαια αυτός μιλάει λόγια, αυτός ανήκει στο περιττό, στο “όλα τ’ άλλα…” εκτός από αυτό που είναι, το όντως-είναι.


γ. γεωργίου


______
οι εικόνες είναι κολάζ από screenshots της ταινίας

Κυριακή, Μαΐου 30, 2010

Δεν βρήκαν τρόπο να ικανοποιήσουν τη φιληδονία τους χωρίς να βλάψουν τους άλλους - Σκέψεις πάνω στο κείμενο για τον Kevin Carter



Διάβασα και πάλι το κείμενο που έγραψα την παραμονή των χριστουγέννων για τον kevin carter, ως kevin carter. Βαρύ και ενοχλητικό πράγμα η πραγματικότητα. Την ένιωσα και πάλι ως πόνο. Τις συσπάσεις μου προσπαθώ να προλάβω πληκτρολογώντας λέξεις. Από τη θύμηση στην ιστορικότητα του παρόντος.

Η πραγματικότητα στέκεται σαν άλλος κόσμος πίσω από την πέτσα του νου που γεννά όλους τους άλλους κόσμους. Αν μπορούσε κανείς ν’ ανασηκώσει τούτη την πέτσα και να την κομματιάσει, θ’ αντίκριζε τον θάνατο. Γιατί ο νους δεν γίνεται να παύσει. Όπως δεν γίνεται να βιωθεί η πραγματικότητα. Δεν αντέχεται. Το ψέμα, η ψευδαίσθηση, είναι η ανθρώπινη συνθήκη.

Δεν θυμάμαι -νιώθω. Είναι ένα ζόρικο παρόν. Κάτι που πολύ θέλω να βγω έξω του, να πιαστώ από δυο τρεις εικόνες μας ζωής κατασκευασμένης και να συνεχίσω μουδιασμένος, χαρούμενος, δυστυχισμένος, προσκολλημένος έστω από λίγο πνεύμα, λίγη μεγαλοσύνη, σπουδαιότητα και νόημα. Θα μείνω στο αίσθημα όμως, με δόντια σφιγμένα και σκληρό πρόσωπο, να χτυπηθώ με όλο μου το ψέμα. Είναι έτσι, νιώθω άσχημα, φρικτά θα έλεγα για όλες εκείνες τις στιγμές, για όλη εκείνη τη μεταμόρφωση που με ανοίγει στον κόσμο του πραγματικού. Είναι στιγμές που προσπαθώντας να συλλάβω κάτι, αδειάζω τόσο που είναι σαν θάνατος. Ανυπόφορη ώρα. Καταστρέφω τα χριστούγεννά μου ακόμα κι όταν δεν σημαίνουν τίποτα για μένα, τις νύχτες μου που θέλω να είναι μόνο δικές μου, το συκώτι μου το οποίο δε θέλει να έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Η καθημερινή μου ζωή βουλιάζει. Τίποτα άλλο δεν αλλάζει πέρα από τη δική μου διακύμανση. Αυτό είναι κατάρα. Με τρελαίνει. Κι όμως δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ με αυτά τα δόντια που μου τρώνε τις σάρκες, δόντια του νου μου που τόλμησα να ξεσκεπάσω. Έτσι όσο και ν’ αντιστέκομαι, όσο και να μου κόβεται η όρεξη, όσο και να συρρικνώνομαι στον πόνο, πολύ εύκολα τα παρατάω για να τσιμπήσω κάτι, να κατασπαράξω κι εγώ λίγη ζωή. Και τι να έκανα; Έχω και στομάχι. Κι ένα σπέσιαλ φιλετάκι μαριναρισμένο στη συντήρηση. Καμιά μπιρίτσα, κανα τσιγαράκι. Νευρώνες, αισθήσεις. Ξέρω. Αυτό που καταλαβαίνω είναι πως θα συνεχίσω να υποφέρω παλεύοντας με τη συνείδηση που σαν πιάνει μια κορυφή ξυπνά το μένος του νου-δία που δε θα σταματήσει να υπερασπίζεται τα σκήπτρα του. Ποτέ. Μόνο αν μπορούσα να καταλάβω πως δίας δεν υπάρχει -αυτός κατασκευάζεται από μόνος του, εκ του μη όντος.



Ό,τι όμως αποτελεί κατανόηση εδώ, δεν μπορεί να ανήκει στον νου. Επιβάλλεται μια κατανόηση σωματική. Ένας οργανισμός που αναπνέει με τέτοιον τρόπο ώστε δεν μπορεί να υπάρχει κανένας δίας. Είναι σαν ο νους -ο πρώτος δίας, το πρώτο αφεντικό, ο πρώτος δολοφόνος- να έχει όλους τους τρόπους δικούς του. Ό,τι προσπαθείς, ό,τι κατακτάς, ό,τι ονειρεύεσαι, ό,τι ελπίζεις, ό,τι σου ομορφαίνει την καθημερινή ζωή, είναι δικός του τρόπος, μαζί πάντα με ό,τι σε κάνει να αποτυγχάνεις, ό,τι σε κοροϊδεύει, ό,τι σου πουλάει ψέμα, ό,τι σε νεκρώνει. Ο οργανισμός ο οποίος έχει αποβάλλει αυτή την ανθρωπιά (η μεγαλύτερη εφεύρεση του νου - ο ίδιος τη μεταφράζει πάντα ως την υψηλότερη. Μα φυσικά, κι οι λέξεις δικές του είναι, δική του η ποίηση της ύπαρξης, δική του η ποίηση του κόσμου) είναι γιατί δεν έχει κανέναν τρόπο, καμία αναζήτηση, κανένα όνειρο. Του είναι αρκετή η ζωή. Μα για στάσου ‘δω, δώσε μου τα μάτια σου -βλέπεις; αμέσως ο νους εξεγείρεται, νατος, τον άκουσα αμέσως που μου είπε: “είναι αρκετή η ζωή;”, με αυτόν τον περιφρονητικό του τόνο, σαν να ‘ταν κάτι ανώτερο απ’ αυτήν, σαν να πρέπει να τον πιστέψω. Το μαρτύριό μου: κάθε στιγμή να τον ακούω και κάθε στιγμή έκθετος στη σαγηνευτική του πλάνη, την καταστροφή μου, τη γαμημένη ανθρωπιά μου. Ο οδυσσέας δέθηκε σφιχτά στο κατάρτι και πέρασε, μα κι αυτό είναι εξυπνάδα, πονηριά, λες και υπάρχει ο τρόπος. Μα είναι δικοί του όλοι οι τρόποι, τρόποι του νου, τρόποι αυτού που πρέπει να αποβληθεί γιατί δεν είναι εσύ, είναι η κοινωνία όλη, όλο το αιματοκύλισμα, η παραφροσύνη της δύναμης, η γεννήτρια της απάτης. Ο νους. Δεν υπάρχει πουθενά κατάρτι, αυτά γίνονται μόνο στη ποίηση για να μας ησυχάζει, να μην αγανακτούμε με την πραγματικότητα που ποτέ δε θα δούμε δίχως αλλοίωση, η ποίηση που γίνεται πέρα από ψεύτης ένας σωτήρας, μια ελπίδα και ένα ακόμα κοινωνικό συμβόλαιο. Ούτε κατάρτι υπάρχει, ούτε σειρήνες. Υπαρχει μόνο το μέσα που είναι και έξω… αν θέλω να είμαι πιο ακριβής: είναι ένα με μας, ούτε μέσα ούτε έξω, επιδερμίδα μας, σκάρτο αίμα, ελαττωματικά όργανα, νεκρές αισθήσεις, μουδιασμένες συνάψεις. Απόδειξη ότι ζωή δεν υπάρχει εκεί. Αφύσικοι. Ζωντανοί νεκροί. Ωστόσο μιαν αλήθεια μας τη λέει η μεγάλη ποίηση -κοιτώντας πίσω από το μεγαλείο της: πως οι μνηστήρες δε διαφέρουν από τον οδυσσέα, δε διαφέρουν στο ελάχιστο πριν το ταξίδι της επιστροφής. Δε διαφέρει από κανένα μνηστήρα έξω από την ποίηση. Μόνο αυτή τον κάνει να διαφέρει, του δίνει ένα ταξίδι στο οποίο ωριμάζει, εξελίσσεται, πνευματοποιείται. Πως στην πραγματικότητα όλοι οι μνηστήρες είναι ο ίδιος του ο εαυτός που δε νικιέται με προσευχές, ούτε με αγάπη, ούτε με πίστη, ούτε με ειρήνη. Θα τους σφάξει όλους τους καταπατητές της ιδιοκτησίας του, του εγώ του, έναν έναν, κανείς, τίποτα δε θα μείνει. Μόνο αυτός, που όταν ήταν ν’ απαντήσει γεμάτος τρέλα, εισροή απόκρυμνης ζωής στα σωθικά του, το ποιος είναι, τ’ όνομά του, ούρλιαξε πάνω από τα κύματα “κανένας”. Το ταξίδι που του τό ‘δωσε η ποίηση, το έδωσε ο νους, του δίδαξε όλους τους τρόπους πώς να κάνει την πανουργία δικαιοσύνη και αλήθεια και πνεύμα. Ξέρει πως να σε ξεγελάσει με το εντυπωσιακό “κανένας”. Μην μπερδεύεσαι, αυτός ήταν, ο οδυσσέας. Η ποίηση τού έδωσε μια ολόκληρη ιθάκη για να μας καταστρέφει χιλιάδες χρόνια δείχνοντάς μας τον σκοπό. Εξαιρετική η ποίηση και τι αγαλλίαση η ιθάκη. Ωστόσο, να ακόμα ένα ψέμα (η ποίηση θέτει ως σκοπό μιαν ιθάκη), ούτε ιθάκη υπάρχει. Εσύ είσαι ο οδυσσέας. Ένας σίσυφος που κάθε στιγμή μπορεί να πετάξει βλαστημώντας τον βράχο χάμω και να φύγει. Δεν υπάρχει κατάρτι, ούτε σειρήνες, ούτε ιθάκη, ούτε βράχος, ούτε θεοί. Απόδειξη: ότι τα ‘πε, τα εξύψωσε, τα παγίωσε σε νεκρούς οδοδείκτες η ποίηση. Η ποίηση δεν είναι ζωή. Είναι πονηριά, είναι κατάρτι, σειρήνα και ιθάκη, η ποίηση είναι θεϊκή. Άραγε υπάρχει; Κάτι μου έρχεται, μια σύσπαση, κάτι βγαίνει: αυτοί που απαντούν θετικά είναι εκείνοι που σου πουλούν ποίηση, οι παπάδες της και τα σούπερμάρκετ της. Ούτε ποίηση υπάρχει. Υπάρχει ένας οργανισμός πάντα που προσπαθεί να εκφραστεί, τον ρυθμό του τις ανάσες του, και είτε ψεύδεται είτε λέει αλήθεια για τον εαυτό του, προκαλώντας το ενδιαφέρον ή όχι, την έλξη, την πίστη, τη ροχάλα -τίποτ’ άλλο. Γιατί όταν ψεύδεται μας λέει την αλήθεια του: ποιο είναι το ψέμα του, μας κάνει να δούμε εκεί ακριβώς που πάσχει, σημείο γυμνό για τα μάτια που κοιτούν με τα μάτια -ενδιαφέρον στον βαθμό που πρέπει να γνωρίζεις τους φίλους και τα πρότυπά σου για να τους ξεράσεις από μέσα σου. Ενώ σαν λέει την αλήθεια του δεν αφορά κανένα γιατί πέρα απ' αυτόν τον εαυτό δεν είναι κανενός άλλου αλήθεια, συνεπώς δεν φτειάχνει οπαδούς, δεν ζητάει χειροκρότημα, δεν αποτελεί χέρι βοηθείας.

Μας αφορά λοιπόν η ποίηση, είναι γεμάτη από ψέματα.



“Δε βρήκαν τρόπο να ικανοποιήσουν τη φιληδονία τους χωρίς να βλάψουν τους άλλους”. Blaise Pascal.

Σ’ εμάς το λέει. Μόνο που αγνόησε πως όταν φιλοσοφεί κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρώτο πρόσωπο είναι πάντα το πλέον έντιμο. Συμφωνώ μαζί του. Δεν βρήκαμε τον τρόπο να ικανοποιήσουμε τη φιληδονία μας χωρίς να βλάψουμε τους άλλους -για μας μιλάω, την ανθρωπότητα. Δεν βρήκα τον τρόπο να ικανοποιήσω τη φιληδονία μου χωρίς να βλάψω τους άλλους -ναι για μένα λέω, θέλοντας και μη, η ανθρωπιά είναι αυτή που με χαρακτηρίζει οντολογικά, την οποία στρεβλώς τη βλέπω/βλέπουμε ποιοτικά ενώ είναι απλώς ζήτημα κατηγοριοποιήσεως καθόλου αξιακής.

Η πραγματικότητα δεν αλλάζει όσο κι αν κλάψουμε, χτυπηθούμε, ουρλιάξουμε, όσο και να εξεγερθούμε. Η μορφή της κοινωνίας ναι, η μορφή της εξουσίας ναι, το σαλόνι μου ναι, ίσως κι ένα καινούργιο αμάξι ναι. Όχι η πραγματικότητα. Αυτό αν το κάνουμε το κάνουμε μόνο όσον αφορά την ιδιωτική μας σφαίρα, την ιδιοκτησία μας, το εγώ μας. Ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για να τον αγκαλιάσει το εγώ μας -μια καρφίτσα στον χάρτη. Και αυτό το τίποτα -μια μηδαμινότητα- ξέρει καλά πώς να νιώθει ολάκερος κόσμος. Έστω ότι γίνεται κόσμος, έστω ότι κλαίει, χτυπιέται, ουρλιάζει, εξεγείρεται, παίρνει λίγο όγκο, φουσκώνει κι εξεγείρεται πλανητικά. Μα τότε θα καταστραφεί σαν εσωτερική βόμβα μεγατόνων. Και πάλι τίποτα. Η ανθρωπιά μας, το είδος της ύπαρξης που μας χαρακτηρίζει, μας προσφέρει τη φαντασιακή δυνατότητα να είμαστε κόσμος, σύμπαν, θεός, εγώ, με αντάλλαγμα έναν ψεύτικο κόσμο, κάλπικο, θεμελιωμένο στη δυστυχία, τη δυστυχία όχι λόγω αξιών, όχι λόγω μιας ηθικής ή μη, αλλά εξαιτίας του φρικτού περιορισμού ενός τέτοιου κατασκευασμένου κόσμου: φαντάσου, ένα δοχείο με μια ποσότητα ύλης. Και φαντάσου πως εκεί βάζει το χέρι του όποιος προλάβει παίρνοντας όσο η χούφτα του μπορεί και προφταίνει. Η ποσότητα του δοχείου είναι συγκεκριμένη. Όποιος προλάβει και μετά τίποτα. Αυτός είναι ο κατασκευασμένος κόσμος μας. Δεν έχει για όλους. Όσο και να φτειάξεις τη ζωή σου, όσο και να την παλέψεις δε θα περιοριστεί η δυστυχία. Για να είσαι ευτυχισμένος πρέπει κάποιοι να υποφέρουν, να εξολοθρευτούν, να εκμηδενιστούν. Δεν έχει για όλους. Πάντα έτσι ήταν. Θα έπρεπε να σπάσει αυτή η κατασκευή, να γίνει κομμάτια, σκόνη. Θα έπρεπε -αυτός είναι ο σωστός χρόνος. Ευχόμαστε για μια στιγμή ευσυγκινησίας και πνεύματος, για να συνεχίσουμε αμέσως τη βλαβερή μας πορεία στον κόσμο που είναι έτσι, είναι αλλιώς, είναι χίλια δυο, και εμείς στην απέξω. Δεν υπάρχει τρόπος. Το να αποβάλλουμε την ανθρωπιά μας, μάλιστα. Πως όμως; Και κυρίως γιατί; Δεν θέλουμε, ούτε θα θέλαμε, ποτέ δε θα αντέχαμε κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ του όνειρο, δεν έγινε ποτέ ιστορία, θρύλος. Η πραγματικότητα είναι το αδύνατο, το μηδέν. Πως θα βαστούσαμε σε σπλάχνα κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ ποίηση; Αχ η ποίηση… άτιμη καριόλα. Αυτή φταίει για όλα, αλλά κανείς δε θα με πιστέψει, κι ούτε θα έπρεπε, ούτε θα ενδιαφερόταν. Τα άσυλα είναι πάντα με τις αγκάλες ανοιχτές. Να πουλήσουν κι αυτοί λίγη επιστήμη, λίγη ανθρωπιά. Όμως δεν έχει για όλους. Είναι μόνο για εκείνους που πρόλαβαν. Και πρόλαβαν επειδή οι υπόλοιποι δεν πρόλαβαν, δεν ήταν ευλύγιστοι να φτάσουν ως εκεί, δεν είχαν χέρια, ή πέθαναν στην προσπάθεια (δεν τους βοήθησαν, δεν τους άφησαν, τους εξαπάτησαν, τους δολοφόνησαν). Μόνο γι’ αυτό υπάρχουν ευτυχισμένοι ηλίθιοι, μόνο γι’ αυτό υπάρχει πνεύμα, μόνο γι’ αυτό έρωτας, γι’ αυτό και μόνο το τρελό γαμήσι. Αν θέλεις μια καλύτερη ζωή θα πρέπει να την πάρεις από μερικούς άλλους. Κι αν ποθείς να ‘ναι πιο πνευματική κάποιοι πρέπει να καούν στην πυρά, κάποιοι των οποίων το πνεύμα απειλεί το δικό σου με αφανισμό. Ποιητή, κορόιδεψέ μας κι άλλο, συγκλόνισέ μας με το αδηφάγο μεγαλείο σου. Το φαινόμενο της πεταλούδας είναι ανόητο σαν λογαριάζεται για επιστημονική θεωρία, γι’ αυτό και μετράει μόνο στον δικό σου κόσμο, όπως και σ’ εκείνων που τον ποθούν: γράφεις ένα ποίημα στον θρόνο σου κι ένας σεισμός γίνεται στην αϊτή, απαγγέλεις δυο τρεις στίχους και μια βόμβα πέφτει καταλάθος σ’ ένα νοσοκομείο στο ιράκ, γράφεις τη μίζερη και κλισέ σου άποψη κι ένας καινούργιος ιός θερίζει την αφρική. Συνέχισε το έργο σου καλλιτέχνη μου και μην ανησυχείς. Τον κόσμο όλο κι αν καταστρέψεις πάλι το πνεύμα σου θα μείνει. Ή έστω το μεγαλύτερό σου άλλοθι, η ποίηση.


γ. γεωργίου

____________

σημείωση: οι φωτογραφίες ανήκουν στον bohnchang koo
___________