
daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa
Τελάλης:
Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010
η Ανάσα της Ιστορικότητας

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2010
Χωρίς Τίτλο
Υπάρχουν φορές που οι λέξεις είναι σιχαμένες, όπως υπάρχουν φορές που μπορεί κανείς να είναι βέβαιος γι' αυτό που αισθάνεται. Όχι με λέξεις. Όχι με τη γνώση ή την εμπειρία. Τότε που μπορεί να είναι σώμα, πέρ' από τους κυματισμούς της σκέψης, την ταραχή, βράχια που χτυπιούνται με τη θάλασσα, τα τζάμια θολωμένα. Κουνήσου στην καρέκλα σου και μη σε νοιάζει. Ο κόσμος κάθε φορά θα τρώει την ουρά του με πιο μοντέρνο στιλ. Ανάσα στο χιόνι της μνήμης. Ακόμα κι αν. Η νύχτα θα λάμψει τα δόντια της και θα τινάξει κατά πάνω του τη μαύρη μπέρτα της προτού πυροβολήσει με το κρυμμένο πιστόλι του άλλου χεριού. Λίγο πριν να μείνει τίποτα. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Προσπαθεί να γράψει το βιβλίο που θα εκφράσει έναν εαυτό γυμνό. Εάν γινόταν. Το κρύο να ημερέψει. Δεν ξέρει γραφή, δεν ξέρει ανάγνωση. Επιθυμεί τις σελίδες της ζωής να ιστορήσει με μυς και κόκαλα, μήπως και βρει τον τίτλο της. Θέλει να ξεράσει τον έρωτά του, τα σωθικά του πλέουν, δυο τρεις συσπάσεις, το τζάμι, το τζάκι, το ποτήρι ποτό, αναγούλα η αγάπη. Μυρίζει τη θέλησή του που σιγά σιγά πεθαίνει, σαν δάσος σκεπάζεται από αδυσώπητα χέρια που σκοπεύουν ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Θα σου τα κάνω δώρο κι εσύ θα μου καθίσεις, έλα όμως που δεν το ξέρεις, δεν ξέρεις τίποτα, αυτή η λάμψη. Αιώνιο παραμύθι. Κάτι σαλεύει για λίγο μέσα, μια ουρίτσα σκέψης ανταποκρίνεται στον θάνατο που συνεχώς επιστρέφει. Τα ξύλα θα τελειώσουν νωρίς. Να θέλεις να γίνεις κάτι, κάποιος, νά που σαλεύεις, πως ζεις νομίζεις. Η φλόγα καίει, το καταλαβαίνεις από την καμινάδα. Όσο χτυπάει η καρδιά. Κανονικά δεν θα υπήρχε σ' αυτό το σπίτι τζάκι, ούτε το κάδρο με τον φρικτό πίνακα από πάνω. Οι σκιές μεγαλώνουν, η θέληση πασχίζει να πάρει γκριμάτσα, τεντώνεται και ξαφνικά λιγοστεύει, γεμίζει τον χώρο καπνό. Καπνίζει αλλά δεν είναι το τσιγάρο. Όχι ακόμα. Θα κάνει μια παύση μα δεν μπορεί να την αποφασίσει. Ίσως να πεθάνει. Αδυνατεί να κολλήσει μεταξύ τους δύο λέξεις. Να σκεφτεί. Θα πεθάνει. Απαίσιες λέξεις σαν κορμιά καμένα. Όλοι λέγαν ψέματα πως για να διακρίνεις χρειάζεσαι παιδεία, ανθρωπιά κι ευαισθησία. Κανείς δε σου 'πε για την όσφρηση, ξέχασες να είσαι σάρκινος μαζί με την τελευταία δόση αυτοκινήτου, πτώχευσες σε μία μέρα, κι ακούς θρύλους ψίθυρους, για δυο θαυμαστά ρουθούνια, σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις. Μην ανατρέχεις στη βαβέλ, μπροστά σου κοίτα. Μεσα στη σάρκα του δάσους τίποτα δεν επιτρέπεται πάνω από το ένστικτο. Και σαν λάμψει, ο πάνθηρας θα σου 'χει πάρει τα μούτρα με ξυράφι. Μείνε στη νύχτα και σώπασε κάτω από τούτα τα φύλλα, χώμα το σώμα και στη βροχή πέτρα. Σφύριγμα του ανέμου ή μαρσάρισμα, μια ληστεία, πορεία, προεκλογική εκστρατεία, το τσιτάχ κόβει της αντιλόπης την τραχεία. Έτσι κι αυτός κάνει πολλά για χάρη της. Την αγαπάει, βλέπεις. Δεν αντιλαμβάνεται πως άλλο η ορμή της φύσης και άλλο η αδυναμία του νου. Ο φόβος του. Ο κυνηγός, ο μάγος, ο εραστής, ο ήρωας. Όλοι οι ρόλοι για να είσαι μέσα στον μεγάλο ρόλο, εκείνον του άντρα, να διατηρείσαι μέσα στη λάσπη με τα αδηφάγα στόματα, συναισθήματα, κουρτίνες πράσινες κι ένας θεός κόκκινος, ήλιος αιματοβαμμένος. Βλέπεις; Να διατηρείσαι και να λιγοστεύεις προς κάτι άλλο, συμπαγές, άκαμπτο, θαρρείς μηχανικό. Η φλόγα σβήνει, έσβησε στην πίεση της παγωνιάς. Είναι μόνος στο δωμάτιο όπως άλλωστε και στη ζωή του. Δίχως λέξεις. Ασχέτως του νου που χορογραφεί όλους τους κόσμους, αρκεί να κρύψει το αληθινό του πρόσωπο. Ένα σύριγμα ή ένα λεπίδι, τη θυμάται, τα μαύρα της μαλλιά, το κρύο μπερδεύει μια καρδιά πληγωμένη. Μουγγός, καταπίνεται εύκολα από το σπίτι. Τα δέντρα τεντώνουν δάχτυλα κι ο άνεμος ελίσσεται. Το χαλάζι σφυροκοπάει, απώλειες μιας άλλης ζωής πιο ποθητής, το νευρικό σύστημα σαν μεταλλόφωνο, θυμάται, κατασκευάζει αντιδρώντας έναν κόσμο, διαρκώς σχηματοποιείται, να την άγγιζε στα στήθη και να λειώναν βόρεια του κορμιού του αυτοί οι πάγοι. Όλοι οι φθόγγοι. Αν ξέρει κάτι είναι ότι δεν μπορεί να πεθάνει. Γιατί δεν μπορεί να ζήσει. Αδύνατον με τέτοιον νου, τέτοια δήθεν καρδιά που τον γεμίζει με όλα τα τεχνάσματα, αρκεί να μην αγαπήσει για να αγαπήσει, αρκεί να μην πεθάνει για να πεθάνει. Όχι απόψε. Ούτε αύριο. Μήτε σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Σηκώνεται και ανάβει το καλοριφέρ με ένα κουμπί.
γ. γεωργίου

σημείωση: το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κοντέινερ της ελευθεροτυπίας (τεύχος 9, 5/7/2010).
σημείωση: για όσους θέλουν να διαβάσουν ολόκληρο το περιοδικό, εδώ
Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010
Αντίχριστος / Antichrist - Lars Von Trier

Antichrist. Το anti- μπορεί να δηλώνει αντίθεση και εναντίωση, αλλά και αντικατάσταση. In place of-. Ο Lars Von Trier εξερευνεί τη σκοτεινή, μαγική και ακατανόητη θηλυκή αρχή που πότε ταυτίζεται με τη Φύση και πότε με τη Γυναίκα λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση διαφορετικό βάθος. Από τη μία βλέπουμε τη θηλυκή θεά, τη μεγάλη μητέρα και από την άλλη την έκφρασή της στο ανθρώπινο βασίλειο -οι δυο τους συναντιούνται στο κοινό σημείο της κυοφορίας (και προαγωγής) ζωής και απομακρύνονται κατά τον τρόπο διαχείρισής της για να ξανασυναντηθούν στο τέλος μιας πορείας εξω-ιστορικής που κλείνει τον κύκλο της με την πράξη της θυσίας, της συμφιλίωσης της γυναικείας φύσης με τη θηλυκή αρχή, το ένστικτο και τη νύχτα, και τη νίκη της επί της αρσενικής αρχής, του ιστορικού Λόγου ως πνεύματος, νου, φωτός. Πότε η αντικατάσταση και πότε η εναντίωση στην αρσενική αρχή, πότε η ζωή και πότε η ψυχολογική ζωή, ο Trier θα μπορούσε να αντλεί από ένα τεράστιο υλικό, από τη μητριαρχική-πανθεϊστική παράδοση και τη σπινοζική ταύτιση του θεού με τη Φύση και την ανθρώπινη scientia intuitiva, μέχρι τις μελέτες του μεγάλου ψυχαναλυτή Carl Jung, την anima, το αντεστραμμένο rosarium philosophorum. Αφιερώνει την ταινία στον Andrei Tarkovsky και την ονειρική, ποιητική ματιά του, με την οποία έρχεται σε διάλογο για να βρει τη γλώσσα εκκίνησής του κι έπειτα μ’ αυτή να του αντιτεθεί επιβάλλοντας τον δικό του κόσμο, έναν αντι-χριστιανικό, αντεστραμμένο κόσμο. O κόσμος του Trier αντιτίθεται στον χριστιανικό-μεταφυσικό του Tarkovsky, αντιτίθεται στο πνεύμα, αντιτίθεται στον πολιτισμό, αντιτίθεται στον κόσμο. Ο κόσμος του είναι ο αντι-κόσμος όπως εμείς μάθαμε να τον βλέπουμε. Ο κόσμος του είναι ο πραγματικός.

Ξεκινάει η ταινία με τη σκηνή του σεξ μεταξύ των ετερόφυλων πρωταγωνιστών του. Το πέος εισδύει στον γυναικείο κόλπο. Το μωρό τους βγαίνει από το κρεβάτι του, φτάνει ως το παράθυρο από το οποίο βουτάει κάτω τη στιγμή που το ζευγάρι φτάνει στην κορύφωση της σεξουαλικής πράξης του. Η πραγματικότητά του συναντά κατά κάποιον τρόπο την ποίηση, μια ποίηση τόσο σκοτεινή όσο πιο βαθιά απλώνεται στην πραγματικότητα, πέρα από τις μεγάλες, κατασκευασμένες φαντασιώσεις. Συναντά την παλιά και λησμονημένη σύνδεση έρωτα-θάνατου ενάντια στη δική μας αντεστραμμένη πραγματικότητα του νου, εκείνη που δεν εμπεριέχει το τραγικό, που εξυψώνει τον έρωτα διανύοντας μια πορεία από τη σάρκα στο πνεύμα, στον ιδεατό κόσμο. Ο έρωτας που ως πράξη φυσική αναπαράγει και διαιωνίζει την ανθρώπινη φύση. Που από ανάγκη γίνεται απόλαυση και έξη και μυστήριο, και από μυστήριο Γνώση. Αυτή η κυρίαρχη ιδέα του πολιτισμού μας γκρεμίζεται στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. Δεν γεννάει πια. Το παιδί πεθαίνει -αυτοκτονεί- την ώρα της μεγαλύτερης διέγερσης των δύο αντιθέτων που σμίγουν. Η ένωση δεν είναι εκείνη η αλχημιστική ένωση των αντιθέτων που μεταστοιχειώνει την ύλη σε πνεύμα. Εδώ ο καρπός της ένωσης είναι ο θάνατος. Ο πόνος κυριαρχεί. Το θηλυκό και το αρσενικό στην αρχετυπική τους διάσταση/υπόσταση είναι δύο αντίθετα που δεν τέμνονται. Και δεν τέμνονται όχι σε έναν αρχέγονο τόπο, σε έναν προ-λογικό και μυθικό τόπο, αλλά μέσα στον ιστορικό χώρο τον εμποτισμένο από τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός που έχει βάση του τον κυρίαρχο και εξουσιαστικό λόγο καθιστά αδύνατη αυτή την ένωση. Η αντίθεση έγκειται στην αιώνια αντίθεση της καταπιεσμένης θηλυκής αρχής στον καταπιεστή λόγο. Οι πρωταγωνιστές δεν τέμνονται, και ούτε πρόκειται -ο ιστορικός χώρος βεβαιώνει κάθε στιγμή για το αδύνατο της συνύπαρξής τους. Έτσι αποφασίζεται μια κίνηση προς τα πίσω, προς το παρελθόν, μια κίνηση που αλλάζει χώρο για χάρη ενός μυθικού και προ-λογικού τόπου: το σπίτι στην εδέμ. Ο ψυχαναλυτής λόγος θα της προσφέρει τη βοήθειά του, και γι’ αυτό θα πρέπει να ξεκινήσουν από κει που όλα άρχισαν. Στο σπίτι στην εδέμ. Εκεί φαντάζεται η αρσενική αρχή πως θα βρει τη χαμένη τομή, έχει πίστη στις δυνάμεις της, μα κάνει το λάθος να θέλει να αγαπάει, να νομίζει ότι αγαπάει τη σύντροφό του, την αντίθεσή του, κάνει λάθος μιας και δεν τη γνωρίζει καθόλου, δεν ξέρει καθόλου από αγάπη, τι σημαίνει, αν υπάρχει έξω από την τυφλότητά του -αυτό που αγαπάει είναι η επιβολή και επιβεβαίωση της ανωτερότητάς του. Κυριαρχία. Δεν την επιθυμεί για αυτό που είναι αλλά γι’ αυτό στο οποίο εκείνη γίνεται να υποταχθεί -στον δικό του τρόπο. Καθώς και να τη δει να καταστρέφεται μέσα σ’ αυτόν. Η αγάπη: είναι έξω από τον πραγματικό κόσμο που στήνει ο Trier, τον κόσμο που περιλαμβάνει κάθε έκταση από την ιστορικότητα του φιλμικού παρόντος (αρχή της ταινίας) στην εξω-ιστορικότητα του φιλμικού μέλλοντος (εδέμ). Υπάρχει μόνο στα λόγια η αγάπη, είναι εφεύρεση μόνο του λόγου, εφεύρεση της κυριαρχίας. Τα σκοτεινά και άγρια ένστικτα της θηλυκής αρχής σε μια λανθάνουσα υπαρξιακή νύχτα της -μια νύχτα που είναι όλες οι νύχτες στην εδέμ- που ενώ συμπίπτει με την ωμότητα της φύσης και των κύκλων της παραμένει να αγνοεί ότι στην ουσία της είναι αυτή η ίδια. Αγνοεί -δεν είναι παρά λήθη του εαυτού της.

Στην Eden
Τη νύχτα
Εκείνος: Το ουρλιαχτό δεν ήταν αληθινό. Σταμάτα. Ηρέμησε
Εκείνη: Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ. Είσαι τόσο αλαζονικός. Όμως μπορεί αυτό να μην κρατήσει. To ‘χεις σκεφτεί αυτό;
παύση
Εκείνη: οι βελανιδιές είναι αιωνόβιες. Το μόνο που έχουν να κάνουν για να διαιωνισθούν είναι να παράγουν ένα δέντρο κάθε εκατό χρόνια. Mπορεί να σου ακούγεται κοινότοπο, αλλά ήταν σπουδαίο πράγμα για μένα να το συνειδητοποιήσω αυτό όταν ήμουν εδώ έξω με τον Νικ. Τα βελανίδια έπεφταν στη στέγη τότε, έπεφταν κι έπεφταν συνεχώς, και πέθαιναν, και πέθαιναν. Και κατάλαβα πως ό,τι ήταν όμορφο στην εδέμ ήταν μάλλον ανόητο. Τώρα μπορώ να ακούω εκείνο που δεν μπορούσα πριν: το κλάμα όλων των πραγμάτων που είναι προς θάνατο
Εκείνος: Όλο αυτό είναι πολύ συγκινητικό εάν είναι παιδικό βιβλίο. Τα βελανίδια δεν κλαίνε. Το ξέρεις καλά όπως κι εγώ. Αυτό είναι ο φόβος. Οι σκέψεις σου στρεβλώνουν την πραγματικότητα, όχι το αντίστροφο
Εκείνη: Η φύση είναι η εκκλησία του σατανά
Τη μέρα
Εκείνος: Τι κάνεις;
Εκείνη: Κοίτα. Είμαι και πάλι καλά. Θεραπεύτηκα. Βλέπω καθαρότερα. Είμαι καλά. …Δεν μπορείς απλώς να είσαι χαρούμενος για μένα, έτσι δεν είναι;
Τη νύχτα - το παιχνίδι ρόλων
Εκείνος: Ο ρόλος μου είναι όλες οι σκέψεις που σου προκαλούν φόβο. Ο δικός σου είναι η λογική σκέψη. Είμαι φύση. Όλα τα πράγματα που αποκαλείς φύση
Εκείνη: Εντάξει κύριε φύση -τι θέλεις;
Εκείνος: Να σε πληγώσω όσο περισσότερο μπορώ
Εκείνη: Πώς;
Εκείνος: Πώς νομίζεις;
Εκείνη: Τρομάζοντάς με…
Εκείνος: Σκοτώνοντάς σε
Εκείνη: Η φύση δεν μπορεί να με βλάψει. Είσαι μόνο η πρασινάδα έξω
Εκείνος: Όχι. Είμαι περισσότερα απ’ αυτό
Εκείνη: Δεν καταλαβαίνω
Εκείνος: Είμαι έξω, αλλά συνάμα και μέσα. Είμαι η φύση όλων των ανθρώπινων πλασμάτων
Εκείνη: Α, αυτό το είδος φύσης. Το είδος της φύσης που ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν διαβολικά πράγματα εναντίον των γυναικών
Εκείνος: Αυτό ακριβώς είμαι
Εκείνη: Αυτού του είδους η φύση μ' ενδιέφερε πολύ όταν ήμουν εδώ...

Ο Trier βάζει τη γυναίκα κάποτε κλεισμένη εκεί στην εδέμ να καταπίνεται σιγά σιγά από το έργο της, που βασιζόταν στη μελέτη των γυναικών του μεσαίωνα, όλων εκείνων των γυναικών που βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν ως μάγισσες, την ήττα του ενστίκτου, της αίσθησης, του σκοταδιού, από τον λόγο, τη θεωρία, το φως. Ωστόσο δεν μπόρεσε η ίδια να συνεχίσει. Βρέθηκε μπροστά στην άβυσσο της πραγματικότητας, και αυτή η πραγματικότητα δεν ομοιάζει στην αλήθεια του λόγου, δεν ψεύδεται και συνεπώς δεν αντέχεται. Το σκοτάδι που της διανοιγόταν ήταν οδυνηρό, και η αδυναμία της να υπερβεί την κατασκευασμένη της από τον λόγο φύση, τη μετέτρεψε σε πηγή δυστυχίας. Το παιδί της, ο καρπός της, θα παραμορφωθεί από την ίδια (του φοράει τα παπούτσια λάθος -το δεξί στο αριστερό πόδι), κι από δω ξεκινάει όλη η φρίκη στον δικό μας κόσμο, αυτο που βλέπουμε σαν λάθος, η διαιώνιση του κακού, ή αλλιώς του πόνου. Αυτή η ιστορία είναι γνωστή στον καθένα είτε βλέπει είτε όχι γύρω του. Ο Trier πηγαίνει στο πριν απ’ αυτό, στην πηγή της φρίκης, στα αίτια κάθε δυστυχίας, και συλλογίζεται με ιδιαίτερη τόλμη.

Ο αδάμ και η εύα, οι δύο αρχετυπικές εικόνες, κινούνται ανάποδα, αυτοεξορίζονται στην εδέμ, και εκεί, στην εδέμ, δεν υπάρχει τίποτα το θεϊκό. Το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού στο οποίο θα πηδηχτούν με όλη τους την ωμότητα, με όλη τους την σάρκα, είναι ένα δέντρο που τρέφεται με κρέας ανθρώπινο. Εκεί στην εδέμ λυσσομανούν τα άγρια ένστικτα. Δίκαιο δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η νύχτα, αυτή η θηλυκή δαγκάνα που θα κατασπαράξει τον αφελή λόγο ο οποίος προσπάθησε να παίξει μαζί με το παιχνίδι διατήρησης των σκήπτρων του, τον ρόλο του θεού -που φυσικά αντιστοιχεί σ’ αυτόν, στον ίδιο τον λόγο, που τον δημιούργησε ως τέτοιον (θεό) κάποτε για να πείθει καλύτερα. Ο ρυθμιστής θα απορυθμιστεί εύκολα με το πρώτο κύμα παρά-νοιας.

Ο εξω-ιστορικός τόπος δεν είναι άχρονος. Η εδέμ δεν είναι αιώνια. Ανήκει στη γυναίκα. Και εκεί η γυναίκα θα νικήσει. Από την αναζήτηση της αλήθειας της πίσω από τις κουρτίνες της λήθης, την αιματηρή σύγκρουση της υστερικής της φύσης με τον λόγο, τον ευνουχισμό της και τον ευνουχισμό του, τη στέρηση της γονιμότητας, την απώλεια της ισχύος του, που σημαίνει την πιο ριζική του γλώσσα, μέχρι την αδιανόητη εκμηδένιση της αρσενικής αρχής καθώς στο τέλος θα μεταμορφωθεί στο τέρας με το οποίο πάλευε. Όποιος παλεύει με τα τέρατα να προσέχει να μη γίνει τέρας, έλεγε ο Nietzsche που ακροβατούσε πάνω από την άβυσσο του ενστίκτου. Οι μυριάδες απρόσωπες ψυχές απελευθερώνονται. Ο Trier δεν θα μας πνίξει στο τέλος. Μας ανοίγει σε έναν άλλο κόσμο. Το μέλλον αυτό είναι αισιόδοξο. Είναι η πιο αισιόδοξη ταινία του πού ‘χω δει. Μας λέει το αυτονόητο -το αυτονόητο είναι και το πιο δύσκολο να δεχτούμε- ότι η φύση πάντα βγαίνει κερδισμένη, όχι γιατί έχει στόφα νικητή, μα επειδή δε γίνεται να χάσει. Ο θάνατος βρίσκεται έξω από τη ζωή όπως έλεγαν οι επικούρειοι -θα έλεγα αλλιώς: θάνατος είναι η ζωή δίχως φύση. Ο λόγος έχει χάσει από την πρώτη στιγμή, μα δίνει τη μάχη του επιστρατεύοντας κάθε τέχνασμα, όλο ακόμα το πνεύμα του. Μάταια και οδυνηρά.

False in legs, false in thighs, false in breasts, teeth, hair and eyes.
Τον φιλάει. Παίρνει το ψαλίδι, ερεθίζει την κλειτορίδα της με το χέρι του άντρα κι έπειτα ευνουχίζεται. Αυτός βλέπει τον ουρανό. Δεν υπάρχει τέτοιος αστερισμός: τα τρία ζώα και το corous. Του λέει: κανένα απ’ αυτά δεν έιναι ενεργό. Ουρλιάζει. Όχι. Χαλάζι. Βλέπει τα ζώα ένα ένα να στέκονται δίπλα της. Σπάει το δάπεδο και βρίσκει το εργαλείο με το οποίο μπορεί να απελευθερωθεί από τον τροχό της φύσης. Τον μαχαιρώνει. Αυτός μάχεται. Απελευθερώνεται. Την πνίγει. Αυτή δεν αντιδράει. Η φύση της τον καλεί. Αυτός, το αρχέτυπο του λόγου, τη σκοτώνει, και μαζί μ’ αυτήν όλες τις κατακτήσεις του πολιτισμού. Σκοτώνει τη μάσκα του, και αυτό που μένει είν' αυτό που έγινε: τέρας. Έπειτα την καίει όπως τις μάγισσες κάποτε. Μόνος του, κουτσαίνοντας στον παράδεισο. Έναν παράδεισο γεμάτο σώματα, σάρκες. Τρώει τους καρπούς. Ανθρωποφαγία. Εκατοντάδες γυναίκες τον προσπερνούν ανεβαίνοντας. Η φύση έχει νικήσει. Έχει υποτάξει την αρσενική αρχή. Της έχει αφαιρέσει όλο το πνεύμα.

Ίσως ο αντίχριστος είναι το πιο βαθύ και σημαντικό κινηματογραφικό έργο που έχω δει. Είμαι ακόμα ποτισμένος απ’ αυτό και πιθανόν το διογκώνω. Ωστόσο αυτό αισθάνομαι. Κι αυτό αρκεί. Η προσωπική αλήθεια, ακόμα κι αυτή, δεν είναι άχρονη - είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χρονικότητα, με το σώμα, με την αλλαγή.
γ. γεωργίου

Κάποιες από τις καρέ-καρέ σημειώσεις/αναλύσεις/σκέψεις μου βλέποντας την ταινία για δεύτερη φορά (παραθέτω ενδεικτικά καθώς η έκτασή τους θα ήταν πάρα πολύ μεγάλη):
*To εκπληκτικό με τον Trier είναι η μαεστρία, η άνεση με την οποία αντιστρέφει ένα ολόκληρο σύστημα ιδεών παγιωμένο, κατασκευάζοντας τη δική του ωρολογιακή βόμβα.
*Ο αντίχριστος κυβερνάει τον κόσμο μας. Κάθετι, ακόμα και το πολυτιμότερο, το πιο αναγκαίο, η ρίζα της ύπαρξης, ο έρωτας, επιφέρει οδύνη, πόνο, και για τον Trier δεν είναι μια απλή διαπίστωση αλλά η συνθήκη του κόσμου, το έγκλημά του. Ο αντίχριστος είναι όχι απλώς η πραγματικότητα την οποία ζούμε, αλλά και η βαθύτερη μεταφυσική μας -που είναι πάντα μια αντιφυσική.
*“Αυτό είναι σωματικό”, του λέει στην αρχή ακόμα, “είναι επικίνδυνο”. Αυτός το αρνείται, ο ψυχαναλυτής, “δεν είναι” λέει, “είναι μια φάση”. Του λέει ότι πριν δε νοιαζόταν παρά μόνο τώρα, μετά τον θάνατο του παιδιού τους. Κι αργότερα τον ρωτάει αν την αγαπάει. Την αγαπάει (“σ’ αγαπώ”) επειδή την έχει κερδίσει, εξαπατήσει. Επειδή της επιβάλλεται. Πριν δεν ενδιαφερόταν και η δικαιολογία του είναι πως την άφησε να γράψει τη “θέση” της. Αυτή η καλοσύνη του είναι παραπλανητική. Γιατί τη θέση της τη θεωρεί λανθασμένη και με βεβαιότητα επιβάλλει τη δική του λογική. Επιστήμη. Του λέει: “εγώ φταίω…” για το νεκρό παιδί. Αμέσως μετά του ορμάει καθοδηγούμενη από τα σεξουαλικά της ένστικτα. Της λέει ποτέ να μην πηδάει τον θεραπευτή της, την “ευνουχίζει”, την αποξενώνει από το σώμα της, τις ανάγκες του. Τοποθετεί την ιδέα πιο πάνω.
*Είναι μια κριτική της δυτικής σκέψης. Μια απομάγευση των τοτέμ της όπως η ίδια η ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, ο χριστιανισμός.
*“Εγώ φταίω” λέει αμέσως μετά τον θάνατο της ζωής, του παιδιού, του καρπού. “Γιατί που ήμουν εγώ;” της λέει ο θεραπευτής άντρας της. Έτσι αποδυναμώνει τη φύση με λογική. Δεν φταίει (η γυναίκα του) αλλά πρέπει να θεραπευτεί γιατί προφανώς είναι άρρωστη. Το κλειδί εδώ είναι πως η φύση δεν είναι άρρωστη. Η σκέψη μόνο τη βλέπει έτσι. Η φύση (μας) φταίει όταν δε γεννάει και δε διατηρεί τη ζωή. Από τη στιγμή που διαφθείρεται από τη σκέψη -που δεν είναι παρά κοινωνική κατασκευή- και απομακρύνεται από το σημείο σύγκρουσης, γίνεται παθητική, κουρελιάζεται, κι η κάθαρση δε θα υπάρξει ποτέ. Αυτό αποτελεί και την πηγή του κακού, τον αντίχριστο.
*Του λέει: “μ’ αγαπάς;”. “Ναι”, απαντάει. “Τότε βοήθησέ με”, του λέει. Βοήθησέ με του λέει μέσα από τα άγρια βάθη της. Εκείνος αντί να “πεθάνει” για χάρη της, τελείως μηχανικά, ορθολογιστικά της απαντά αμέσως: “αυτό ακριβώς κάνω”. Αυτός δεν κάνει ό,τι κάνει με δόλο αλλά με πραγματικό γι’ αυτόν ενδιαφέρον. Ο αντίχριστος δεν είναι κακός, έχει καλές προθέσεις απλώς πέρα του ότι είναι ισχυρός είναι αφελής. Η επιστήμη του είναι αστεία μπροστά στην τέχνη της δημιουργίας την οποία κατέχει η γυναίκα. Η ισχύς του από την άλλη δεν αποτελεί παρά το λάθος του κόσμου του ίδιου. Η σκέψη είναι διαχωρισμένη από τη ζωή. Αυτή είναι και η πηγή του κακού. Κατά την ένωσή τους εμφανίστηκε ο θάνατος. Αυτός πάντα του εμφανίζεται ως η αλλαγή -να ο συμβολισμός του. Η ζωή δε μπορεί εδώ σύμφωνα με τον Trier να δεχτεί το γεγονός του θανάτου, να συμφιλιωθεί. Γι’ αυτό κι έχει τύψεις η γυναίκα, δε δύναται να μεγαλώσει, να γίνει περισσότερη -μια αύξηση. Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση η ζωή φταίει, έχει δίκιο που το λέει, “εγώ φταίω”, καθώς αν κάποιος μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση και να δεχτεί το βάρος της ένωσης, αυτός είναι η ζωή. Η σκέψη είναι ανίκανη για τούτο. Όμως η ζωή ζητάει τη βοήθεια της σκέψης αλλά όχι στέκοντας απέναντί της -θέλει τη σκέψη που βλέπει από τα μάτια της. Η κατάληξη του δυτικού πολιτισμού είναι αναπόφευκτη, ο θάνατος ως το χείριστον, ο ευνουχισμός, η αντιφυσικότητα, ο ολοκληρωτικός θάνατος -όχι ως καρπός μιας ένωσης αλλά ως σάρκα των στοιχείων που προσπαθούν να έρθουν σε σχέση, που αναπόφευκτα βρίσκονται.
*Εκείνη γυμνή κάνοντας μπάνιο. Εκείνος ντυμένος. Της λέει: “απελευθέρωση, έκθεση, ανάδυση. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που πραγματικά δουλεύει. Όλα τ’ άλλα είναι λόγια.” Βέβαια αυτός μιλάει λόγια, αυτός ανήκει στο περιττό, στο “όλα τ’ άλλα…” εκτός από αυτό που είναι, το όντως-είναι.
γ. γεωργίου
______Κυριακή, Μαΐου 30, 2010
Δεν βρήκαν τρόπο να ικανοποιήσουν τη φιληδονία τους χωρίς να βλάψουν τους άλλους - Σκέψεις πάνω στο κείμενο για τον Kevin Carter

Διάβασα και πάλι το κείμενο που έγραψα την παραμονή των χριστουγέννων για τον kevin carter, ως kevin carter. Βαρύ και ενοχλητικό πράγμα η πραγματικότητα. Την ένιωσα και πάλι ως πόνο. Τις συσπάσεις μου προσπαθώ να προλάβω πληκτρολογώντας λέξεις. Από τη θύμηση στην ιστορικότητα του παρόντος.
Η πραγματικότητα στέκεται σαν άλλος κόσμος πίσω από την πέτσα του νου που γεννά όλους τους άλλους κόσμους. Αν μπορούσε κανείς ν’ ανασηκώσει τούτη την πέτσα και να την κομματιάσει, θ’ αντίκριζε τον θάνατο. Γιατί ο νους δεν γίνεται να παύσει. Όπως δεν γίνεται να βιωθεί η πραγματικότητα. Δεν αντέχεται. Το ψέμα, η ψευδαίσθηση, είναι η ανθρώπινη συνθήκη.
Δεν θυμάμαι -νιώθω. Είναι ένα ζόρικο παρόν. Κάτι που πολύ θέλω να βγω έξω του, να πιαστώ από δυο τρεις εικόνες μας ζωής κατασκευασμένης και να συνεχίσω μουδιασμένος, χαρούμενος, δυστυχισμένος, προσκολλημένος έστω από λίγο πνεύμα, λίγη μεγαλοσύνη, σπουδαιότητα και νόημα. Θα μείνω στο αίσθημα όμως, με δόντια σφιγμένα και σκληρό πρόσωπο, να χτυπηθώ με όλο μου το ψέμα. Είναι έτσι, νιώθω άσχημα, φρικτά θα έλεγα για όλες εκείνες τις στιγμές, για όλη εκείνη τη μεταμόρφωση που με ανοίγει στον κόσμο του πραγματικού. Είναι στιγμές που προσπαθώντας να συλλάβω κάτι, αδειάζω τόσο που είναι σαν θάνατος. Ανυπόφορη ώρα. Καταστρέφω τα χριστούγεννά μου ακόμα κι όταν δεν σημαίνουν τίποτα για μένα, τις νύχτες μου που θέλω να είναι μόνο δικές μου, το συκώτι μου το οποίο δε θέλει να έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Η καθημερινή μου ζωή βουλιάζει. Τίποτα άλλο δεν αλλάζει πέρα από τη δική μου διακύμανση. Αυτό είναι κατάρα. Με τρελαίνει. Κι όμως δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ με αυτά τα δόντια που μου τρώνε τις σάρκες, δόντια του νου μου που τόλμησα να ξεσκεπάσω. Έτσι όσο και ν’ αντιστέκομαι, όσο και να μου κόβεται η όρεξη, όσο και να συρρικνώνομαι στον πόνο, πολύ εύκολα τα παρατάω για να τσιμπήσω κάτι, να κατασπαράξω κι εγώ λίγη ζωή. Και τι να έκανα; Έχω και στομάχι. Κι ένα σπέσιαλ φιλετάκι μαριναρισμένο στη συντήρηση. Καμιά μπιρίτσα, κανα τσιγαράκι. Νευρώνες, αισθήσεις. Ξέρω. Αυτό που καταλαβαίνω είναι πως θα συνεχίσω να υποφέρω παλεύοντας με τη συνείδηση που σαν πιάνει μια κορυφή ξυπνά το μένος του νου-δία που δε θα σταματήσει να υπερασπίζεται τα σκήπτρα του. Ποτέ. Μόνο αν μπορούσα να καταλάβω πως δίας δεν υπάρχει -αυτός κατασκευάζεται από μόνος του, εκ του μη όντος.

Ό,τι όμως αποτελεί κατανόηση εδώ, δεν μπορεί να ανήκει στον νου. Επιβάλλεται μια κατανόηση σωματική. Ένας οργανισμός που αναπνέει με τέτοιον τρόπο ώστε δεν μπορεί να υπάρχει κανένας δίας. Είναι σαν ο νους -ο πρώτος δίας, το πρώτο αφεντικό, ο πρώτος δολοφόνος- να έχει όλους τους τρόπους δικούς του. Ό,τι προσπαθείς, ό,τι κατακτάς, ό,τι ονειρεύεσαι, ό,τι ελπίζεις, ό,τι σου ομορφαίνει την καθημερινή ζωή, είναι δικός του τρόπος, μαζί πάντα με ό,τι σε κάνει να αποτυγχάνεις, ό,τι σε κοροϊδεύει, ό,τι σου πουλάει ψέμα, ό,τι σε νεκρώνει. Ο οργανισμός ο οποίος έχει αποβάλλει αυτή την ανθρωπιά (η μεγαλύτερη εφεύρεση του νου - ο ίδιος τη μεταφράζει πάντα ως την υψηλότερη. Μα φυσικά, κι οι λέξεις δικές του είναι, δική του η ποίηση της ύπαρξης, δική του η ποίηση του κόσμου) είναι γιατί δεν έχει κανέναν τρόπο, καμία αναζήτηση, κανένα όνειρο. Του είναι αρκετή η ζωή. Μα για στάσου ‘δω, δώσε μου τα μάτια σου -βλέπεις; αμέσως ο νους εξεγείρεται, νατος, τον άκουσα αμέσως που μου είπε: “είναι αρκετή η ζωή;”, με αυτόν τον περιφρονητικό του τόνο, σαν να ‘ταν κάτι ανώτερο απ’ αυτήν, σαν να πρέπει να τον πιστέψω. Το μαρτύριό μου: κάθε στιγμή να τον ακούω και κάθε στιγμή έκθετος στη σαγηνευτική του πλάνη, την καταστροφή μου, τη γαμημένη ανθρωπιά μου. Ο οδυσσέας δέθηκε σφιχτά στο κατάρτι και πέρασε, μα κι αυτό είναι εξυπνάδα, πονηριά, λες και υπάρχει ο τρόπος. Μα είναι δικοί του όλοι οι τρόποι, τρόποι του νου, τρόποι αυτού που πρέπει να αποβληθεί γιατί δεν είναι εσύ, είναι η κοινωνία όλη, όλο το αιματοκύλισμα, η παραφροσύνη της δύναμης, η γεννήτρια της απάτης. Ο νους. Δεν υπάρχει πουθενά κατάρτι, αυτά γίνονται μόνο στη ποίηση για να μας ησυχάζει, να μην αγανακτούμε με την πραγματικότητα που ποτέ δε θα δούμε δίχως αλλοίωση, η ποίηση που γίνεται πέρα από ψεύτης ένας σωτήρας, μια ελπίδα και ένα ακόμα κοινωνικό συμβόλαιο. Ούτε κατάρτι υπάρχει, ούτε σειρήνες. Υπαρχει μόνο το μέσα που είναι και έξω… αν θέλω να είμαι πιο ακριβής: είναι ένα με μας, ούτε μέσα ούτε έξω, επιδερμίδα μας, σκάρτο αίμα, ελαττωματικά όργανα, νεκρές αισθήσεις, μουδιασμένες συνάψεις. Απόδειξη ότι ζωή δεν υπάρχει εκεί. Αφύσικοι. Ζωντανοί νεκροί. Ωστόσο μιαν αλήθεια μας τη λέει η μεγάλη ποίηση -κοιτώντας πίσω από το μεγαλείο της: πως οι μνηστήρες δε διαφέρουν από τον οδυσσέα, δε διαφέρουν στο ελάχιστο πριν το ταξίδι της επιστροφής. Δε διαφέρει από κανένα μνηστήρα έξω από την ποίηση. Μόνο αυτή τον κάνει να διαφέρει, του δίνει ένα ταξίδι στο οποίο ωριμάζει, εξελίσσεται, πνευματοποιείται. Πως στην πραγματικότητα όλοι οι μνηστήρες είναι ο ίδιος του ο εαυτός που δε νικιέται με προσευχές, ούτε με αγάπη, ούτε με πίστη, ούτε με ειρήνη. Θα τους σφάξει όλους τους καταπατητές της ιδιοκτησίας του, του εγώ του, έναν έναν, κανείς, τίποτα δε θα μείνει. Μόνο αυτός, που όταν ήταν ν’ απαντήσει γεμάτος τρέλα, εισροή απόκρυμνης ζωής στα σωθικά του, το ποιος είναι, τ’ όνομά του, ούρλιαξε πάνω από τα κύματα “κανένας”. Το ταξίδι που του τό ‘δωσε η ποίηση, το έδωσε ο νους, του δίδαξε όλους τους τρόπους πώς να κάνει την πανουργία δικαιοσύνη και αλήθεια και πνεύμα. Ξέρει πως να σε ξεγελάσει με το εντυπωσιακό “κανένας”. Μην μπερδεύεσαι, αυτός ήταν, ο οδυσσέας. Η ποίηση τού έδωσε μια ολόκληρη ιθάκη για να μας καταστρέφει χιλιάδες χρόνια δείχνοντάς μας τον σκοπό. Εξαιρετική η ποίηση και τι αγαλλίαση η ιθάκη. Ωστόσο, να ακόμα ένα ψέμα (η ποίηση θέτει ως σκοπό μιαν ιθάκη), ούτε ιθάκη υπάρχει. Εσύ είσαι ο οδυσσέας. Ένας σίσυφος που κάθε στιγμή μπορεί να πετάξει βλαστημώντας τον βράχο χάμω και να φύγει. Δεν υπάρχει κατάρτι, ούτε σειρήνες, ούτε ιθάκη, ούτε βράχος, ούτε θεοί. Απόδειξη: ότι τα ‘πε, τα εξύψωσε, τα παγίωσε σε νεκρούς οδοδείκτες η ποίηση. Η ποίηση δεν είναι ζωή. Είναι πονηριά, είναι κατάρτι, σειρήνα και ιθάκη, η ποίηση είναι θεϊκή. Άραγε υπάρχει; Κάτι μου έρχεται, μια σύσπαση, κάτι βγαίνει: αυτοί που απαντούν θετικά είναι εκείνοι που σου πουλούν ποίηση, οι παπάδες της και τα σούπερμάρκετ της. Ούτε ποίηση υπάρχει. Υπάρχει ένας οργανισμός πάντα που προσπαθεί να εκφραστεί, τον ρυθμό του τις ανάσες του, και είτε ψεύδεται είτε λέει αλήθεια για τον εαυτό του, προκαλώντας το ενδιαφέρον ή όχι, την έλξη, την πίστη, τη ροχάλα -τίποτ’ άλλο. Γιατί όταν ψεύδεται μας λέει την αλήθεια του: ποιο είναι το ψέμα του, μας κάνει να δούμε εκεί ακριβώς που πάσχει, σημείο γυμνό για τα μάτια που κοιτούν με τα μάτια -ενδιαφέρον στον βαθμό που πρέπει να γνωρίζεις τους φίλους και τα πρότυπά σου για να τους ξεράσεις από μέσα σου. Ενώ σαν λέει την αλήθεια του δεν αφορά κανένα γιατί πέρα απ' αυτόν τον εαυτό δεν είναι κανενός άλλου αλήθεια, συνεπώς δεν φτειάχνει οπαδούς, δεν ζητάει χειροκρότημα, δεν αποτελεί χέρι βοηθείας.
Μας αφορά λοιπόν η ποίηση, είναι γεμάτη από ψέματα.

“Δε βρήκαν τρόπο να ικανοποιήσουν τη φιληδονία τους χωρίς να βλάψουν τους άλλους”. Blaise Pascal.
Σ’ εμάς το λέει. Μόνο που αγνόησε πως όταν φιλοσοφεί κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρώτο πρόσωπο είναι πάντα το πλέον έντιμο. Συμφωνώ μαζί του. Δεν βρήκαμε τον τρόπο να ικανοποιήσουμε τη φιληδονία μας χωρίς να βλάψουμε τους άλλους -για μας μιλάω, την ανθρωπότητα. Δεν βρήκα τον τρόπο να ικανοποιήσω τη φιληδονία μου χωρίς να βλάψω τους άλλους -ναι για μένα λέω, θέλοντας και μη, η ανθρωπιά είναι αυτή που με χαρακτηρίζει οντολογικά, την οποία στρεβλώς τη βλέπω/βλέπουμε ποιοτικά ενώ είναι απλώς ζήτημα κατηγοριοποιήσεως καθόλου αξιακής.
Η πραγματικότητα δεν αλλάζει όσο κι αν κλάψουμε, χτυπηθούμε, ουρλιάξουμε, όσο και να εξεγερθούμε. Η μορφή της κοινωνίας ναι, η μορφή της εξουσίας ναι, το σαλόνι μου ναι, ίσως κι ένα καινούργιο αμάξι ναι. Όχι η πραγματικότητα. Αυτό αν το κάνουμε το κάνουμε μόνο όσον αφορά την ιδιωτική μας σφαίρα, την ιδιοκτησία μας, το εγώ μας. Ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για να τον αγκαλιάσει το εγώ μας -μια καρφίτσα στον χάρτη. Και αυτό το τίποτα -μια μηδαμινότητα- ξέρει καλά πώς να νιώθει ολάκερος κόσμος. Έστω ότι γίνεται κόσμος, έστω ότι κλαίει, χτυπιέται, ουρλιάζει, εξεγείρεται, παίρνει λίγο όγκο, φουσκώνει κι εξεγείρεται πλανητικά. Μα τότε θα καταστραφεί σαν εσωτερική βόμβα μεγατόνων. Και πάλι τίποτα. Η ανθρωπιά μας, το είδος της ύπαρξης που μας χαρακτηρίζει, μας προσφέρει τη φαντασιακή δυνατότητα να είμαστε κόσμος, σύμπαν, θεός, εγώ, με αντάλλαγμα έναν ψεύτικο κόσμο, κάλπικο, θεμελιωμένο στη δυστυχία, τη δυστυχία όχι λόγω αξιών, όχι λόγω μιας ηθικής ή μη, αλλά εξαιτίας του φρικτού περιορισμού ενός τέτοιου κατασκευασμένου κόσμου: φαντάσου, ένα δοχείο με μια ποσότητα ύλης. Και φαντάσου πως εκεί βάζει το χέρι του όποιος προλάβει παίρνοντας όσο η χούφτα του μπορεί και προφταίνει. Η ποσότητα του δοχείου είναι συγκεκριμένη. Όποιος προλάβει και μετά τίποτα. Αυτός είναι ο κατασκευασμένος κόσμος μας. Δεν έχει για όλους. Όσο και να φτειάξεις τη ζωή σου, όσο και να την παλέψεις δε θα περιοριστεί η δυστυχία. Για να είσαι ευτυχισμένος πρέπει κάποιοι να υποφέρουν, να εξολοθρευτούν, να εκμηδενιστούν. Δεν έχει για όλους. Πάντα έτσι ήταν. Θα έπρεπε να σπάσει αυτή η κατασκευή, να γίνει κομμάτια, σκόνη. Θα έπρεπε -αυτός είναι ο σωστός χρόνος. Ευχόμαστε για μια στιγμή ευσυγκινησίας και πνεύματος, για να συνεχίσουμε αμέσως τη βλαβερή μας πορεία στον κόσμο που είναι έτσι, είναι αλλιώς, είναι χίλια δυο, και εμείς στην απέξω. Δεν υπάρχει τρόπος. Το να αποβάλλουμε την ανθρωπιά μας, μάλιστα. Πως όμως; Και κυρίως γιατί; Δεν θέλουμε, ούτε θα θέλαμε, ποτέ δε θα αντέχαμε κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ του όνειρο, δεν έγινε ποτέ ιστορία, θρύλος. Η πραγματικότητα είναι το αδύνατο, το μηδέν. Πως θα βαστούσαμε σε σπλάχνα κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ ποίηση; Αχ η ποίηση… άτιμη καριόλα. Αυτή φταίει για όλα, αλλά κανείς δε θα με πιστέψει, κι ούτε θα έπρεπε, ούτε θα ενδιαφερόταν. Τα άσυλα είναι πάντα με τις αγκάλες ανοιχτές. Να πουλήσουν κι αυτοί λίγη επιστήμη, λίγη ανθρωπιά. Όμως δεν έχει για όλους. Είναι μόνο για εκείνους που πρόλαβαν. Και πρόλαβαν επειδή οι υπόλοιποι δεν πρόλαβαν, δεν ήταν ευλύγιστοι να φτάσουν ως εκεί, δεν είχαν χέρια, ή πέθαναν στην προσπάθεια (δεν τους βοήθησαν, δεν τους άφησαν, τους εξαπάτησαν, τους δολοφόνησαν). Μόνο γι’ αυτό υπάρχουν ευτυχισμένοι ηλίθιοι, μόνο γι’ αυτό υπάρχει πνεύμα, μόνο γι’ αυτό έρωτας, γι’ αυτό και μόνο το τρελό γαμήσι. Αν θέλεις μια καλύτερη ζωή θα πρέπει να την πάρεις από μερικούς άλλους. Κι αν ποθείς να ‘ναι πιο πνευματική κάποιοι πρέπει να καούν στην πυρά, κάποιοι των οποίων το πνεύμα απειλεί το δικό σου με αφανισμό. Ποιητή, κορόιδεψέ μας κι άλλο, συγκλόνισέ μας με το αδηφάγο μεγαλείο σου. Το φαινόμενο της πεταλούδας είναι ανόητο σαν λογαριάζεται για επιστημονική θεωρία, γι’ αυτό και μετράει μόνο στον δικό σου κόσμο, όπως και σ’ εκείνων που τον ποθούν: γράφεις ένα ποίημα στον θρόνο σου κι ένας σεισμός γίνεται στην αϊτή, απαγγέλεις δυο τρεις στίχους και μια βόμβα πέφτει καταλάθος σ’ ένα νοσοκομείο στο ιράκ, γράφεις τη μίζερη και κλισέ σου άποψη κι ένας καινούργιος ιός θερίζει την αφρική. Συνέχισε το έργο σου καλλιτέχνη μου και μην ανησυχείς. Τον κόσμο όλο κι αν καταστρέψεις πάλι το πνεύμα σου θα μείνει. Ή έστω το μεγαλύτερό σου άλλοθι, η ποίηση.
γ. γεωργίου
____________
Κυριακή, Μαΐου 09, 2010
Χάρης Κοντοσφύρης -μέσα από τα μάτια μου

Αυτά τα αγάλματα δεν λειώνουν σαν τον βουτυρένιο γιγάντιο θεό που για έναν χρόνο κατασκεύαζαν κάπου, κάποτε, οι βουδιστές με ευλάβεια για να τον αφήσουν έκθετο στον ήλιο -ζωή μιας μέρας. Αυτά τ’ αγάλματα είν’ εκεί, δίνοντας σάρκα στη σκέψη. Σε μία δύση και μια αιώνια νύχτα. Εδώ ο θεατής πάντα κατασπαράσσεται -όχι ο θεός. Ή αλλιώς: ο θεατής-θεός-υποκείμενο όπως στέκεται έκθετος στις δίνες ενός νου που ανακυκλώνει, θυμάται, εγκλωβίζεται. Όχι ο θεός-αντικείμενο. Τα πλάσματα της λογικής, τέρατα με στόματα πεινασμένα, το φάντασμα του γκόγια περνάει και χάνεται. Κάπου βαθιά στο δάσος μια παιδική φιγούρα σε τρομάζει, κι ας είναι ιδιαίτερα όμορφη, πλησιάζει, θέλεις να ουρλιάξεις, κάτι μεγεθύνεται μπροστά από τα ψυχρά σκοτάδια, άφωνος. Θεός δεν υπάρχει. Μόνον ένα ξύλινο μπαούλο που μάζευες τα μυστικά σου, ό,τι δεν καταλάβαινες -το μπαούλο, θυμάσε, όλα τ’ άλλα υδρατμός και δάκρυ, έπειτα πυρετός -άραγε να το ανοίξεις;

O κόσμος του Κοντοσφύρη, ιδιαίτερος, που αναβλύζει από τα βάθη μιας ύπαρξης περισσότερο δραματικής και λιγότερο μαγικής, η αθωότητα ενός κόσμου που εγκλωβίστηκε στην παιδικότητα και παραμορφώθηκε μέσα στην έλλειψη χρονικότητας, ανακυκλώνοντας εικόνες ζωικές και εικόνες αρχετυπικές, θαρρείς μέσα σ' ένα ξύλινο κουτί που θάψαμε κάποτε μικροί μπας και μεγαλώσουμε, εφιάλτες που θα θέλαμε να αποτινάξουμε στην ανάγκη της ανθρωπιάς (του μέσα) μας για πατροκτονία, μα κάπου πρέπει να κάναμε μια πονηριά και απλώς να ξεγελάσαμε τους γονείς μας. Kανείς δε θα απαλλαγεί από τους εφιάλτες του όπως κανείς δε θα μεγαλώσει πραγματικά. Πάντα θα υπάρχει εκείνη η νοσταλγία της κίνησης προς τα πίσω, της πορείας προς τη μήτρα. Ένα πάγωμα των κυματομορφών της σκέψης, ένα τσιμέντωμα της επιθυμίας, μου θυμίζουν εκείνη την τεταμένη, αρχαία, σιωπή των πέτρινων αγαλμάτων της κίνας, ή των πέτρινων μορφών των ίνκας, που εδώ σαν το τραγούδι των σειρήνων μας ελκύει γλυκά στον χαμό μας, να συρθούμε ανάμεσά τους, να κουλουριαστούμε, σαν παιδιά ευτυχισμένα στα κατουρημένα τους σεντόνια, κάτω από τη γκρι σκιά τους και να σβήσουμε σε μια υπέροχη, νοσταλγική, λήθη. Το τσιμέντο, η κρύα πόλη, η σύγχρονη κατασκευή στην οποία έχουμε προ πολλού ενταφιαστεί, μια ζωή που δεν πάει πουθενά και σαν γυρίσει να κοιτάξει πίσω της γίνεται στήλη άλατος, άγαλμα. Μέχρι να μπει και πάλι στο μπαούλο, ο κόσμος να επιστρέψει στη μηχανοποιημένη ζωή του, και τα τσιμεντένια αγάλματα ακίνητα μες την κασέλα ν’ αναμοχλεύουν πιθανότητες φλόγες. Εσύ μόνος, και πάλι μπροστά στο μπαούλο να προσπαθείς να σκεφτείς την επιθυμία σου. O πατέρας σου είναι νεκρός. Κάπου κει ανάμεσα μια τελευταία του ανάσα ανάβει το φως, ριζικά, και μάταια αντιστέκοντας στην αιώνια νύχτα.
γ. γεωργίου


Σημειώσεις:
1. συνέντευξη του Κοντοσφύρη στην καθημερινή το 2009
2. δελτίο τύπου από την ομαδική έκθεση στην οποία συμμετέχει ο Κοντοσφύρης (μέρος της βλέπει κανείς στις φωτογραφίες -εκτός των δύο τελευταίων)



Τρίτη, Μαΐου 04, 2010
Άντε σπάσε ρε μαλάκα

*Κάποτε, όταν πίστευα σε έναν φουσκωμένο εαυτό, έβρισκα ενδιαφέρουσες τις συζητήσεις με πιστούς όλων των ειδών που αφορούσαν υπαρξιακά, ψυχολογικά και καμιά φορά πολιτικά ζητήματα. Πλέον τις βρίσκω αφόρητα πληκτικές κι ανούσιες και μαζί μ’ αυτές χαίρομαι για έναν εαυτό λιγότερο.
*Οποιαδήποτε πίστη που στρέφεται έξω και πέρα από τον εαυτό έχει κακό χαρακτήρα, και τα αποτελέσματά της είναι αρνητικά ακόμα κι αν οι προθέσεις της είναι καλές. Μιας και πίσω από κάθε ενέργεια υπάρχει μια πίστη, εύκολα κανείς θα μπορούσε να αποδείξει τη σχετικοποίηση του καλού και κατά συνέπεια και του κακού.
*Το ήθος -όπως λέγεται στην αγορά του πνεύματος και της απάτης- δε σημαίνει τίποτα, δεν υπάρχει έξω από τη μιζέρια μας. Είναι μια κατασκευή που χρησιμοποιείται για να εξαπατήσει εκμεταλλευόμενη πάντα τη σχετικοποίηση του καλού και του κακού, να τα σχηματοποιήσει σύμφωνα με το συμφέρον της. Οι τρύπες στο σύνταγμα της αλήθειας είναι πασίγνωστες όχι μόνο στους δικηγόρους της σοφίας αλλά και στον πιο ασήμαντο άνθρωπο. Το ψέμα το ξέρουμε όλοι, αλλά κανείς δε θα σταματήσει το παιχνίδι. Στιγμές νοσταλγίας μιας δήθεν αθωότητας παιδικής, ένα ακόμη σόφισμα.
*Η πίστη που στρέφεται μέσα, που αφορά μόνο τα όρια του εαυτού: ένας έντιμος τρόπος να κινηθείς προς τον θάνατό του, όταν κάποτε καταλάβεις πως και αυτός και η εκάστοτε πίστη του είναι άνεμος. Τίποτα δεν υπάρχει εκεί, κανένα κέντρο, καμία σοφία. Μόνο η ζωή -και ένα σώμα που αρκείται ή όχι με αυτήν. Όλα τ' άλλα είναι κοινωνία.
*Ας σκεπάσουμε τούτη την άθλια πόλη με τις ανάσες μας. Τούτο τον κόσμο.

*Είμαστε στο προνομιούχο στάδιο όπου καμία πίστη, καμία ιδεολογία δεν έχει καμία αξία, όλες ανήμπορες να νικήσουν το ένστικτο της πείνας και της επιβίωσης, με μιας αποκάλυψαν πίσω από τις μάσκες τους ένα αποκρουστικό κάθε φορά πρόσωπο. Το κενό που μόνο το ζώο μπορεί να χειριστεί ακολουθώντας την κίνηση της φύσης. Μόνο ένα σώμα. Το κεφάλι του μπεκετικού κόσμου ανήκει σε έναν κόσμο που έχει χάσει το παιχνίδι του από τότε που ο άνθρωπος αποφάσισε πως η ζωή δεν είναι αρκετή, εκεί που μέσα στον νου και μαζί του γεννιέται ο διαχωρισμός, τότε που το εργαλείο (νους) παύει να είναι εργαλείο και αυτονομείται για να αποκτήσει αξία ξεχωριστή, καταπίνοντας νύχτα τη νύχτα τον κόσμο του ήλιου, των φάσεων της σελήνης, την απλότητα της στοιχειώδους ανάγκης, την έλλειψη των ερωτήσεων.
*Χαριτωμένοι άνθρωποι. Πολύπλοκοι και μπερδεμένοι. Το όνειρό τους θα ήταν να λειτουργουσαν με το πάτημα ενός μόνο κουμπιού. Το όνειρο.
*Ο μεσαίωνας καταδύεται στα κεφάλια μας, εξαπλώνεται στα κύτταρα, καίει το ηλιακό πλέγμα, κάνει τα νύχια να μεγαλώνουν υπερβολικά, δάσος από ξυράφια. Μαύρες πόλεις, γκριμάτσες, οδοφράγματα. Αιώνια επιστροφή του ίδιου. Το αίμα θα ταίσει και πάλι το αχόρταγο πνεύμα. Κι έτσι πάλι θα επιβληθεί στον σκλάβο-σώμα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Το ΔΝΤ είναι η εξουσία της παπικής παραφροσύνης, είναι το καταπιεσμένο σεξουαλικό ένστικτο, οι αλλόφρονες εθνικοί ύμνοι των κρατών, το night life, είναι τα όνειρα του κάθε ανθρώπου, είναι η αδικία να μην είμαι εγώ ο μάγκας αλλά εσύ -δεν είναι η επίθεση του λιονταριού στην αντιλόπη. Το λιοντάρι δεν ξέρει να κοροϊδεύει. Η αθωότητα του γίγνεσθαι είναι η αθωότητα ενός κόσμου που δεν βασιλεύει νους. Μαζικοί τάφοι φωνάζει με χορδές τρεμάμενες ο προφήτης και όσοι τον ακούν τον λένε μαλάκα, αν όχι απατεώνα. Πόσο μαλάκας μπορείς να είσαι; Όλοι το ξέρουν πια πως δεν υπάρχει βέλος του χρόνου, πως παρελθόν και μέλλον είναι το ίδιο -μόνο ο θείος Άλμπερτ λείπει να πανηγυρίσει τις ιδεοληψίες του ως πραγματικότητα και αλήθεια του κόσμου. Ο άχρονος χριστιανικός κόσμος συναντά τον ιστορικό κόσμο που πάντα θα νομοθετεί, θα σφάζει, θα γράφει ποίηση, και θα ξανανομοθετεί, ξανασφάζει, ξαναγράφει ποίηση μέσα σε έναν ατέρμονο κύκλο. Απόδειξη αυτής της συνάντησης η σαθρότητα των ιδεών, όποιες κι αν είναι, ό,τι κι αν λένε. Αποκόπτουν τον οργανισμό από τη ροή της ζωής για κάτι άλλο πάντα, πιο σπουδαίο (δήθεν) από αυτήν. Όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω δε θα καταφέρεις ούτε στο ελάχιστο, το αμελητέα διαφοροποιημένο, να βγεις έξω από τη φυλακή σου. Είναι πολύ απλό: ποτέ σου δε θα το ήθελες κι ας πεις το αντίθετο -είσαι ο καλύτερος στα λόγια, ξέρεις όλα τα τεχνάσματα, κανείς δε θα σε τσακώσει, το πρόγραμμα εαυτός είναι απόλυτα ασφαλές. Βάλτο να τρέχει, κάνε restart ή erase data. Format, πέτα τον κι αγόρασε άλλον. Δώσε μια περιουσία. Δεν θα το ήθελες να αποφυλακιστείς, ποτέ σου δεν το θέλεις. Κάνε ό,τι άλλο γουστάρεις. 0 1 0 0 0 1 1 0 0 1 0 0 0 1 0 0, ή ας πούμε: 0 0 0 1 0 1 0 1 0 0 1 0 0 0 0 1, ή ίσως και: 1 1 0 1 0 0 0 0 0 0 1 1 0 0 0 1. Σε κάθε περίπτωση.
*Περιμένοντας την πυρηνική βόμβα ξανά στη Χιροσίμα και ξανά στο κέντρο του Λονδίνου, τη Νέα Υόρκη, στο Στάλινγκραντ και τη Βαγδάτη, την Αθήνα, τη Σελήνη, στην καρδιά της νύχτας, σε όλους τους χάρτες της ψυχής μας, πάνω στα κεφάλια μας ή μπορεί και στις καρδιές μας -ποιος έζησε ποτέ για να γνωρίζει; ποιος μίλησε κι εμείς ακούσαμε για να γνωρίζουμε; Ξανά τα βασανιστήρια εξιλέωσης, το δίκρανο του αιρετικού, η iron maiden, το λίκνο του ιούδα, ξανά στους άτυχους που κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι με τον σατανά, τους απλώς όμορφους και τους τελείως σέξι, τους ηδονιστές, τους τρομοκράτες, τους μάγους, εκείνους που θέλουν να γαμήσουν λίγο παραπάνω από τους άλλους.
*Μην αναπνέεις. Όχι γιατί κοστίζει, όχι γι’ αυτήν την -αν και παράλογη σαν πρόταση- αλήθεια. Χέστηκα για την αλήθεια. Μα επειδή τότε ακολουθούν κι οι άλλοι, θέλοντας και μη, όλοι εκείνοι οι φιλοσοφημένοι εγωιστές, πεθαίνοντας κι αποδεικνύοντας το αντίθετο από την ηλίθια κατασκευή τους: τον άλλο, τη σύνδεσή του με εκείνον που αν και φαινομενικά -ως άλλος- δεν είναι εγώ, είναι παρόλ’ αυτά ο ίδιος, το εγώ και ο άλλος, γεννήματα της ίδιας κλωσσομηχανής. Σταματάω να αναπνέω και φράζω τον άνθρωπο. Ντόμινο θανάτου.

*Απεχθάνομαι τον άνθρωπο και μαζί του κι εμένα ή μάλλον τον εαυτό μου, θαρρείς και δεν τον αναγνωρίζω όποτε τον κοιτάω στον καθρέφτη, ποιος είναι αυτός που υποδύεται εμένα; αυτός εκείνος και ο άλλος, εγώ. Η ανθρωπιά του ανθρώπου. Ψέμα ήταν και απέτυχε. Κάποτε η ζωή θα αποβάλλει τα περιττώματα φυσικά, πολύ φυσικά.
*Καμία ανάλυση δεν έχει κανένα νόημα. Συζητήσεις, μεγάλα κεφάλια και τίτλοι, που ρίχνονται να εξηγήσουν τα γεγονότα, να προτείνουν λύσεις, μια ανάδυση της πνευματικότητας που παίρνει άλλο πρόσωπο, όχι εκείνο με το οποίο πριν σκότωνε. Όχι με την αγάπη πια. Ξεπεράστηκε από την δικαιοσύνη, κι έπειτα από την ασφάλεια. Ο λόγος ως εξουσιαστικός, πάντα θα διαιωνίζει την προβληματική μας πραγματικότητα όπως την κατασκεύασε, και αυτή η διαιώνιση, η διάρκεια, η αναζήτηση περισσότερου χρόνου, θα είναι σάρκα στη σάρκα του προβλήματος. Η πραγματικότητα που έχει υποταχθεί στην ανθρωπιά, στην ανθρώπινη ψυχή που υπερβαίνει, καταστρέφει, μολύνει τον κόσμο, είναι ένα νεκρό παν-περιέχον.
*Θέλω σήμερα να πάψω να γράφω, να μιλάω, σήμερα να πεθάνω ως κοινωνία. Την ώρα που δεν έχω άλλον τρόπο να με ελέγχω ώστε να κρατηθώ, να μην αρρωστήσω, να μην ξεχάσω τη ζωή. Να βλέπω τις σάρκες μου και να διαβάζω μέσα τους την ιστορία. Εκεί που πάει ένας εαυτός να ξεπηδήσει για να μου πει πως το μέρος εδώ του ανήκει, πως είναι ο μάγκας της υπόθεσης, πως αυτός δεν φταίει σε τίποτα αφού καθόλη τη διάρκεια της φρίκης καθόταν σπίτι του, εδώ μέσα, αναζητώντας μια πιο ελεύθερη ζωή, πιο αληθινή, πιο. Γελοίε βλάκα! Εσύ που λες εγώ αλλά δεν είσαι. Εσύ, κάλπικε εαυτέ. Αστέ της ύπαρξης που σωρεύεις ιδιοκτησία και διαβάζεις ποίηση πάνω στις πλάτες των σκλάβων. Σε βλέπω. Ξέρω πως είναι αδύνατο ν’ απαλλαγώ από σένα, αδύνατο να σε πετάξω έξω, να σε παύσω, αφού με κάθε προσπάθεια σε γυμνάζω περισσότερο, σε καθιστώ όλο και πιο ικανό. Η απέχθειά μου σε σένα εαυτέ μου με έκανε να σ’ εγκαταλείψω. Κάποτε σε χούφτωνα από τ’ αρχίδια και σε τραβούσα έξω να σε κολλήσω στο χαρτί μα μέναν μόνο λόγια. Μέχρι που δοκίμασα να μπω εγώ στο χαρτί, κουφάρι ανακατωμένο στις δίνες του ενστίκτου, όχι εκείνου που κατασκεύασε ο νους αλλά του άλλου που δε έχει ουδεμία ανάγκη απόσχισης από τον οργανισμό. Κάτσε μόνος σου τώρα κει μέσα και πέθανε από την πλήξη του κενού που γεννάει η άρνησή μου, μια ολοκληρωτική άρνηση για πρόοδο, επανάσταση, πνευματικότητα, γνώθι σαυτόν.
*“Πρέπει να έχουμε αυτογνωσία: ακόμα κι αν αυτό δεν συντελεί στην εύρεση της αλήθειας, χρησιμεύει τουλάχιστον στη ρύθμιση της ζωής, και δεν υπάρχει τίποτα πιο σωστό” (Blaise Pascal). Λέω: ρύθμιση της ζωής; πως ρυθμίζει κανείς τη ζωή; μόνο την καθημερινή ζωή μέσα στην κοινωνία, να κάτι που ρυθμίζεται από την κοινωνία. Εδώ η αυτογνωσία δεν είναι τίποτα άλλο από το να δεις την κοινωνία μέσα σου σαν το μέσα σου να είναι καθρέφτης. Στο σημείο όμως που βλέπεις το έξω σου, το μέσα δεν υπάρχει, και η αυτοπαρατήρηση δεν είναι παρά μέρος της καταστολής. Εξεγερμένος διαπιστώνεις πως εαυτός δεν υπάρχει να παρατηρήσεις, γιατι ό,τι υπάρχει εκεί είναι κάτι που πρέπει να αποβληθεί. Το γνώθι σαυτόν είναι ένα μεγάλο ψέμα. Τα αποτελέσματα χιλιάδων χρόνων είναι εμφανή. Θα έπρεπε κάποιος να πει ότι δεν υπάρχει τίποτα να γνωρίσεις, αλλά να παρατηρήσεις αυτό που δεν είσαι. Και παρατηρώντας θα δεις ότι όλο αυτό που δεν ήσουν αυτό είναι εσύ. Και τότε αηδιασμένος να το ξεράσεις. Τότε και μόνο τότε θα υπάρξεις ως κάτι που δεν υπήρξε και ούτε θα υπάρξει. Κάτι που γεννιέται και πεθαίνει. Κάτι μοναδικό και ασήμαντο. Αντέχεις;
*Ο καθένας είναι διαφορετικός κι έτσι έχει τους λόγους του να αντέχει -μην κάνοντας τίποτα- την εξαθλίωση, όταν δεν μηχανοποιείται απλώς. Πίσω από τον λόγο υπάρχει μια επιφανειακή ματιά που βλέπει την υπάρχουσα κατάσταση και μια βαθιά που αγγίζει τη σάρκα κάτω από το κέλυφος των ιδεών: η απίστευτη ηλιθιότητα των ανθρώπων που νεκροποιεί «αποπνευματοποιώντας» το σώμα, και λίγο πιο μέσα στις συσπάσεις των σπλάχνων τους ο φόβος του θανάτου, η παγωνιά. Όλοι είμαστε ένοχοι, όλοι ξέρουμε ότι δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τα πράγματα τα οποία μας πραγμοποιούν γιατί τελικά είμαστε τόσο «διαφορετικοί ως προς τους σκοπούς και τις αιτίες». Μόνο που αυτός ο ντετερμινισμός που πλαστώς περιβάλλει κάθε μας δικαιολογία δεν έχει θέση στη χαοτική πραγματικότητα που ζούμε: ο φόβος ως κοινή αφετηρία απομακρύνει εκθετικά τα σώματα στις τροχιές του εξουσιαστικού σύμπαντος. Η μη προβλεψιμότητα συμπίπτει εδώ με τον βαθμό αποξένωσης. Τελικά πέρα από τους κενούς λόγους είμαστε όλοι ίσοι, αδιάφοροι.

*”Σε πολλούς ανθρώπους είναι ήδη αδιαντροπιά, όταν λένε εγώ” (T. Adorno -minima moralia, 1951). Σ' όλους, σ' όλους.
γ. γεωργίου
*αφιερωμένο στο μέσα μου και στο έξω μου:
____________
σημείωση: οι φωτογραφίες (1.brooklyn bridge fog 2.brooklyn window 3.rockefeller center 4.gondolas) ανήκουν στην lynn saville
