
Είδα το Avatar του Cameron στον κινηματογράφο αφού απείχα για δυο χρόνια περίπου από αυτού του είδους τη «διασκέδαση». Την είδα επειδή είναι ταινία που αν θέλεις, πρέπει να τη δεις στον κινηματογράφο και μάλιστα στερεοσκοπικά. Εντυπωσιακότατη θέαση μέσω των 3D γυαλιών, πρωτόγνωρη για μένα, με εξαιρετική αληθοφάνεια στην κίνηση των χαρακτήρων και της κάμερας στον εικονικό χώρο, απίθανα γραφικά και video game αισθητική (αυτό μου θύμισε σε πολλά σημεία, μια φοβερή εισαγωγή video game) ακόμα κι όταν προσπαθεί να αγγίξει την τέχνη, μέσω αναφορών σε αυτήν ή απλώς με την εικαστικότητα της εικόνας. Πολύ ενδιαφέροντα τα της τεχνολογικής ανάπτυξης, ωστόσο την υπέροχη εικόνα τη συνήθισαν τα μάτια μου αργά ή γρήγορα, καλώς ή κακώς, και επικεντρώθηκα και πάλι στην ιστορία και τους διαλόγους (αν και πολύ θα ήθελα να δω την ταινία ξανά). Στις πίσω θέσεις ακούγονταν ανόητα και σεξιστικά σχόλια από μια παρέα ανόητων μπούληδων, και η τελική κρίση όταν τα φώτα άνοιξαν: πως σου φάνηκε; μαλάκα ωραία τα εφέ. Η κατάθλιψη πήγε να με χτυπήσει. Καλά δεν κατάλαβαν τίποτα; δεν είδαν τίποτα άλλο; ούτε ένιωσαν; Γύρισα και τους είδα. Φοιτητόφατσες.

Στο 2154, η εταιρεία με τους στρατιώτες μισθοφόρους της από τη φυλή των ανθρώπων, εναντίον μιας άλλης φυλής, των Νa'vi, κατοίκων του πλανήτη Πανδώρα, λόγω ενός πολύτιμου ορυκτού που υπάρχει στον πλανήτη. Όταν διαπιστώνουν οι άνθρωποι της εταιρείας ότι δεν είναι διατεθειμένοι οι ιθαγενείς να εγκαταλείψουν τον τόπο τους κι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εκμεταλλευτούν τη γη τους, ο μισθοφορικός στρατός αρχίζει τους εκτοπισμούς-βομβαρδισμούς-εκτελέσεις. Οι μπλε πίθηκοι -όπως αποκαλεί τους ιθαγενείς τόσο περιφρονητικά εκπρόσωπος της εταιρείας- επαναστατούν και με ηγέτη τους έναν από τη φυλή των ανθρώπων, πρώην αμερικανό (από τις η.π.α.) πεζοναύτη, ο οποίος, αφού έζησε μαζί τους ως κατάσκοπος αρχικά, συνειδητοποίησε τη σπουδαιότητα του δικού τους πολιτισμού (πάντα πρωτόγονου για τη φυλή των ανθρώπων) και πολεμά εναντίον της φυλής του. Οι καλοί -οι ιθαγενείς στην προκειμένη περίπτωση- για άλλη μια φορά κερδίζουν.

Μου κάνει εντύπωση πώς η κοινωνία του θεάματος αποφεύγει την πραγματικότητα ακόμα κι όταν υποτίθεται ότι σκέφτεται και κάνει μάλιστα και κριτική στον εαυτό της, ο οποίος έχει κατασκευάσει και διαιωνίζει αυτό το άθλιο υπάρχον. Αν μιλήσω με τους όρους που χρησιμοποιεί και αναπαράγει θα έλεγα ότι στην πραγματικότητα οι καλοί ποτέ δεν νικάν. Μια θλιβερή πραγματικότητα στην οποία θα έπρεπε κανείς να επιμείνει. Η αντίθεση του Νίτσε στο δαρβινικό μοντέλο το οποίο θέλει το πιο ικανό και εκλεπτυσμένο είδος να επιβιώνει -μιας και για τον γερμανό φιλόσοφο αυτό που επιβιώνει πάντα είναι η πλέμπα, το πλέον ανθεκτικό είδος, ενώ το ξεχωριστό είδος έκθετο στον κίνδυνο και ευάλωτο λόγω της ιδιοσυστασίας του τείνει πάντα να εξαλειφθεί- μας πηγαίνει βαθιά μέσα στην πραγματικότητα καθαρίζοντας τα μάτια μας από τον καταρράκτη. Αν αφαιρούσαμε το εξαίσιο περιτύλιγμα της ταινίας θα μας έμενε η ιστορία ινδιάνων-ισπανών, πορτογάλων κ.α. φονιάδων, με τους ίδιους όρους και αναλογίες -πλην του τέλους. Συνειρμοί με παρασύρουν και θυμάμαι τα αμερικάνικα γουέστερν με τους καλούς καουμπόηδες και τους κακούς-γελοίους-καθυστερημένους ινδιάνους. Και σοκάρομαι από το πόσο αισχρή υπήρξε η κοινωνία του θεάματος, πόσο φασιστική, για να παραγάγει αυτά τα έργα με τα οποία γαλουχήθηκαν τα παιδιά του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Οι εβραίοι ενοχλήθηκαν με την ταινία «Der Untergang» επειδή όπως ειπώθηκε παρουσίαζε τον Χίτλερ ανθρώπινο -εντάξει… σεβαστό, από τη στιγμή που ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράσει την άποψή του, τη δυσαρέσκειά του ή όχι απέναντι σε κάτι, με άνοιγμα στη συζήτηση. Το παπαδαριό στην ελλάδα απαγόρευσε την προβολή της ταινίας «the last temptation of christ» του Σκορτσέζε και η οποία αποσύρθηκε από τις αίθουσες έπειτα από επεισόδια και απειλές των απατεώνων δημοσίων υπαλλήλων. Για τα γουέστερν ποιος ενοχλήθηκε; Εγώ κι εσύ, αλλά αυτό δεν μετράει καθόλου, έτσι δεν είναι; Μια ολόκληρη βιομηχανία ακολουθώντας μια συγκεκριμένη πολιτική και χρησιμοποιώντας τον κινηματογράφο (7η τέχνη...) ως όπλο, κατάφερε να ξευτελίσει τελείως εκείνους τους οποίους πρώτα δολοφόνησε διαπράττοντας τη μεγαλύτερη γενοκτονία της ανθρώπινης ιστορίας, κατάφερε να αντιστρέψει την πραγματικότητα, να κατασκευάσει γελοίες αξίες, και να 'κονομίσει όχι μόνο χρήμα αλλά και ηλίθιους ανθρώπους που προγραμματίζονται με macho όνειρα, μιμούμενοι πρότυπα εξουσίας -σταθερό, αιώνιο πελατολόγιο.

Λοιπόν, η ένστασή μου όσον αφορά την ταινία είναι ότι όσο και εντυπωσιακή να είναι, όσο και να θέτει ζητήματα εξαιρετικής σημασίας όπως η οικολογία, τα δικαιώματα των ζώντων όντων, η μαγικότητα του κόσμου και η φυσικότητα εκείνων που την αναπνέουν, ήταν άλλη μια ταινία γεμάτη από συναισθηματικά κλισέ μιας και έλειπε από την σκέψη της το βάθος της ιστορικότητας: συμπαθείς τους καλούς ιθαγενείς, μισείς τους κακούς εισβολείς, νιώθεις οργή όταν οι κακοί σκοτώνουν τους καλούς, μετά επιθυμείς και περιμένεις εκδίκηση η οποία (πάντα) σου προσφέρεται τόσο απλόχερα, οι καλοί θα νικήσουν, κι εσύ θα πας για καμιά πίτσα ή έστω σπίτι ικανοποιημένος που όλα πήγαν ρολόι, αποσχισμένος από την πραγματικότητα και την σκληρή αλήθεια της, απαλλαγμένος από τη συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας που αν επισυνέβαινε, ως τέτοια θα δημιουργούσε ερωτήματα, αλλά κυρίως θα απαιτούσε απαντήσεις και λύσεις, και θα έπρεπε μια ολόκληρη αλλαγή θέασης, στάσης, δράσης, κι αυτό δίχως άλλο θα ήταν πρόβλημα -γιατί να μπαίνεις σε προβλήματα και να μην μπορείς να φας, ούτε να κοιμηθείς, γιατί να βασανίζεσαι; Οτιδήποτε άλλο, αρκεί να μην πονέσεις. Γιατί όχι πιτσούλα, μπιράκι, γκομενίτσα; οι καλοί νικήσαν. Τώρα ποια είναι η πραγματικότητα ποιος νοιάζεται… την ξέρουμε από το πως βγαίνει το μεροκάματο, από τις διακοπές του αυγούστου (τόση η ελευθερία μας), από τα κανάλια της τηλεόρασης, από τις σχέσεις μας. Αυτό το ξέρει πολύ καλά η κοινωνία του θεάματος και μας ταϊζει όνειρο (απατηλό ή όχι, αδιάφορο εδώ) στερώντας μας τα μάτια. Να πας να περάσεις καλά δυο ώρες, να γουστάρεις. Θα συγκινηθείς, θα οργιστείς, θα επαναστατήσεις λίγα εκατοστά πιο πέρα από τα ποπ κορν που κρατάς στο χέρι, ίσως και μέχρι το επόμενο πρωί να κρατήσει η αναστάτωσή σου, μέχρι το πρωί που η νέα μέρα θα σε πετάξει πάλι στην πραγματικότητα και θα προσαρμοστείς εύκολα, πολύ εύκολα, μιας και έχεις φτειαχτεί να κοιτάς μόνο τη δουλειά σου. Κανείς δε θέλει να σκεφτεί ποτέ του πως ό,τι και να λέει, όσο καλός και να 'ναι στην ηθοποιία, όσο καλά εκπαιδευμένος κι αν είναι στις ιδέες και τον διάλογο ώστε να εφευρίσκει ευαισθησίες και δικαιολογίες, δεν ανήκει παρά στη φυλή των ανθρώπων (κι όχι των ιθαγενών).
Το να αποβάλλεις την «ανθρωπιά» σου θα ήταν τόσο επώδυνο όσο η στιγμή συνειδητοποίησης του θανάτου σου.

Ίσως φανεί άσχετη ή και «αστεία» η παρατήρηση με την πρώτη ματιά, μα προσωπικά θα παραδεχόμουν αν ο Κάμερον, ο όποιος Κάμερον, έκανε μια ταινία για τους ινδιάνους και τους ευρωπαίους ή αμερικανούς φονιάδες με αυτή τη δύναμη, δίχως ευρωπαίους ή αμερικανούς ήρωες, αφού ο ίδιος θέλησε να ασκήσει κριτική και να πραγματευτεί καίρια ζητήματα που δεν έχουν να κάνουν με έναν φανταστικό κόσμο αλλά με αυτόν τούτο τον κόσμο μας. Κι αν δεν ήθελε να χάσει σε εφέ και φαντασία θα προτιμούσα στο τέλος οι ιθαγενείς να σφαγιάζονταν όλοι, μαζί με το δέντρο της ζωής, και αντί για πίτσα μετά, καλύτερα πόνος, ένας πόνος που πηγάζει από τα βάθη ενός εαυτού που υποφέρει για αυτό που είναι, ένας πόνος που δείχνει τον εαυτό μας, που αν κοιτάξεις με ενδιαφέρον θα δεις ότι το πρόβλημα είναι πάντα εγώ.

Οι ιθαγενείς δεν νικούν παρά μόνο όταν η ίδια η θεά εισακούει την παράκληση του μετανοημένου πεζοναύτη για βοήθεια, και στρέφει την άγρια ζωή την οποία περιβάλλει και φροντίζει γι' αυτήν, κατά της ανθρώπινης φυλής. Μου θυμίζει την απάντηση του Heidegger στην τελευταία του συνέντευξη στο γερμανικό Der Spiegel (αν δεν απατώμαι, εκεί ήταν) στην ερώτηση τι έχει να πει για το μέλλον: μόνο ένας θεός θα μας σώσει. Καλή η ατάκα, όπως και τα οπτικά εφέ, μα δε με συγκινεί, όπως δεν με συγκινεί κάθε φυγή από το υπάρχον, κάθε φυγή του πνεύματος -αυτού του εικονικού εαυτού.

Αν η τέχνη σημαίνει αυτήν ακριβώς τη φυγή από την πραγματικότητα, το «έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια» (Nietzsche), οφείλω να πω πως τελικά ακόμα κι αν διεγείρει τις αισθήσεις, στο τέλος με αφήνει σκεπτικό έως αδιάφορο, συν τη σταθερή μελαγχολία που κάθε φορά μου προκαλεί. Θέλω αυτόν τον ζωντανό κόσμο περισσότερο από κάθε δημιουργημένο όνειρο.

Η πάντα εφηβική ματιά των καλύτερων στιγμών της κοινωνίας του θεάματος είναι απολαυστική γιατί μας ξυπνάει τα εφηβικά μας ένστικτα που απωλέσαμε στην πορεία μας προς την αντικειμενοποίηση, αποξένωση, λήθη. Και γι' αυτό συνιστώ ανεπιφύλακτα στον φίλο αναγνώστη την ταινία και οπωσδήποτε σε 3D έκδοση. Και επίσης συνιστώ την ανάγνωσή της με τα μάτια που το εδώ κείμενο παρέχει, γιατί δεν είναι μόνο φίλος, αλλά και υποκριτής, όμοιός μου…
γ. γεωργίου